Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

ΑΝΑΡΧΙΑ

Για τη ζωή μου θα σας πω -γνωστή σε σας, πιστεύω-
παράλληλοι οι βίοι μας στο γήινο πλανήτη˙
τα όνειρά μου της νυχτός, μην κλαίνε τα νταντεύω,
ο κόσμος είναι γύρω τους σκληρός σαν το γρανίτη.

Αμαρτωλός γεννήθηκα, στο στόμα ένα μήλο,
προγόνων μου κληρονομιά από Αδάμ και Εύα.
Ιησούς ήτο κρεμάμενος στο Γολγοθά σε ξύλο˙
Έλα κοντά Μου, μου 'γνεψε, ψηλά -εδώ- ανέβα!

Mετάνοια διάγεις, Σίμωνα; Ο Ιούδας πού εχάθη;
Aνάστασης το κήρυγμα ημέρες τρεις καρτέρει,
εμένα, όμως, άδικα φορτώνουν άλλων λάθη,
χωρίς αποτυπώματα... δεξί, ζερβό μου χέρι.

Σε βαπτιστήρι έτρεξαν παπάς, γονείς, νονοί μου,
το μίασμα να γδάρουνε απ' το μικρό μου σώμα.
Με τρόμο τούς ικέτευε απ' έσω η ψυχή μου.
Αγνός είναι, τους έλεγε... λευκό χαρτί, ακόμα!

Για όνομα μού χάραξαν από γενιάς σινάφι,
να έχω να διακρίνομαι από τα άλλα ζώα.
Στο τέλος; Νάτοι! Kαρτερούν! Σταυροί, μπροστά τους τάφοι,
η Βηθλεέμ, πριν, δήλωνε στη δίκη της: Aθώα!

Σχολεία με στρατεύσανε να μάθω ιστορία,
Ακρίτας να 'μαι σε γραμμές τού τόπου μου σε χάρτη˙
μια γλώσσα μού επέβαλαν: σιωπής "Δικτατορία".

Του Σύλλα λέτε ήτανε... φαντάζει, πάντως, σκάρτη!

Στην κοινωνία των πολλών, σαν αριθμό με ξέρουν,
ταυτότητα μού δώσανε το φόρο να πληρώνω,
οι άνω τρώνε, πίνουνε, τα ράσα -δίπλα- χαίρουν,
οι σκλάβοι κάτω σχίζουνται... καρδιά μου, μαραζώνω.

Ανηλεής ο πόλεμος˙ εμείς γυμνοί και μόνοι,
για να 'χουμε τ' αχρείαστα μάς πούλησαν ψευτιά τους,
της χαρουπιάς δακρύζουνε και της ελιάς οι κλώνοι,
αυτοί που, τότε, στο χωριό μάς δώριζαν σκιά τους.

Koυμέττος Κατσιολούδης
(21-1-2012, Λευκωσία)
ΕΚΑΝΕΣ ΑΡΧΗ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Τη μορφή σου ζωγραφίζω, ο καμβάς μου το φεγγάρι,
τ' όνομά σου το πλουμίζω με διαμάντια, κεχριμπάρι.
Έλα, δώσ' μου τα φιλιά σου -φέγγουν έρωτα τ' αστέρια-
δες, χτενίζουν τα μαλλιά σου, σαν χτενιές τα δυο μου χέρια.

Κρύβομαι στην αγκαλιά σου, με τυλίγ' η ζεστασιά σου,
σαν ακούω τη λαλιά σου, της ψυχής τη σιγαλιά σου.
Ως το Δία, ως τον Κρόνο... διέλυσες καρδιάς μου πόνο,
διέλυσες το κάθε ψέμα, είσαι της ζωής μου στέμμα.

Είσαι το χαμόγελό μου, κάθε βράδυ τ' όνειρό μου,
Άγιο Φως μου στο σκοτάδι είναι το δικό σου χάδι.
Γιάτρεψες πολλές του χθες μου: λύπες, πίκρες κι ενοχές μου,
όλα όσα είχα ζήσει, μόνο, μ' είχαν απελπίσει.

Με βασιλικού κλωνάρι κάθε ίχνος σου και χνάρι,
με ροδόσταγμα ραντίζω -σ' αγαπάω, το γνωρίζω-
σαν τα μάτια δακρυσμένα μνημονεύουν περασμένα,
δεν θα είναι ξεχασμένα, διότι έφεραν εσένα!

