Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ

Παιδί κι αυτός γεννήθηκε μ’ αγνότητα ντυμένο;
Mια μάνα το ανάθρεψε κουνώντας το σε κούνια;
Στο Auschwitz ανήλικα θα γίνονταν σαπούνια,
στα αίσχη τα ανθρώπινα μαρμαρωμένος μένω.

Αδόλφε, ποιος σε βάφτισε με προσωνύμιο Φύρερ;
Tο Χίτλερ σαν δικτάτορας -κομμένο και ραμμένο-
κουβάλαγες στυγνό μυαλό, θα έλεγα βλαμμένο,
μα 'γώ θα σ' ονομάτιζα με μία λέξη: "KILLER".

Απρίλης μήνας σ' έφερε -γαμώ το κερατό σου-
η μόνη μεταμέλεια του: στο διάολο σε πήρε!
Εξ ημισείας πήραν, πριν, Μιστράλ κι Εϊθαγκίρε,
το Νόμπελ που θα έπαιρνε ο "έξοχος" Αγών σου.

Την ειρωνεία σβήστε την, το ξέρετε κι εγίνη,
η ανθρωπότης τίμησε, πλειστάκις, τρομοκράτες,
μ' υποκρισία έστεψε σε τελετές χλιδάτες,
φονιάδες με διαδήματα... πως πρόσφεραν Ειρήνη.

Τι κρίμα, Καγκελάριε, εχάθη τ' "όραμά" σου,
αλήθεια, δεν κατάλαβες πως ύβρις εδιεπράχθη.
Ξεδιάντροπε, μη μου το πεις: "Kαθείς εφ' ω ετάχθη!".
Παράκαιρο και πρόστυχο είν' το ξεμώραμά σου.

Κουμέττος Κατσιολούδης
(15/3/2012, Λευκωσία)
Ο ΑΡΧΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΩΝ ΠΕΤΡΑΛΩΝΩΝ

Θύμησες πάνε κι έρχουνται κι εγώ παιδί ακόμα,
ένθερμος, πάντα, οπαδός εκείνων μου των χρόνων,
Ζώνης του Ντίξικρατ πιστός, εκεί, στην Οκλαχόμα,
άνθρωπος είμ' αρχάνθρωπος σε σπήλαιο Πετραλώνων.

Βγήκα σεργιάνι δειλινό... κραυγάζουν Ιουδαίοι:
Πάρε λιγάκι ουρανό κι αν θέλεις πιες αρμύρα,
λίγοι θα γίνουν, κάποτε, μεγάλοι και σπουδαίοι˙
ψάξε σ' αυτούς που δε φορούν του κομπασμού πορφύρα.

Λόγια σοφά -δε θ' αρνηθώ- μπορεί και να 'ν' αλήθεια,
στήθος αρμέγω για να πιω το μητρικό του γάλα,
κράτα, μου λέει, μυστικό και δείξε εχεμύθεια:
Όσοι ψηλά θα ανεβούν, κοντή διαλέγουν σκάλα!

Δείλιασα μπρος στα αχανή των οριζόντων μάκρη,
τ' όνειρο που 'χ' από μικρός ιδρώτα κι αίμα στάζει,
στέκει, γελά η μοίρα μου στου ρόλου της την άκρη,
είδες, ρωτάει, σε στεριά βαπόρι που να μπάζει.

Ψάχνω, μου βρίσκω Γολγοθά κι έναν σταυρό στρωμάτσο,
σώμα προσφέρω με ψυχή κι ο ιλασμός με ζώνει,
ρίχνω τα πάθη μου, διαμιάς, γυμνά στο κανναβάτσο,
κάλλιο να είμαι στη ζωή σφυρί παρά αμόνι.

Koυμέττος Κ.
(3/2/2012, Λευκωσία)
ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ

Αναλαμπές λάμας σπαθιού, που σέρνουνε ιππότες,
υποτελείς των κομητών με μέλλον νεφελώδες,
καταχωρούνται πιστωτές στου έρωτα τις νότες˙ 
η φερεγγυότης χρεωστών; τοπίον ομιχλώδες.

Παραχαράχτηκε πληγή με άνθος να φαντάζει,
κελαηδούνε αστραπές, προτού βροχή να φτάσει,
κατατρεγμένη οιμωγή θωρεί κι αναστενάζει,
μα το παιχνίδι πριν χαθεί, αρνείται να το χάσει.

Ανεμολόγιο το κορμί! Πυξίδα του; το πάθος,
αγκομαχούνε τα σκυλιά, φυγόκεντρα σαν τρέχουν,
το κουρδιστήρι μεριμνά, για να προλάβει λάθος,
οι αποφάσεις της ζωής το ρίσκο τους το έχουν.

Παραμιλούνε οι σιωπές τις λέξεις που δεν είπες,
φεγγοβολά ο ουρανός να βγάλω το αγκάθι,
χαμογελάει μια ρωγμή μπροστά σε χίλιες τρύπες,
τον Μακεδόνα είδα χθες, μα ύστερις εχάθη.

Μη μ' αγαπήσεις άλλο πια, δεν έχω να σου δώσω,
αποστραγγίστηκα εψές στα πόδια μιας τροτέζας,
επιδερμίδα μιας νυχτός μ' επλάνεψε να νιώσω:
τις ψαλμωδίες του Δαυίδ σε λάρυγγα σαντέζας.

Κουμέττος Κ.
(10/8/2009, Λευκωσία)
Κατέβρεξα τη μνήμη μου......
με ληθόπνοο ύδωρ,
μ' αμνήμονες σκόνες,
με λησμόσυνα σαπούνια.
Ολονυχτίς....
την έτριβα, μανιωδώς........
στις όχθες τού ποταμού Πεδιαίου.
Χαράματα, με τρεμάμενα χέρια...
την άπλωσα...
στις παρυφές τού Ηλιάτoρα,
για να στεγνώσει.
Σε δυο-τρεις ώρες,
τσαλακωμένη κι ασιδέρωτη.......
την ξαναφόρεσα, μέσα μου....
και σάλταρα για το χθες, εναγωνίως.
Έφτασα, μέχρι... εκεί:
15 Ιουλίου 1974˙
ο λεκές δεν είχε φύγει......
Koυμέττος Κ.
(15/7/2007, Λευκωσία)
VIRTUAL REALITY

Τι κι αν θαυμάζεις, άνθρωπε, 
τα έξω μιας εικόνας;
Τα έσω δείχνουν αν καρδιάς...
το ήθος της ανθώνας!

Ξεπούλημα το σώμα σου,
μη βγάζεις νύχτα/μέρα,
μα φύλα το σα βασιλιά...
στης ζήσης τη σκακιέρα.

"Εχθρός καλού καλύτερο!"˙
ρητό, για να θυμάσαι.
Αλλιώς λειψός, αδιάκοπα,
θα νιώθεις ότι θα ’σαι!

Πυξίδα; "Μέτρον άριστον!",
να έχεις στη ζωή σου,
μονάχα, έτσι -άκου με-
θα σώσεις την ψυχή σου.

Η έγνοια σου; Eπιλογές!
Aυτές σε καθορίζουν.
Αυτός που είσαι σ' έκαναν˙
αυτές σε απαρτίζουν.

Η τύχη σου, οι φίλοι σου
και της καρδιάς το ταίρι,
δεν είναι, μόνο, σε γραμμές...
παλάμης σ’ ένα χέρι.

Στις σχέσεις όρκος; Προσφορά!
Να δίνεις! - Κι αν δεν παίρνω;
Σου απαντάει γεωργός˙
- To νόημα στο σπέρνω!

Ελεύθερα αγάπαγε,
το "πίσω" μην προσμένεις,
αλλιώς για πάντα στάσιμος˙
στην ίδια τάξη μένεις!

Koυμέττος Κ.
(20/9/2010, Λευκωσία)

ΕΛΑΙΑ

ω εσύ, κόρη εύκρατη
της Αθηνάς η πιο μυριοπλουμισμένη

ω εσύ, κόρη πανώρια, απαστράπτουσα νύφη
ηλιολουσμένη απ' της Ακρόπολης την αειθαλή δόξα
ζώνη επτάλοφη περιτυλίγει το λιόδεντρό σου σώμα

ω εσύ, κοίταξέ με!

στα λογχοειδή σου μάτια
μια εδώδιμη σκουροπράσινη στίλβη θωρώ
στα φρύδια σου έν’ αργυρόχροο πνεύμ’ αθάνατο
τα χέρια σου αντίθετης διατάξεως, δερματώδη
ο λαιμός σου κορμός οζώδης
-σκεπασμένος από φλοιό τεφρόφαιο-
κάθε ρόζος κι ένα βαλσαμωμένο δάκρυ
το χαμόγελό σου λευκωπά άνθη διανέμει
άνθη μικρά, μονοπέταλα, βότρυος ταξιανθίας

σ’ εννιά μήνες -ώριμος γέννας- ο καρπός σου
απόγονος φθινοπωρινού έρωτα
μα ανοιξιάτικης συνουσίας
νάτος –για δες τον!- ξεπροβάλλει
στο μαιευτήριο των απαρχών του κάθε χειμώνα

μ’ ένα χάδι... 

το λάδι σου μυριάδες Αχαιοί θηλάσανε
-με μέτρο ο Σωκράτης, με ήθος ο Αριστοτέλης-
ωσάν αγίασμα αναβλύζει απ’ τα ολόλευκά σου στήθη
κρήνες θηλές σοφίας λαούς ξεδιψάνε
με αμφορείς στις μεσογειακές ακτές

χαίρε, ω εσύ Ελαία!

Koυμέττος Κατσιολούδης
(21/3/2011, Λευκωσία)
ΜΕΣ ΣΤΟ ΔΙΚό ΜΑΣ ΤΟ ΣΧΟΛΕίΟ...

κανέναν, δεν περιγελούμε...
είμαστε ίσοι, συμπονούμε,
ένας τον άλλον συγχωρούμε,
τρέχουμε ν' αγκαλιαστούμε!

Δεύτερη δίνουμ' ευκαιρία,
πάνω απ' όλα η φιλία,
ουδείς αλάνθαστος στην πλάση,
περνούμε μία κι άλλη φάση,
ουδείς μας άξιος να δικάσει!

Μες στο δικό μας το σχολείο,
αληθινά, χαμογελούμε...
μες στη χαρά μας κολυμπούμε,
ήθος και γνώσεις αποκτούμε...
μες στο γαλάζιο μας πετούμε!

Συγγνώμη ξέρουμε να λέμε,
παραδεχόμαστε, αν φταίμε...
δε μας φοβίζει η ευθύνη,
αυτό θα πει: "δικαιοσύνη!"
κ' η έγνοια μας; Μην ξαναγίνει!

Τους άλλους, πάντα, βοηθούμε,
όπως εμάς τους αγαπούμε...
γονείς, δασκάλους εκτιμούμε
και κάθε μέρα προσπαθούμε...
καλύτεροι, για να γενούμε!

Koυμέττος Κ.
(15/10/2015, Λευκωσία)
ΕΔΩ, ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ!

Αχλύς, Ελλάς μου, σ’ έπνιγε˙ 
το χέρι της οθνείο,
μα Ήλιος βροντοφώναξε: "Εδώ, Πολυτεχνείο!"

Κουμέττος Κ.
(17/11/2011, Λευκωσία)

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

αφετηρία σιωπής
θροΐσματα ελευθερίας
αιματοβαμμένες τυμπανοκρουσίες
- «ΕΔΩ, ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ!»

λαού αφύπνισης
ηλιοβασιλέματα της χούντας
αθυρόστομα νιάτα
- «ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!»

είμαστε άοπλοι,
γυμνοί μες στα χιόνια
- «Πίνδος αδέρφια, Πίνδος… Ενωθείτε!»

διάσπαρτοι αντίλαλοι
ιδανικών ιδεοβάτες
φωνή λαού… διαπερνάει το χρόνο
- «ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ-ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ!»

ΕΤΟΣ 1973: ώρα μηδέν… μαύρη τρύπα
ΕΤΟΣ 2016: σιγή…
- άξια νιάτα, ναι
αλλά εκεί Πολυτεχνείο
(υπόκλιση)

ανήμπορες σκέψεις
μακρόσυρτο κλάμα
ραίνει καρδιές
φυλλωσιές διασκορπίζει
τανκς, τανκς, τανκς,
εδώ,
εκεí,

ΠΑΝΤΟΥ!

Koυμέττος Κ.
(17/11/... - Λευκωσία)
ΧΑΪ(ΚΟΥ)ΔΕΜΑΤΑ

μάταια κοιτώ
πουλιά βασανισμένα
που αποδημούν

ஜ۩۞۩ஜ▬▬▬▬▬▬ஜ۩۞۩ஜ▬▬●▬▬

αλάργα εσύ
ξενυχτάς, μοναχή σου
αυγές προσμένεις

ஜ۩۞۩ஜ▬▬▬▬▬▬ஜ۩۞۩ஜ▬▬●▬▬

πυρακτώθηκες˙
στη σκέψη μου φαντάζεις
πυρσός που φέγγει

ஜ۩۞۩ஜ▬▬▬▬▬▬ஜ۩۞۩ஜ▬▬●▬▬

παραδόθηκα
στη δίνη τής ψυχής σου
παρασύρθηκα

ஜ۩۞۩ஜ▬▬▬▬▬▬ஜ۩۞۩ஜ▬▬●▬▬

κρύφτηκα, εκεί
το άλγος σου μ’ εκθέτει
γυμνός σε βλέπω

Κουμέττος Κ.
(25/1/06, Λευκωσία)
ΤΗΣ ΚΛΩΘώΣ... ΤΟ ΠΕΠΡΩΜέΝΟ!

Άνθρωπος είχα σαλπάρει˙ τώρα, πια, έχω μπατάρει,
κάνε, Διογένη, χάρη: Γι' άναψέ μου το φανάρι.
To δικό μου πεπρωμένο: κατηφόρα, δίχως φρένο,
ψάχνω, λείπει ο γνωστός μου, απ' το σώμα εαυτός μου.

Φαλιμέντο δεδομένο, χειροπόδαρα δεμένο,
πουθενά, πια... δε με βρίσκω, στης Φαιστού κοιτώ το δίσκο.
Όσα ήμουν τα 'χω χάσει, μεταξύ μου, πλέον, σχάση,
μ' είδαν μού 'παν είμαι πλοίο, σε χωρίς ακτών πορθμείο.

Σε βυθό τορπιλισμένο, δάκρυ μοίρας προδομένο,
άψυχο... παρατημένο˙ σίδερο, πια, σκουριασμένο.
Πες μου τι να περιμένω, μ' ερωτώ απελπισμένο,
σ' ένα βένθος φοβισμένο, κείτομαι σακατεμένο.

Της Κλωθώς το πεπρωμένο, νήμα σ' άστρο μπερδεμένο,
που ευχή, αφού μου πνίξει, μες στο σκότος θα βουτήξει.
Στων ειρκτών μου τα σοκάκια, τέσσερα μικρά παιδάκια,
συλλαβές της Ει-μαρ-μέ-νης, πυραμίδας συλημένης.

Με κοιτώ ξεθωριασμένο σε ποδήλατο κλεμμένο,
τότε, που 'γραφα σε τοίχο: "Σ' AΓΑΠΩ!"... με ένα στίχο,
σε αλάνων μνήμης χρόνια, σαν χιονάνθρωπος στα χιόνια,
που χαρά είχε να δώσει, αγνοώντας πως θα λιώσει.

Μαργαρίτες σκορπισμένες στον πυθμένα μαδημένες,
πάτος έσχατος τριγύρω˙ το μυαλό μου, πλέον, στείρο.
Προσδοκώ σε μια αχτίδα, να 'ρθει απ' την Ελευσίνα.
Περσεφόνη, φέρε λύση˙ άνοιξη, πάλι, ν' ανθίσει.

Των Φοινίκων τα καράβια, που ’χουν άφθαρτη μοράβια,
θα ’ρθουν να σε ανελκύσουν, τις πληγές να σου φιλήσουν˙
και του χθες το πεπρωμένο, θα κοιτά απορημένο,
τα πανιά σου ν’ αρμενίζουν, σαν οι γλάροι τ’ ανεμίζουν.

Θα 'σ' εσύ το πεπρωμένο κι η πυξίδα σου γραμμένο
θα ’χει πλώρη τ’ όνομά σου˙ πρύμνη, πίσω, τ’ αρχικά σου.
Και στη γέφυρα επάνω, μ’ ερυθρόδερμο Ινδιάνο,
του Κολόμβου πρώτα-πρώτα θ' ακυρώσετε τη ρότα.

Κι η ιστορία θα αλλάξει, νέο στίγμα θα χαράξει,
αναγέννηση θα έρθει, πριν ο χρόνος σας παρέλθει
κι όλοι νέο πεπρωμένο θα ’χετε ξανά δοσμένο,
και μια νέα ευκαιρία για καινούργια κοινωνία.

Koυμέττος Κατσιολούδης
(6/3/ 2011, Λευκωσία)

ΞΕΤΣίΠΩΤΟΣ άΓΓΕΛΟΣ

Κρύβεσαι, πίσω, απ' την ίδια την ψυχή σου,
όλα π' αγάπησες τα ξεπούλησες σ' εκπτώσεις,
βρέχει σκοτάδι -το κοιτάζεις, μοναχή σου-
πόσα αγώγια, διερωτάσαι, θα πληρώσεις;

Έρχονται νύχτες, σε κορμιά σε ανταμώνουν,
πέφτεις, σηκώνεσαι˙ του Σταυρού βιώνεις στάση,
λείπει φεγγάρι˙ τ' άστρα τρέμουν, μαραζώνουν,
πώς να φωτίσουν με το λίγο φως τους πλάση;

Greenwich σχίζει τους παράλληλους ματώνει,
Σύμπαν λυκνίζεται και διαστέλλει την ηχώ του,
Borges συγγράφει˙ σκέψη, κάτω, την καρφώνει,
ο Καζαντζάκης, δίπλα, ψάχνει το Θεό του.