Μ' έβγαλες από το έλος... έκανες αρχή το τέλος,
πίστεψα πως η αγάπη ήταν μια οφθαλμαπάτη,
πως οι άνθρωποι, τι κρίμα, τα μετρούν όλα με χρήμα,
πως η λάμψη μες στα μάτια κίβδηλα είναι καράτια.

Koυμέττος Κατσιολούδης
(22-1-2012, Λευκωσία)
ΤΕΡΤΙΠΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Μήνυμα πλάνης έλαβες, πως ήσουν ζωντανός,
(έφυγε -πριν- το όνειρο, προτού το στραγγαλίσουν),
μπάζα από το σώμα σου, δικά σου -πιθανώς-
ρίχνουν στο χθες, στο αύριο, τα ίχνη σου να σβήσουν.

Σβάρνα τις παίρνεις τις σιωπές, που άκουγες μικρός,
ψάχνεις να έβρεις διαδρομές, χαμένες συγκινήσεις,
άλλος σού είπαν -προφανώς- πως ήταν ο εχθρός˙
μ' άκου για 'κείνον το νεκρό, που κήδεψαν σ' Ειδήσεις.

Κέρνα κρασί... λεν πως μεθά ο Χάροντας, διαμιάς˙
μήπως σου πει τον κωδικό επιστροφής στη ζήση.
Φτιάξε κιθάρα ορφική με ξύλο καρυδιάς,
ίσως στη μελωδία της ο Πλούτωνας λυγίσει.

Φέρε φλογέρα κι Αυλητή˙ αυτόν του Χαμελίν,
έναντι έστω αμοιβής, για να σε λευτερώσει,
άλλαξε τη διήγηση των αδελφών των Γκριμ,
γράψε αντί απαγωγής, εσένανε να σώσει.

Όλα κι αν δεν πάνε καλά -τερτίπια των καιρών-
πρόσεξε δε φταίει κανείς, μονάχα, 'σύ ο ίδιος˙
τότε που θέριζες σοδειές στιγμών σου καρπερών,
νόμιζες δε θα 'ρχότανε δικός σου επικήδειος.

Έσσω σου είναι ο εχθρός! Γιατί κοιτάς αλλού;
Bγάλε το ψεύτικο μακό κι αντίκρισε εσένα,
πάει κι αυτή εχάθηκε στα ζάρια η Ραλλού,
μπάρκαρε, πίσω σ' άφησε με χείλη δυο καμμένα.

Koυμέττος Κ.
(9-3-2012, Λευκωσία)
ΑΣΩΜΑΤΟΣ ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ

Ύψωνα τα χέρια μου, γράπωνα τ' αστέρια,
έγδερνα το είναι μου με τα δυο μου χέρια.
Έφτυνα συγχώρεση! Τι κι αν είχα λάθη;
Άνθρωπος γεννήθηκα, νόμιμα τα πάθη!

Ρούφαγα τον έρωτα μέχρι το μεδούλι,
χόρευα -ξεδιάντροπα- κι άκουγα νταούλι.
Στόχος μου τ' αδύνατα, είχα ταύρου θάρρος,
μ' έφερε ο Μάιος κι έγινα κουρσάρος.

Λήστευα τον πλούσιο -τον χαραμοφάη-
μπάσταρδη η τύχη του, που 'χει για να φάει.
Μοίραζα τα λύτρα μου, να 'χει κάθε στόμα,
φύτευα το δίκαιο, μ' άγονο το χώμα.

Μύρια είπα ψέματα κι ίσως μια αλήθεια,
έδινα σε τζόβενα, μοναχά, βοήθεια.
Έκαιγα τον πόνο μου με ρακί τα βράδια,
πρόσφερα και δέχτηκα των εταίρων χάδια.

Ρήμαξα τα μάτια μου κι όλες τις αισθήσεις,
γλένταγα και μέθαγα μες σε παραισθήσεις.
Μέτρησα τη μάνα μου πόσο με αντέχει,
πάλι στην αγκάλη της να με βάλει τρέχει!