Πήρες πεσκέσι για φιλιά σου, λόγια, χάδια,
στέκεις ολόγυμνη, ιλασμό ποθ’ η ματιά σου,
σβήνεις τη λάμπα˙ η καρδιά σου είναι άδεια,
θλίψη αρμέγεις, άγγιξες την εσχατιά σου.

Νάτρον, ρητίνη˙ ταριχεύεις μια στιγμή σου.
Ήταν Ιούνιος! Βρέφος ’σύ σε μνήμης κούνια,
γάλα ζητούσες να κοπάσουν οι λυγμοί σου,
έξω βομβούσαν μελωδίες τα ζουζούνια.

Πόρνη σε λένε, από τότε που θυμάσαι,
δένεις, ξετσίπωτα, σ' ένα κόμπο τη σιωπή σου,
δάκρυ το πνίγεις˙ γέρνεις, κάνεις πως κοιμάσαι,
σ' όνειρο, μήπως, μάνα δει την προκοπή σου.

Κουμέττος Κατσιολούδης
(26/10/2010, Λευκωσία)
ΑΡΧάΓΓΕΛέ ΜΟΥ ΜΙΧΑήΛ...

στρατιώτες σού κυκλώσανε
τ' Ασώματο σου Σώμα
κι εγώ τη μέρα καρτερώ
της άνοιξης, ακόμα...

Αρχάγγελέ μου Μιχαήλ...
το θάμα σου, για κάμε...
στον τόπο, που γεννήθηκα,
για πάντα, πάλι... να 'μαι!

κι αν χρόνια πάνε, φεύγουνε...
η πίκρα παραμένει...
τον πόθο τής επιστροφής...
νυχθημερόν, υφαίνει.

κουμέττος κ.
(8/10/15 - 16:16, λευκωσία)
ΟΛΑΝΘΙΣΤΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ

Σε δυο τροχούς τα χέρια σου κυλάνε τη ζωή σου˙
στο βλέμμα σου κουρνιάζουνε των αητών βλαστάρια,
μυρίζουνε τριαντάφυλλα, τουλίπες Παραδείσου
κι αμέτρητα -ολόλευκα- μετρώ μαργαριτάρια.

Το σθένος σου καλύπτεται μες στο χαμόγελό σου,
στρατοί θα το ζηλεύανε αν το 'βλεπαν σε μάχη.
Mα να σκοτώνεις άνθρωπο, για σέ: ανώφελό σου,
δακρύζεις σα θερίζουνε μες στο χωράφι στάχυ.

H μάνα που σ' ανάθρεψε και σ' είχε πριν γεννήσει,
περήφανη καταμετρά τα κατορθώματά σου˙
κι ο κύρης σου τα βλέφαρα -για πάντα πριν τα κλείσει-
για χάρην σου τα άνοιξε να δει τα όμματά σου.

Το νόημα το έπιασες, προτού αυτό εσένα˙
ταχύρυθμα μεγάλωσες κι αντρώθηκες μ' αλήθειες.
Ποτέ δεν καταδέκτηκες χαζίρικα, κλεμμένα,
στα έσω τής καρδούλας σου: αστείρευτες προμήθειες.

Στα χνάρια σου ολάνθιστες φυτρώνουν οι ελπίδες,
οι εποχές ενώνουνται σε μι' άνοιξη αιώνια˙
ο κόσμος μας στην όψη σου: στιλπνός, χωρίς ρυτίδες,
γιομάτος για τον δίπλα του μ' απύθμενη συμπόνοια.

Θα ήθελα να γένεσουν των νέων Ευαγγέλιο,
υφάντρα για το ήθος τους και το ανάγιωμά τους.
Aρχών τους η κολώνα τους -το πιο γερό θεμέλιο-
υπόστρωμα ποιότητας˙ ψυχής τ' αστάρωμά τους!

Κουμέττος Κ.
(3/10/2012, Λευκωσία)
ΞύΠΝΑ, ΩΡΑίΑ ΚΟΙΜΩΜέΝΗ!

Πήρα χρυσάφι απ' τον Ήλιο
κι ένα λουλούδι απ' τη γη,
άκαρπο ήταν το ειδύλλιο,
ώσπου αφίχθηκες εσύ.

Μες στην αγκάλη σου αχτίδες...
πάντες, σε φώναζαν Αυγή,
μα πριν σε ζώσουνε ρυτίδες,
είχες σε λήθαργο πνιγεί.

Ξύπνα, Ωραία Κοιμωμένη,
το παραμύθι σ' αναμένει˙
στου εφιάλτη το πλατό,
πέρασαν χρόνια εκατό.

Ξύπνα, Ωραία Κοιμωμένη,
όλη η πλάση περιμένει,
γνέθει ελπίδα, προσδοκεί˙
φως μες στα μάτια σου να δει!

Έβδομη Μοίρα, φέρ' μας δώρο,
Πρίγκιπα, φάνου να χαρείς,
ψάξε να βρεις κομμένο λώρο
-ήρωας Μέγας θα γενείς-

τρέξε και μην το μετανιώσεις,
έσω στο κάστρο μας για μπες,
μ' ένα φιλί να μας ενώσεις,
μ' άξιες τού χθες μας εποχές.

Κουμέττος Κ.
(1/6/2012, Λευκωσία)
ΜήΚΩΝ Η ΡΟΙάΣ

Μ' ένα δοξάρι και βιολί
ο Κύρης σου Σε ψάχνει
κι Εσύ φιλί Του καρτερείς
στης Βηθλεέμ τη φάτνη.

Άστρου -ψηλά- το φως˙ πληγή,
φαντάζ' η νύχτα τρύπια,
πέφτει σα λάβα στη βροχή,
ευχή να 'χουν τα νήπια.

Αντιλαλούν οι εποχές˙
τους οδυρμούς σου, Μάνα,
σ' Άγιο Σταυρό -στο Γολγοθά-
στραγγίστεις απ' το κλάμα.

Στον Όλυμπο εχλώμιασε
του Δία το σινάφι
κι ο Κωνσταντίνος σφράγιζε
τη νίκη, δίχα μάχη.

Μήκων η Ροιάς ανθοβολεί
Μαρτάπριλο και Μάη,
για να 'χ' η πλάσις άνοιξη˙
ελπίδα να κοιτάει.

Κουμέττος Κ.
(9-2-2013, Λευκωσία)
ΤΡΙάΝΤΑ ΔΥΟ Τ' ΑΥΓΟύΣΤΟΥ 

Όλα, είναι στην καρδιά.........
φτάνει -μόνο- να το θες...
να 'ναι μια... οι εποχές............
έλα, δος μου δυο φιλιά,
κι ένα χάδι στα μαλλιά.

Μια ατελείωτη στιγμή........
μια αιώνια φορά,
στη δική σου αγκαλιά.............
κράτησέ με, μη φανεί,
φθινοπωρινή αυγή.

Να 'ναι -πάντα- καλοκαίρι,
είναι στο δικό μας χέρι.........
είναι του δικού μας γούστου,
κάθε πρώτη του Σεπτέμβρη.............
να 'ναι τριάντα δυο τ' Αυγούστου.

κoυμέττος κ.
(1/9/14 - 19:17, λευκωσία)
METΖΑΡόΛΙ

Η άμμος χρόνο προσμετρά σε γυάλινη φιάλη,
η μέση της κομψότατη -φθονεί το δαχτυλίδι-
στην Ιαπωνία η Αυγή ξανάρχισε ταξίδι˙
σε θόλο γαλαζόχρωμο και μ' ίδια ρότα, πάλι.

Οι Τουαρέγκ -οι Βέρβεροι- γυρνάνε με καμήλες,
καθώς ο Νείλος την ποθά και στείρα τη Σαχάρα.
Ζαμάνια... φέρει στίγμα της παράδοξη κατάρα:
"Mονάχα στις οάσεις της να πλάθει χλωροφύλλες".

Χαμσίνι πνέει κι αλυχτούν οι σκύλοι κάθε δείλι,
ενώ οι κόκορες αλλού ξυπνάνε προφητείες.
Οι δείχτες στο ρολόι τους θερίζουνε φυτείες,
σαν τα καντήλια καρτερούν˙ - Το λάδι δώστε, μύλοι!

Στ' Αϊβαλί κουρσέψανε, στυγνά, την κάθε ώρα˙
μαρμάρωσε του πρόσφυγα η μνήμη σαν κολώνα.
Στα Μοσχονήσια πειρατές φονεύσαν Αλκυόνα˙
Το ταίρι της, τ' αχώριστο, τι θ' απογίνει τώρα;

Τρεκλίζει τ' όνειρο, γελά˙ μιας κι έχει γίνει φέσι,
μες στους Αιώνες τη βρωμιά ρωτά να βρει ο δήμιος.
Στην γκιλοτίνα σέρνεται -πρωτάκουστο- κι ο τίμιος,
χωρίς μια όψη να βρεθεί, για να τον συμπονέσει.

Του εκκρεμές νανούρισμα τις εποχές κοιμίζει
κι ο χτύπος του βαθιά πληγή στη σιγαλιά τού σκότους.
Αιθέρες συνουσιάζουνται -ψηλά- με τους πιλότους,
αλλά μ' αέρος ηδονές, ουδείς δεν ευτυχίζει.

Κυλάνε, τρέχουν οι στιγμές, εντός σου, μετζαρόλι,
αλύπητα ορέγουνται το δέρμα μας να σφάξουν.
Σταγόνες απ' το αίμα μας χιλιάδες κι αν θα στάξουν,
των αθανάτων -ξεύρε το- πως κουβαλάμε μπόλι.

Κουμέττος Κ.
(10/10/2012, Λευκωσία)
ΑΧ, ΔΑΣΚΑΛΕ, ΠΟΥ ΔΙΔΑΣΚΕΣ!

Στον καφενέ, πια, στέκεσαι,
καρέκλα δε σου δίνουν,
τα γράμματα που δίδαξες,
στα μούτρα σού τα φτύνουν.

Μ' ένα φιλί σέ πρόδωσαν
-αχαριστίας πράξη-
τι κι αν ψυχή παρέδιδες
μ' ένα κερί σε τάξη;

Αχ, δάσκαλε, που δίδασκες,
για σένα δεν εκράτεις;
Tα πάντα τι τα έδινες;
Nα, τώρα, τι εισπράττεις!

Κουμέττος Κατσιολούδης
(13/9/2011, Λευκωσία)
ΤΟ ΑΝΕΠΟΥΛΩΤΟ ΜΙΑΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Λεπτά στις ώρες προσμετρώ, οι μέρες θρέφουν μήνες, 
αλάργα σου, στ' ομολογώ, σαν ένα ψάρι μοιάζω,
που έξω είν' απ' το νερό -χωρίς πνοή τρομάζω-
γυμνές αλήθειες με κοιτούν˙ τριγύρω τους αισχύνες.

Γυρνώ στην Aπουσία σου, ζητώντας της συγγνώμη,
ακόμη κι αν δεν έφταιξα... δεν ξέρω, δε με νοιάζει,
να ήταν να ερχόσουνα με το γλυκό σου νάζι,
στο πάθος μας θα λύγιζαν μυαλών οι κούφιοι νόμοι.

Συμμάζεψα κομμάτια μου τον κλώνο σου να φτιάξω,
το κάθε μου το κύτταρο δικό σου έχει κάτι,
τι κι αν ο Ήλιος, πρώτιστα, θωρεί το Kiribati,
για χάρη σου θα μπόραγα τα πάντα να τ' αλλάξω.

Ληθόπνοο κι ανήλιαγο το κέλυφος τής σκέψης,
Σειρήνες το κερμάτισαν -για δες τον Έρωτά μου-
αχ, να 'ξερες, αγάπη μου, πως στ' αφανέρωτά μου,
ολονυχτίς, σε καρτερώ αυγή να επιστρέψεις.

Ν' ανέτελλες ξημέρωμα μες στη δικιά μ' αγκάλη,
το φως μου θα το έδινα γι' αντίτιμο: φιλί σου,
ο πόθος μου θα έστηνε τυφλών χορό μαζί σου˙
τα χέρια μου, ψηλαφιστά, θα λέγαν: "Δεν είν' άλλη!".

Koυμέττος Κ.
(7-4-2012, Λευκωσία)
Σ' ΑΓΑΠΑΩ

Αψίδωσα τη νύχτα του! Kαρδούλα μου, θυμάσαι;
Ιούλη που σ’ αντάμωσα και σ' έχρισα δικιά μου˙
σαν χθες ήτο, σου σκάλιζα στα χείλια τα φιλιά μου,
κατόπιν, στην αγκάλη μου σε βλέπω, δεν κοιμάσαι.

Το δέρμα σου -τ' ολόφεγγο- ζητούσε να με νιώσει.
Το βύζαιν' ασταμάτητα, ρουφώντας του το μέλι,
Πρωτέας μάς ερώταγε, προτού να γένει χέλι:
Τον Βουκεφάλα, πείτε μου, ποιος θα εξημερώσει;

Ασίγαστοι οι βάθρακοι, με πόστα χρεωμένοι,
των τζιτζικιών τερέτισμα τη σκοτεινιά διασχίζει˙
σε συναυλία των Δελφών το θέατρο γιομίζει,
καθώς Πυθία το χρησμό λαλεί εκστασιασμένη.

Λυτρώθηκα στον όρμο σου˙ o πόθος μου: βαπόρι,
που τραμουντάνα το 'ριξε σε πέλαγος θανάτου.
Ραπόρτο, αν θα έφευγε, οδυνηρού μαντάτου,
μανάδων θα εδάκρυζε στα μάτια κάθε κόρη.

Ψιθύρισες στο μπράτσο μου δυο λέξεις: "Σ’ ΑΓΑΠΑΩ!",
τις μάτισες μ' απόστροφο να μοιάζουνε με μία,
με χάδια σού απάντησα: "Δεχτή η συμμαχία˙
μαζί μου, θα 'σαι, διαρκώς... σε όποια γη κι αν πάω!"

Κουμέττος Κ.
(2-4-2012, Λευκωσία)

ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Aνάλωσες με λάθος άντρες την καρδιά σου˙
τα χρόνια φεύγουνε, χωρίς να ευτυχήσεις.
Αλί σου! Πνίγηκαν στο κύμα τα φιλιά σου,
χαμένες πήγαν προσευχές σου και δεήσεις.

Ρυτίδες γύρω απ' τα μάτια σου φυτρώνουν,
τις νύχτες, μόνη, σ' άδεια κλίνη ξενυχτάεις˙
τα όνειρά σου -τ' ανεκπλήρωτα- στα χώνουν,
σαν μαργαρίτων σου τα πέταλα μαδάεις.

Τα δάκρυα τρέχουν της Σελήνης σαν ποτάμι,
το παρελθόν σου αντικρύζει και ριγάει˙
στου πιστολιού της σφαίρα βάζει τη θαλάμη,
πυροβολεί κι η μνήμη σου πεθαίνει, πάει.

Με δίχα πριν μια νέα μέρα σ' ανταμώνει,
λευκές σελίδες η ζωή σου περικλείει˙
παλιές πληγές σου δεν τις βλέπω -όλα χιόνι-
ο ήλιος σου φωτίζει/λάμπει και δεν δύει.

Μα ξένο σώμα σε καθρέφτες συναντάεις,
θωρείς παράξεν' άγνωστή σου η μορφή σου˙
αλλότριο βλέμμα μες στα μάτια σου κοιτάεις,
αυτή που ήξερες δεν είναι, πια, γνωστή σου.

Το χθες που έζησες, ποθάς να έχεις πίσω:
χαρές και λύπες σου, τα σφάλματα, ακόμα˙
φωνάζεις: "Θέλω μ' όσα έχτισα να ζήσω,
παρά να ζω με μια νεκρή ψυχή στο σώμα!"

Κουμέττος Κ.
(14-5-2012, Λευκωσία)
Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΣΤΗ ΓΑΛΙΛΑΙΑ

'Hρθες/μπήκες, Πρωτογιούνη˙ κι άρχισε το καλοκαίρι,
αναμνήσεις άλλων χρόνων στην καρδιά μου έχεις φέρει:
ήμουνα στο χθες μικρούλης, κάστρα έχτιζα στην άμμο,
μα δεν πρόσεχα το κύμα˙ και μου τα 'ριχν' όλα χάμω.

"Έτσι γίνεται, παιδί μου. Μάθε το, πριν μεγαλώσεις!",
μου ορμήνευε ο κύρης τη σοφία του σε δόσεις˙
και συνέχισε και μου 'πε: "τ' όνειρό σου να φροντίζεις,
όπως το φυτό -μ' αγάπη- να σκαλίζεις, να ποτίζεις..."

"...ειδεμή αυτό που θέλεις, για να το 'χεις δεν αξίζεις,
είναι δύσκολο το ξέρω, μα εντέλει 'σύ κερδίζεις!"
Κοίταξα προς τα πελάγη... σ' είδα, φίλε Οδυσσέα˙
άκου μου 'πες, τέτοια λόγια, δεν ακούγονται τυχαία!

Μες στης εποχής την κάψα έναν σπόρο μου φυτεύω,
με ιδρώτα τον αρδεύω, με τα χέρια τον νταντεύω.
Ήξερα πως οι συνθήκες δεν προσφέρουνται για γόνους,
μα στα μάτια μου θωρούσα δέντρ' ολάκερο με κλώνους.

Και προς έκπληξην της φύσης, η ελπίδα μου στεριώνει,
ό,τι πίστεψα το βλέπω: να ανθίζει, μεγαλώνει!
Xαμογέλασαν οι βάρκες μ' ένα γέλιο, που κρατούσε˙
κι ο Ιησούς -πάνω- σε λίμνη Γαλιλαίας περπατούσε.

Κουμέττος Κ.
(4-6-2012, Λευκωσία)
ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ

Πληγωμένος Παρθενώνας˙ στέκεσαι μπρος στα παιδιά σου.
"Δάσκαλε, πες τους αλήθειες!", σου φωνάζει η καρδιά σου.
Μες στο βλέμμα σου τα νέφη σκιάζουν, πλήρως, την ψυχή σου˙
σέρνεται με δίχα σθένος να διδάξει η πνοή σου!