Κουμέττος Κ.
(10-3-2012, Λευκωσία)
ΟΥΑΙ ΥΜΙΝ, ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ ΥΠΟΚΡΙΤΑΙ! 

Τα κροκοδείλια δάκρυα σας πνίγουν, μολύνουν ήθη,
η όψη σας βρωμοκοπά, χωσμένη μες στην πλάνη,
συνήθως, η γλωσσίτσα σας -η φλύαρη- ροδάνι˙
ποτέ σας δε βυζάξατε από αλήθειας στήθη.

Τα πρόσωπά σας: έγκλειστα, φοράνε προσωπεία.
Aλλοίμονο, θα τρέξετε στου αλλουνού τον πόνο!
Σαφώς για εκμετάλλευση, αυτό σας νοιάζει μόνο˙
Θεός σας το συμφέρον σας κι ας καίγεται η Τροία.

Τα καιροσκόπα μάτια σας θωρούν τον εαυτό σας,
το νάρκισσό σας το "εγώ" κομπάζει ξεφτισμένο,
το όνειρό σας κίβδηλο, στο ψέμα πουλημένο.
Aλήθεια, τι γουστάρετε στο σκάρτο ριζικό σας;

Αλύπητα τα χέρια σας ξεσχίζουνε ανθρώπους,
μπροστά τους άλλα λέγετε και πίσω τους γελάτε,
σαν κόλακες/βρυκόλακες το αίμα τους ρουφάτε
κι αλλάζετε το δέρμα σας με μύριους δύο τρόπους.

Σκουλήκια, γυμνοσάλιαγκες, καθίκια Φαρισαίοι,
σαν φίδια, χαμαιλέοντες γυρνάτε μες στην πλάση,
μα σαν θα έρθ' η "Ώρα" σας˙ ψυχή να σας δικάσει,
οι Γραμματείς (!) θα γράψουνε: "ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ!".

Koυμέττος Κ.
(13-3-2012, Λευκωσία)
ANOΠΑΙΑ ΑΤΡΑΠΟΣ

Μια όψη πλέκεις˙ γέρασες στην προκυμαία, 
θωρείς, προσμένεις ελπίδ’ αγάπης να φανεί,
στο Matsu Pitsu ανηφορίζουν Ισπανοί, 
conquistadores με Σταυρό/Χριστό σημαία.

Ρωτάς το γλάρο, μήπως είδε τον καλό σου,
το σώμα στέρφο, λειψή αγκάλη σου˙ ξηρή,
αρμύρα, ξάφνου, σου δείχνει Μοίρα στυγερή,
ο πόνος/δάκρυ, πέφτει προς το μάγουλό σου.

Η προδοσία όλων σου των καρτερώ σου,
με χείλια μοιάζει που τα ποτίσανε χολή,
δοξάρι δίχως να έχει δίπλα του βιολί˙
πώς να πετάξεις; λείπει τ’ άλλο σου φτερό σου.

Στ' αγιάζι, μέσα, φτιάχν' η μνήμη πετιμέζι,
το κύμα σχίζει κλαυθμός/επώδυνος σκοπός˙
το μονοπάτι: η Ανοπαία Ατραπός,
τον Εφιάλτη καταδότη αμφιέζει.

Κουμέττος Κ.
(14-11-2011, Λευκωσία)
ΑΧ, ΜΑΓΚΑ...

Στον Γιώργο Ζαμπέτα

Απ' τις κορφές σου όρμαγες˙ μες στα φτερά σου σπάθες,
σαν αητός αλώνιζες, βρε μάγκα, τους αιθέρες.
Παραγγελιά για πάρτη σου; H λεβεντιά αρμάθες!
Tα πόδια σου/στιλέτα σου χορεύανε για μέρες.

Το καβουράκι ζάβωνες, καπνίζοντας μια τζούρα,
ρεμπέτης στη διασκέδαση με μπέσα μες στο βλέμμα,
μακρύ μουστάκι φρόντιζες, το γύρναγες σαν σβούρα˙
προγόνους κουτσαβάκηδες *, κουβάλαγες στο αίμα.

Αχ, μάγκα... πάει, έκλεισαν ψυχής σου το κουτούκι,
πλημμέλημά σου ήτανε πως θύμιζες Ελλάδα,
σε μια γωνιά ανάπηρος -χωρίς χορδές μπουζούκι-
λαμόγια θα σε ρίξουνε μια νύχτα στον Καιάδα.