Όνειρα και προσδοκίες μες στα μάτια τους κοιτάζεις.
Όχι, μην τους τα γκρεμίζεις! (Εαυτόν σου τον διατάζεις).
Κρύβεσαι κι ας υποφέρεις, μες σε τύψεις βολοδέρνεις,
άλλον ήθελες για ρόλο: την ψευτιά να αποπαίρνεις.

Πνίγεσαι μες στις αρχές σου -γύρω σου, παντού ρουσφέτια-
δένεις κόμπο τη φωνή σου, δε γεννήθηκες για τέτοια.
Μαίνεται, ψηλά, ο ήλιος... λάβα κάθαρσις ξερνάει˙
τις σκιές αυτής της ζήσης να φωτίσει κυνηγάει.

Δάσκαλε, μη μου πτοείσαι! Συ κρατάς την κιμωλία,
την τραχιά την επιφάνεια, κάν' την όμορφη και λεία.
Ο πηλός είναι για σένα, συν το μάρμαρο˙ επίσης,
πάρε να τα διαμορφώσεις "ΝΕΟΝ ΚΟΣΜΟ" να δομήσεις.

Koυμέττος Κ.
(8-6-2012, Λευκωσία)
Σ' ΕΝΑ ΣΟΚΑΚΙ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Χρόνια περάσανε πολλά, σχεδόν, μετριούνται δέκα,
όσα κι οι μάχες διήρκησαν στ' Ομήρου την Ιλιάδα,
άλλοι μας λένε: "Ψέματα... δεν ήταν για γυναίκα".
Δόρυ θωρώ παλλόμενο στο χέρι σου, Παλλάδα!

Λίγο πριν χάραμα φανεί, βρεθήκαμε τυχαία,
σ' ένα σοκάκι γραφικό, εντός της Λευκωσίας.
Ήσουνα -όπως σ' άφησα- Ελένη μου: "Ωραία!",
ίσως και ομορφότερη από αυτήν της Τροίας.

Έψαξα μες στα τείχη σου, να δω αν με θυμάσαι,
τότε, εσύ μου χάρισες δυο αγκαλιές με γέλιο˙
έσω μου -διερωτήθηκα- αν μ' άλλονε κοιμάσαι.
Μήπως τον λένε Ibrahem, Antonio ή Στέλιο;

Ζήλεψα (ναι, στ' ομολογώ) συγγνώμη -τώρα, λέω-
ό,τι εγώ αγάπησα, κατόπιν, σε θυμίζει.
Άκου, δε σε ξεπέρασα, λες να' ναι αναγκαίο;
Νιώθω πως η καρδούλα μου, στη θέα σου, λυγίζει!

(Ξύπνα, σ' ακούω να μου λες -αχ, Μνήμη μου, με ξέρεις-
κι ένα χαστούκι λησμονιάς, μου δίνεις να ξεχάσω,
είναι επώδυνο, φριχτό, να είσαι γονδολιέρης,
έρωτες άλλων να γυρνάς, ενώ εσύ στον άσσο).

Ρώτησες -έξαφνα- πώς ζω, αν έχω σχέση φτιάξει,
φόρεσα μάσκα ηθοποιού κι απάντησα με στόμφο:
"Βέβαια, μ' έχει σαν παιδί, μη βρέξει και μη στάξει!"
Πίστεψα πως σου κάρφωσα εκδίκησής μου γόμφο.

Πένθος αλήθειας ξέσπασε, καθώς γι' αλλού κινούσες,
πόνος βαρύς κι ασήκωτος στο στήθος/στην Ψυχή μου,
δίχα να ψάξει αφορμή στα χείλη με φιλούσε,
μέχρι να βρω αναπνοή, τελειώνει η ζωή μου!

Γέρνει μια μάνα σε γουδί˙ μοσχοβολούν μπαχάρια.
Βάζει τσιγάρα στη σειρά, παππούς, σε ταμπακιέρα.
Σβήνουνε γύρω -απαλά- των δρόμων τα φανάρια˙
φεύγει η νύχτα κι έρχεται στη θέση της η μέρα!

Κουμέττος Κ.
(12-6-2012, Λευκωσία)
ΣΤΗΝ ΑΛΒΙΟΝΑ ΤΩΝ ΙΕΡΝΩΝ

Στον Παύλο Κοντίδη

Με την ψυχή σου/τρίαινα τα κύματα ξεσχίζεις,
αρνείσαι κάθε κόπωση, φαντάζεις Ποσειδώνας˙
αντρώθηκες με τ' όνειρο -σου ήταν κικεώνας-
μα τώρα, που το δάμασες˙ ριγάς, χαρά δακρύζεις.

Στην Αλβιόνα των Ιερνών -στη Μάγχη ανατέλλεις-
με τ' άστρο τής πορείας σου να δείχνει τον Πυθέα.
Την αίγλη πήρες της φωτιάς από τον Προμηθέα˙
χαρμόσυνο στην Κύπρο σου μαντάτο αποστέλλεις.

Στα ξύλινα τα τείχη της λογιέσαι ναυαρχίδα,
η θάλασσα -σα μάνα σου- το ήθος σου σμιλεύει,
για χάρην σου, αγόρι μου, τη νύχτα ημερεύει,
καθώς γυρνάς στη Λεμεσό μ' ωριόπλουμη Νηρηίδα.

Αρμύρισε ο τόπος μας κι εσύ τον ζαχαρώνεις,
απ' την καρδιά: "Ευχαριστώ!", σου λέμε, Υδροχόε,
στην πρώτη πάντα τη γραμμή, τρανέ ιστιοπλόε,
ψηλά, στον πιο ψηλό ιστό, εκεί, να καμαρώνεις.

Κουμέττος Κ.
(6-8-2012, Λευκωσία)
MΑRY'S GOLD

Καλένδες πρώτων ημερών,
ανθίζουν στ' όνομά σου˙
νεράιδες φροντίζουνε
για το στεφάνωμά σου.

Λουλούδι μου, πανέμορφο,
"χρυσάφι τής Μαρίας",
γιρλάντες σου στολίζουνε
ιερό λαιμό Ινδίας.

Λαμπρά στην κάθε νίκη σου
χαμογελούνε μίσχοι˙
αχ, γιάνε κάθε μου πληγή,
καλοκαιριάς μου νύφη.

Για έλα, καλεντούλα μου,
απ' τη χαρά σου, δως μου,
τυφλός γυρνώ στο δίχα σου,
η ευωδιά σου: φως μου!

Κουμέττος Κ.
(29-8-2012, Λευκωσία)
Σ' ΑΓΑΠΩ!

Mες στα ματάκια σου τα δυο,
του έρωτά μου χειμαδιό,
νιώθω παιδάκι στο σχολειό,
καινούριο βάφω το παλιό.

Κάθε φορά, πριν να σε δω,
στον ουρανό... μ' ένα στυλό,
γράφω σ' εσένανε να πω
-μην ξεχαστώ- το "Σ' αγαπώ!"

Στης αγκαλιάς σου τον κλοιό,
δεν επιδιώκω το φευγιό,
γνέθω φιλιά -ζωής προικιό-
με την καρδιά μου αργαλειό.

Κουμέττος Κ.
(4-11-2012, Λευκωσία)
Κουτσά-στραβά
την είχα συμπαθήσει την ανθρωπότητα,
μέχρι που την γνώρισα... 
στο Auschwitz και στο Dachau..........

κουμΕττος κ.
(22/7/13 -11:44, λευκωσία)
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ
Στον Κ.Π Καβάφη
Στον πηγαιμό σα θα βρεθείς,
προς τη γλυκιά Ιθάκη,
μπροστά σου, θα εμφανιστούν...
φαντάσματα και δράκοι.
Το θάρρος βγάλε, πρόταξε˙
και κάνε το κι ασπίδα,
ο θάνατος δεν έρχεται,
προτού χαθ' η ελπίδα!
Ποτέ σου -άκου- μη δεχθείς:
τα εύκολα τα πλούτη,
σκοπός σου: ήθος να κρατείς,
μες στη ζωή ετούτη!
Ο δρόμος σου θα 'ναι μακρύς
και τελειωμό δε θα 'χει.
- Αυτός σου πρέπει...
- Έλαχε!
- Για ξέχνα το, εν τάχει!
Οι Λαιστρυγόνες θα φανούν,
η Κίρκη κι οι Σειρήνες,
τα πάθη σου θα προσκαλούν
να πιουν από τις κρήνες˙
μα το νερό θα 'ναι θολό,
θα περιέχει κάτι,
που όσοι το γευθήκανε...
κολλήσανε απάτη.
Πατρίδα, Πηνελόπη σου...
θα νοσταλγείς με δάκρυ,
το βλέμμα σου σ' ορίζοντα...
αχ, θ' αγωνιά την άκρη˙
ωσότου φτάσεις, για να δεις:
καρδιάς σου περιγιάλι,
πολέμα -μη μου αφεθείς-
δε βοηθά το κυάλι.
Το μέτωπό σου να κρατάς...
καθάριο, για ν' αντέχεις,
στον αργαλειό -νυχθημερόν-
υπομονή να γνέθεις.
Ακόμη κι αν το "τέρμα" σου,
ποτέ, δεν ανταμώσεις,
σοφότερος, πιο δυνατός...
πιο γνωστικός θα νιώσεις.
Εν κατακλείδι, θα σ' το πω,
για να σ' το διελευκάνω,
πως στην ψυχή σου κρύβουνται,
αυτά που γράφω πάνω˙
μονάχος σου, αντίκρυ σου,
εσέναν πολεμάεις,
για να γενείς καλύτερος...
σωστά, να προχωράεις!
Κουμέττος Κ.
(3-6-2012, Λευκωσία)
ΑΓΚΑΘΙΝΟ ΣΤΕΦΑΝΙ

Χαράματα η σκέψη μου ξυπνά και μ' αγκαλιάζει
σαν μάνα μου, μ' ένα φιλί, μου συγχωρά τα λάθη:
"Ο άνθρωπος -αγόρι μου- στην όψη κι αν αλλάζει,
παιδί θα είναι, πάντοτε, μες στης καρδιάς τα βάθη!".

Γυμνός, εκεί, βαφτίστηκα στον ποταμό Ιορδάνη
-ποτέ μου δεν επόθησα την ύλη να κατέχω-
ο δρόμος που εδιάλεξα: αγκάθινο στεφάνι˙
στιγμή δεν το μετάνιωσα, παράπονο δεν έχω.

Στενά σοκάκια διάβαινα από μικρός, θυμάμαι,
τo ήθος μου προφύλαγα από τους τυμβωρύχους,
μα τώρα που μεγάλωσα, πριν σας ειπώ: "Kοιμάμαι!",
διαβάζω για νανούρισμα τού Παλαμά δυο στίχους:

Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα κι ἂς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι,
-τα μάτια μου δακρύζουνε... κατόπιν, συνεχίζω-
στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ· ψυχή, καὶ μὲ προσμένει˙
και καβαλώντας τ' όνειρο προς το χωριό λαμνίζω.

Στον τόπο μου προσκύνημα, σαν ξένος -πια- πηγαίνω,
με φανοστάτη: θύμησες˙ δικλώ στα περασμένα,
το Χρέος μου λυποθυμά κι ευτύς το συνεφέρνω:
"Κανείς ποτέ δεν πρόκοψε με χώματα κλεμμένα!".

Κουμέττος Κ.
(22-4-2012, Λευκωσία)
ΤΗΑΝΚ ΥΟU GUYS!

Αλλοπρόσαλλα ταξίδια την ψυχή μου στιγματίζουν˙
μ' αν -τριγύρω- όλα ίδια, βαρεμάρα σχηματίζουν.
Κάποια μέρα, δε θυμάμαι, βρέφος ήμουν ή παιδάκι,
είχα μ' όνειρα γιομίσει του μυαλού μου το δισάκι.

Πού να ήξερα ο έρμος, τι θα μου 'κρυβε ο χρόνος,
φίλη μου πως θα γινόταν -κολλητή μου- λέξη: "πόνος".
Δεν το κρύβω, σας το λέω: "Είμαι λίγο αλανιάρης,
επιπόλαιος, μοιραίος, ερωτύλος και χαδιάρης!".

Μια φορά σ' ένα μπορδέλο είχα σφόδρα αγαπήσει,
μιας εταίρας το φιλί της, μ' είχε έρωτα ποτίσει.
Την εζήτησα σε γάμο, ήθελα να την τιμήσω˙
μου κραυγάζει η μαμά μου: "Σκάσε... θα λιποθυμήσω!".

Λίγους μήνες -περαιτέρω- δούλευα σ' ένα μπακάλη,
μπήκε μέσα μια "ψημένη", που διατήραγε τα κάλλη.
Την κοιτάζω με λαγνεία, με κοιτάζει θυμωμένη,
ήταν -μου 'παν- πρεσβυτέρα κι ήτανε αγκαστρωμένη.

Α, ρε πούστη μ' ατυχίες! Όλες έρχονται σ' εμένα;
Δεν αντέχω, θα κλατάρω˙ τα παιχνίδια μου στημένα.
Νύχτα, μέρα μες στην τσίτα. Τρέχω, μα δεν προλαβαίνω˙
έχω μ' όλα απηυδήσει κι ούτε τα καταλαβαίνω.

Όσα πόθησα στο ντούκου δεν περάσανε, καρδιά μου,
έχασα προψές -επίσης- σε μια disco τα κλειδιά μου.
Είχα βγάλει στο μεθύσι πιπινάκι για ν' αρμέξω,
θέλησα να πάμε σπίτι, μ' απομείναμε απ' έξω.

Τώρα -γεια σας- σας αφήνω˙ θα γελάσατε, το ξέρω˙
ίσως, έτσι... "thank you guys!", μειωμένα υποφέρω.
Ναι, το νιώθω πως σ' εμένα βρήκατε δικό σας κάτι,
να θυμάστε: "H ζωή μας θέλει τρέλα και αγάπη!".

Κουμέττος Κ.
(2-6-2012, Λευκωσία)
ΤΟ ΣΠίΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝήΘΗΚΑ!

Μπαίνω στο χθες, στο σπίτι μου, 
ριγώ με την ψυχή μου,
ο πόνος μου, το δάκρυ μου, 
μα κ' η χαρά μαζί μου˙ 

στήνω αυτί στους τοίχους του
―ακούω μάνα, κύρη,
αδέρφι' ακούω, τη γιαγιά
και τον παππού˙ κλινήρη.

Χάραμα! Σπίτι, σήκω δες,
παιχνίδια με τ' αλεύρια,
προζύμια -μες στις σκάφες σου-
παιδεύουνε τα χέρια˙

τρέχει στο πριν η μνήμη μου,
χαμόγελα νταντεύει
κι ο ήλιος, κάθε πρωινό...
τα όνειρα κλαδεύει.

Πρόγευμα, ετοιμάστε το,
κουζίνα μου και τζάκι,
το γάλα μες στο μπρίκι του,
το μέλι στο βαζάκι˙

όλοι μαζί σε μι' αγκαλιά,
σταυρό και προσευχή μας,
τη νύχτα να 'μαστε καλά,
μονάχα, η ευχή μας.

Κάθε γωνιά σου, σπιθαμή...
ορίζει τη ζωή μου,
αχ, να γενόμουνα παιδί
και ν' άλλαζ' η φωνή μου˙

ώρες πολλές τ' απόγιομα
μες στη μικρή αλάνα,
στην εκκλησιά να έτρεχα,
σαν άκουγα καμπάνα.

Βράδυ, νωρίς, να ξάπλωνα,
με παραμύθι-μύθι,
Μορφέας να ερχότανε˙
κουκί, μα και ρεβίθι˙

ύπνος γλυκός, το πάπλωμα
ν' αγκάλιαζε το σώμα,
κουβέρτα μου η Παναγιά
κι ο Κορμακίτης στρώμα.

Μάνα, για δώσ' μου το φιλί,
το μάγουλο να θρέψει
κι εσύ, πατέρα, χάδι σου:
Ολυμπιονίκη στέψη˙

σπίτια πολλά κι αν δέχτηκα
να γένουνε φωλιά μου,
το σπίτι που γεννήθηκα,
για πάντα... στην καρδιά μου!

Koυμέττος Κ.
(16/10/2011, Λευκωσία)
ΑΧ, ΑΓίΑ ΜΑΡίΝΑ...

σκαλοπάτια, που πάνε
στη χαμένη σου νιότη...
στην καρδιά σου... το σπίτι,
μοναχά, Μαρινιώτη!

γκρεμισμένες ελπίδες
και τη μνήμη σου σχίζουν...
νοσταλγίας λεπίδες,
σαν τα μάτια δακρύζουν.

αχ, Αγία Μαρίνα...
φέρ' τη Λεύτερη Ώρα,
για ν' ανθίσουνε κρίνα,
σαν τελέψει η μπόρα!

κουμέττος κ.
(7/10/15 - 15:15, λευκωσία)
άΚΑΦΤΟ ΣΠίΤΙ ΜΟΥ...

Ήχος απόμακρος κάποιας φλογέρας,
ξύλινο δάπεδο... τρίζει σαν γέλιο,
κάθε κουσούρι σου, φάνταζε τέλειο,
στην πολυθρόνα σου ένας πατέρας.

Άκαφτο σπίτι μου.... οι αναμνήσεις..........
ποια παιδικότητα έγινε στάχτη;
Γύρνα, γιαγιούλα μου -πάλι- τ' αδράχτι...
κι έλα, μανούλα μου, να με φιλήσεις.

Πιο ψηλοτάβανη κάθε μου σκέψη,
πόρτες, παράθυρα... τ' όνειρο πλέκουν,
τοίχοι, τριγύρω του, πέτρινοι στέκουν...
όποιος θελήσει μη... μη μου το κλέψει.

κουμΕττος κατσιολοΥδης
(21/1/2017 - 19:04, λευκωσία)

ΤΖΕΡΥΝΕΙΑ, ΠΟΛΗ ΟΜΟΡΦΗ!


Ο όΡΚΟΣ ΤΟΥ ΑΔάΜ

Αγιόκλημα και γιασεμιά φυτρώνουν στα μαλλιά σου,
να φίλαγα τα χείλια σου, μονάχα, η ευχή μου,
για μια στιγμή να ήμουνα ο πόθος στη ματιά σου,
θα σ' είχα κομποσχοίνι μου, θα σ' είχα προσευχή μου.

Στο δέρμα σου θα χάραζα με χάδια τ' όνομά μου,
"Κουμέττος; Tι παράξενο!", θα λέγανε οι άλλοι,
μα 'σύ μ' ένα χαμόγελο θα 'ρχόσουνα, σιμά μου,
με νάζι θα κρυβόσουνα μες στη δικιά μ' αγκάλη.

Στ' ορκίζομαι στην Παναγιά, στο Δία και στο Βούδα,
στον Ήλιο και στο Φαραώ... στον ποταμό, ακόμα,
κι αν ο Χριστός προδόθηκε μια νύχτα απ' τον Ιούδα,
εγώ πιστός θα σ' αγαπώ, ωσότου γίνω χώμα.

Μια στάλα βρέξε, Ουρανέ, στα Κύθηρα να πέσει
(θα είναι ένα δάκρυ μου, που έστειλα κοντά σου).
Αν το ρωτήσεις θα σου πει... μπορεί και να σ' αρέσει:
"Για πάντ' αν θέλεις ταίρι σου να γένω στον οντά σου!"

Τις νύχτες που στα όνειρα, γλυκιά μου, θ' αρμενίζεις,
θα σε κοιτάζω ξάγρυπνος με μια στοργή στο βλέμμα,
το χέρι μου στο μάγουλο, αν νιώσεις... μην ξενίζεις,
να ξέρεις της καρδούλας μου: η όψη σου το στέμμα!

Koυμέττος Κ.
(11/4/2012, Λευκωσία)
ΟΥΡΑΝΙΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Κορμί θαλασσοστίλβωτο με πλουμιστή καρένα,
tango χορεύεις στον αφρό -ζηλεύει η Νεφέλη-
στα χείλια σου του Έρωτα τελέστηκε η γέννα,
στα μάτια σου: ωκεανοί με θυμαρίσιο μέλι.

Τσιρίγο, δε σε γνώρισα˙ μ' αφού την ξέρεις πες της,
στον Κάλαμο αν τηνε δεις ή κείθε στο Διακόφτι,
πως κάποιος την αγάπησε με γέλια και πληγές της,
μπορεί να τον ειπεί τρελλό, μ' αυτόνε δεν τον κόφτει.

Να ήτανε να σ' άκουγα... σαν φιλαράκι, τάχα,
σε χρόνο που στο στόμα σου ανθίζουν μελωδίες˙
λιγάκι στην αγκάλη μου -αυτό ζητώ, μονάχα-
να σ' είχα και θα σου 'γραφα Αγγέλων ψαλμωδίες.

Στα Κύθηρα η φύτρα σου, Oυράνια Αφροδίτη,
κοχύλι το καράβι σου για Πάφο πλώρη βάζει,
χαιρέτα μου από καρδιάς, καθώς περνάς, την Κρήτη
και στείλε της ένα φιλί την ώρα που χαράζει.

Koυμέττος Κ.
(10-4-2012, Λευκωσία)
ΑΣΠΡΟ ΚΟΧΥΛΙ

Άσπρο κοχύλι πιάνει το χέρι,
θάλασσα, φέρ' μου, το καλοκαίρι˙
θέλω, ποθάω να βγω για τσάρκα,
μες στο Αιγαίο να γίνω βάρκα!

Μια ηλιαχτίδα σ' Ιούλη μάτια,
στάζει χρυσάφι -Κνωσσού παλάτια-
Αύγουστε, γεύθου της Τήνου μέλι˙
βλέπει Ιούνης σ' αρμύρα χέλι.

Πέμπουν καράβια τής θέσης στίγμα,
ναύτες μιλάνε -Βαβέλ το μείγμα-
ψέλνει καθείς τους δικιά του γλώσσα,
άλλη Πατρίδα ψυχής τους κλώσσα.

Παίξε παιχνίδι στον ήλιο, μέρα,
γράψε στην άμμο μια καλημέρα.
Νύχτας ο φάρος -ζωής καντήλι-
δάκρυ μη βρέξει καρδιών μαντήλι.

Πέτρ' αγκαλιάζει την Αφροδίτη,
Πάφος γελάει μέχρι την Κρήτη˙
Κύθηρα πνίγουν τον καημό τους,
Ζέφυρε, πλάνεψες τον ουρανό τους.

Δράμα συγγράφει ο Ευριπίδης,
"Εύρηκα", λέει ο Αρχιμήδης.
Μες σε πελάγη στεριές απούσες,
κάπου στο βάθος οι Συρακούσες.

Βγήκαν οι γλάροι τροφής σεργιάνι,
λάμπα ανάβει σε πυροφάνι.
Ψάρια σε δίχτυ αργοπεθαίνουν,
άγκυρες πλοία τα ξαποσταίνουν.

Χτίζ' η Σελήνη με φτυάρι κάστρο˙
Κύμα, μακριά της! Δες, πέφτει άστρο.
Όνειρο να 'χει -μη μετανιώσει-
χρειάζεται λόγος να μεγαλώσει.

Κουμέττος Κ.
(25/7/2012, Λευκωσία)
ΑΦΡΟΓΕΝΝΗΤΗ ΠΑΦΟΣ

Άδραξα -πριν πέσει- έν' αστέρι˙
μάτωσε και πόνεσε το χέρι.
Κύλησε, εντός μου, η ευχή του
κι έσβησα στο χώμα τη ζωή του.

Να 'μουνα, Θεέ μου, αγιογράφος,
μούσα μου να ήτανε η Πάφος˙
να 'χα στην παλέτα τον Ακάμα
κι Αφροδίτης τα λουτρά, συνάμα.

Τάφοι με θωρούν των Βασιλέων,
ζώδιο τελευταίου -ίσως- Λέων˙
γεύθηκε λουκούμια Γεροσκήπου:
εύοσμου γλυκού τής Κύπρου κήπου!

Έλαβες σαράντα παρά μία,
Παύλο, σε μια Στήλη -τιμωρία-
έκλαψαν ψηφίδες του Διονύσου,
μ' άνοιξαν οι Πύλες Παραδείσου.

Κάστρο, οι Κολώνες σου Σαράντα,
πέρασαν πολλοί κι είχαν κουμάντα˙
Ήλιος βούτηξε στο λιμανάκι,
μοιάζει παιχνιδιάρικο παιδάκι.

Έλα, Αγαπήνωρα... "ω, χαίρε!",
κόρης σου τα δώρα της, για φέρε˙
ξέρω, μην φωνάζεις, βρε Κινύρα,
άλλα λέει κι άλλα γράφ' η Μοίρα.

Πέτρα του Ρωμιού, για λάβε θέση,
μ' Αφρογέννητη ποια έχεις σχέση;
Kύρης σου λογίεται ο Ακρίτας,
χρώμα -λεν- δε γνώρισε της ήττας.

Κούκλια, Κάτω Πάφος˙ πάνω Κτήμα,
βρείτε και ματίστε μου το νήμα˙
θέλω να σας δω, να σας γνωρίσω,
έσω σας -γυμνός- να σεργιανίσω!

Κουμέττος Κ.
(24-6-2012, Λευκωσία)
Ο ΗΡΩΑΣ ΜΟΥ!

στον πατέρα μου († - 29/12/1995)

Αλήθεια, πατέρα, το κατάλαβες, ποτέ σου...
πως, εσύ, ήσουνα ο ήρωάς μου;
Το κατάλαβες, ποτέ σου,
πως, εσύ, ήσουνα το πρότυπό μου;

Ποιος Pelé, ποιος Σωκράτης,
ποιος Πλάτωνας, ποιος Gádi,
ποιος Michael Jackson, ποιος Borg,
ποιος Αυξεντίου, ποιος Κολοκοτρώνης,
ποιος Ελύτης, ποιος Κολόμβος,
ποιος Μagellan, ποιος Che Guevara,
ποιος Ιησούς Χριστός, ακόμη…

Πατέρα, εσύ, ήσουνα
-κατάλαβέ το-
εσύ, ήσουνα... ο ήρωάς μου!

Κουμέττος Κατσιολούδης
(19/6/2011, Koρμακίτης)
ΗΡΘΕΣ ΜΗΝΑ ΠΡΩΤΟΓΙΟΥΝΗ...

στην ανηψιά μου Κατερίνα

Χρόνια πίσω μου θα πάω: 
είκοσι κι οκτώ μετράω,
σαν αφίχθηκες κοντά μας, 
χρώμα πήρε η χαρά μας.

Της μανούλας σου τα μάτια;
Έλαμπαν, χωρίς εγκράτεια!
Του μπαμπά σου περηφάνια;
Έφτανε ως τα ουράνια!

Ήρθες μήνα Πρωτογιούνη,
χτύπησες πνοής κουδούνι.
- Βρε, καλώς την θεατρίνα˙
τ' ονομά σου; - Κατερίνα!

Έκανες, διαρκώς, γκριμάτσες˙
άλλαζες δεκάδες φάτσες,
ήσουν τυχερό λαχείο,
πρώτη 'σύ με είπες θείο.

Σε θαυμάζαν' οι Πλειάδες,
οι παππούδες κ' οι γιαγιάδες,
έβλεπες στην όψη όλων:
μελωδίες χίλιων βιόλων.

Λίγο γέλιο σου αρκούσε,
τα χαμόγελα σκορπούσε˙
μιας και σήμερα 'γεννήθης...
να μας ζήσεις κι ευτυχήσεις!

Κουμέττος Κ.
(3/6/2012, Λευκωσία)
ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕΣ

στην αδελφή μου Χρυσούλα

Η τύχη μού εδώρισε μιαν αδελφή: Χρυσούλα,
στον κόσμο ομορφότερη δε γνώρισα καρδούλα!
Στα μάτια της χαμόγελο, διαρκώς, για μένα θρέφει,
στα χείλια της -γλυκόλαλα- ηχεί στοργής το ντέφι.

Αδιάκοπα, με θαλπωρή στο βλέμμα μ' αγκαλιάζει,
σαν τραγουδά στο στόμα της το μέλι ρέει/στάζει.
Ποδήλατο με μάθαινε σε χώμα μιας αλάνας,
το αίμα μες στις φλέβες μας κυλά της ίδιας μάνας.

Οι ώρες μας αμέτρητες˙ και με χαρές και λύπες,
τα πάντα μοιραζόμαστε: αγκάθια και τουλίπες˙
αδέλφια, λέξη "ιερή", που έχουμε σημαία,
μαζί στο δρόμο τής ζωής˙ ψυχή μας σιαμαία.

Τα λόγια πράξεις γίνουνται και το "εγώ" απέχει,
πριχού να έρθει κάλεσμα η έγνοια μας προτρέχει,
φροντίδα μας: η σχέση μας, αθάνατη να μείνει,
αφού σε τούτο το ντουνιά o χρόνος σάρκες φθίνει.

Να ζήσεις, αδελφούλα μου, για τα γενέθλιά σου,
σαν σήμερ' αποκόπηκες απ' τα ομφάλιά σου.
Μιαν άνοιξη γεννήθηκες κι ομόρφυνες την πλάση˙
κανένας την αγάπη μας ποτέ δε θα διχάσει.

Koυμέττος Κ.
(10/5/2012, Λευκωσία)
ΑΝΘόΚΛΑΔΑ ΒΑΣΙΛΙΤΖΙάΣ

στην αδελφή μου Χριστίνα

Αντίτυπο της μάνας μου
-η όψη σου, Χριστίνα-
στο πλάι μου: η αδελφή
κ' η δεύτερη Κατίνα!

Κουτσός Φλεβάρης σ' έφερε
-κι αυτός καλά το ξέρει-
για να 'ναι τ' αποκούμπι του,
το δοτικό σου χέρι.

Ανθόκλαδα βασιλιτζιάς
πλουμίζουν την ψυχή σου,
θυσία, σ' όλους π' αγαπάς˙
ταγμένη στη ζωή σου!

Η άνοιξις -για χάρην σου-
τραγούδι της προλέγει
κι απ' των ματιών σου πράσινο,
για να ντυθεί διαλέγει.

Στην καλοσύνη, άλληνε,
καμιά συγκρίσιμή σου,
καρδιάς σού στέλνω μια ευχή,
για γέννησης γιορτή σου:

"Θεός, Χριστός κ' η Παναγιά,
να σε φυλάγουν -πάντα-
να ευωδιάζεις, γύρω σου,
απλόχερα... λεβάντα!".

Κουμέττος Κ.
(4/2/2013, Λευκωσία)
ΑΠΟΦΡάΔΑ ΜέΡΑ

στον πατέρα μου († - 29/12/1995)

Τα χρόνια κι αν περάσανε,
δε γύρισα σελίδα,
η όψη σου στη μνήμη μου,
ατάραχη πυξίδα.

Τον έμμεσο τον φόνο σου
-την αποφράδα μέρα-
για πάντα μες στη σκέψη μου...
τον κουβαλώ, πατέρα!

Θυμάμαι, τρεις πως ήτανε...
τ' Αι-Γιωρκού τού Σπόρου,
που ήρθαν και σε πήρανε
απόντος δικηγόρου.

Σ' απείλησαν, σε δείρανε...
με άφαντο τον νόμο,
αχ, κύρη μου, σου σπείρανε.........
στο βλέμμα σου τον τρόμο.

Ολόδρωτο, τρεμάμενο...
το βράδυ, σ' είχαν φέρει......
πατέρα μου, στα στήθια μου,
μου έμπηξαν μαχαίρι.

Στην έκφρασή σου άλλαξες...
και άλλος είχες γίνει,
το γέλιο σου εχάθηκε.........
κι απέμεινε σαν φήμη.

Μες στη σιωπή τον πόνο σου ,
τον έκρυβες για μήνες...
τριγύρω σου: εγκάθετοι,
προδότες, φίδια/φίνες!

Ιούδες, σε φιλήσανε............
σου έφραξαν τον δρόμο,
Σταυρό βαρύ σού φόρτωσαν,
να κουβαλάς στον ώμο.

Κι εσύ 'τόνε κουβάλαγες,
πατέρα μου, μονάχος.......
κι ας ήξερες πως μέσα σου,
δεν ήσουν, πλέον, βράχος.

Και λύγισες... και έπεσες....
μια μέρα τού Δεκέμβρη......
μαντάτο, πιο επώδυνο,
δεν ήρθε να με έβρει.

Αιμόφυρτον... σαν σ' έφεραν,
σε μαύρην ήσουν λίσταν...
"Γιασάκ!", δεν επιτρέπεται........
η διέλευσις στον Πίσταν.

Τζιαι στο βορράν σ' εγχείρησαν,
προτού συγκατανέψουν,
στο νότον να σε φέρουμεν.......
να μας το επιτρέψουν.

Τζι' οι φίλοι σου -αμέτρητοι-
προστρέξαν, σου λαλούσαν:
"Περαστικά!". Πού να 'ξεραν....
πως σ' αποσσιαιρετούσαν!

Τζι' αφού τους καλοδέχτηκες....
μες στ' άσπρα σου σεντόνια,
τζι' αφού, ζεστά, σ' αγκάλιασαν...
παιθκιά σου, μα τζι' εγγόνια...

εδίκλησες στη μάνα μου...
τζιαι είπες της: "Κατίνα,
σ' ευκαριστώ, που στάθηκες...
γυναίκα μου στα γήινα"...

αχ, τζι' έκλεισες, παντοτινά.....
τα πράσινά σου μάθκια,
τζιαι έφυες, πατέρα μου....
τζιαι γίναμεν κομμάθκια.........

κουμέττος κ.
(27/4/16 - 16:24, λευκωσία)
ΚΛΑΙΕΙ Ο ΛΕΘΡΑΤΗΣ!

Στον Ιωσήφ Διόλα-Καραΐσκο (†)

Πείτε μου, αν γνωρίζετε, τι είναι ευτυχία;
Κυνήγι ματαιότητας ή να 'χεις την υγεία;
Πότε ο άνθρωπος γελά, χαρά μεγάλη νιώθει;
Mονάχα, όταν της καρδιάς ευφραίνουνται οι πόθοι!

Μέσα στους πόθους -δείτε τον- ο ΕΝΑΣ προεξέχει,
στον τόπο που γεννήθηκες με νοσταλγία τρέχει˙
ξύπνα, Μερίτζιην, τζι' έχασες τον αδερφόν Ιωσήφην,
για χάρην σου ολάτζιερην Αγγλίαν την αρνήθην.

Φύσηξ' αγέρας δυνατός, θαρρώ πως είναι μπάτης,
πονάει, κλαίει το χωριό, μα πιότερ' ο Λεθράτης!
Κάθεσαι μες στον καφενέ, Διόλα-Καραΐσκο˙
στο τάβλι ρίχνεις δυο ζαριές, κερνάς καφέ σε δίσκο.

Πάντα, μ' ένα χαμόγελο στα χείλη χαραγμένο,
πολέμησες -περήφανα- "κακό" σου πεπρωμένο˙
στάθηκες κι ήσουν μαχητής, γενναίος, ρωμαλέος,
του Κορμακίτη δάφνινον σε αναμένει κλέος.

Άνταν να δεις τον τζιύρην μου, τον φίλον σου: τον Πίσταν,
που κάποιοι τον σταυρώσασιν σε μαύρην -πάνω- λίσταν,
πε του, αν θα το θυμηθείς τζι' αν μεν σου κάμνει κόπον,
πως μέραν-νύχταν τον ζητώ, αχ... τζι' ούλλον πεθυμώ τον!

Κουμέττος Κ.
(10/6/2012, Λευκωσία)