Τα σουβλερά παπούτσια σου: με γυρισμένη μύτη,
το παντελόνι ριγωτό, στο χέρι κομπολόι,
μανίκι σου εκρέμμετο -σε είπαν λωποδύτη-
μα τη θωριά σου θαύμασε ουρές γυναικολόι.

Βαρύμαγκας˙ στη μέση σου ετύλιγες ζωνάρι,
* μ' ιδιόρυθμο περπάτημα, κουτσαίνοντας το πόδι.
Ψευτόμαγκες τού σήμερα -για πάρτε το χαμπάρι-
μοιαστοί σ' αυτόν δε γίνεστε˙ σας λείπουν θεμελιώδη.

Κουμέττος Κ.
(18-4-2012, Λευκωσία)
Η ΝΤΑΜΑ... ΧΑΘΗΚΕ!

Τα χέρια σου πώς λαχταρώ, αγάπη μου, στο μνήμα!
Αδιάκοπα, σε σκέφτομαι -δε σε ξεχνάω διόλου-
ποιος πούστης Χάρος σού 'κοψε, αιφνίδια, το νήμα
κι επήγαν όλα, μάτια μου, του κώλου και διαόλου;

Αυγή κι ηλιοβασίλεμμα; Πια, δε με συναρπάζουν!
Tα χείλια μου ξεράνθηκαν, δικά σου δε φιλάνε,
σαν σταλακτίτες, πένθιμα, τα δάκρυά μου στάζουν,
τα πόδια μου στο άγνωστο -για δείτε- περπατάνε.

Η αγκαλιά μου έρημη από στοργή και χάδια,
αδύνατον ν' αποδεχθεί το μπάρκο σου στα πέρα.
Σιγώ, ριγώ, δεν της λαλώ: πως θα 'ναι, πλέον, άδεια˙
νωρίς η ντάμα... χάθηκε, την κλαίει κι η σκακιέρα.

Η μάνα μου το γιόκα της, τον βλέπει να σπαράζει.
Το ταίρι του απόδημο και δε θα επιστρέψει˙
θανάτου το σενάριο, κανένας, δεν αλλάζει,
μονόδρομος ο νόμος του, αφού σε σαϊτέψει.

Στ' ορκίζομαι, καρδούλα μου, και στο υπογραμμίζω,
πως όταν μες στα όνειρα -γλυκά- θα σου μιλάω˙
για ένα θάμα να γενεί, μονάχα, θα ελπίζω:
"Kαθώς θα 'ρθω στο ξύπνιο μου... εσένα να κρατάω!".

Κουμέττος Κ.
(28-4-2012, Λευκωσία)
ΟΡΚΟΣ ΑΓΑΠΗΣ

Άνοιξε της καρδούλας σου
τ' ανήλιαγα παντζούρια,
να μπει το φως τού έρωτα
με τ' ουρανού το χρώμα...

...πόσο πολύ σ' αγάπησα
και σ' αγαπώ ακόμα,
για να το πει δεν το χωρεί
τ' ανθρώπινο το στόμα.

Άνοιξε της καρδούλας σου
την πόρτα της, για μένα...
κι ετοίμασε, αγάπη μου,
για μας το ίδιο στρώμα...

...πόσο πολύ σ' αγάπησα
και σ' αγαπώ ακόμα,
θα σ' αγαπώ -στ' ορκίζομαι-
κι ωσάν θα γίνω χώμα.

Κουμέττος Κ.
(1-5-2012, Λευκωσία)
ΜΙΑ ΡΟΔΑΥΓΗ ΤΟΥ ΜΑΗ

Ανέμισα τον έρωτα -μπροστά σου να τον βλέπεις-
εκπέμπεις φως αμάραντο, σα φως Αγίας Σκέπης.
Προσκύνησα την όψη σου, σου φίλησα τα χέρια˙ 
αγάπη μου σ' εβάφτισα, καρδιάς μου πρωθιέρεια.

Με γιασεμιά σε τύλιξα μια ροδαυγή τού Μάη˙
να μη σε μέλλει τι φοράς! Ό,τι φοράς... σου πάει!
Κι ανθούς επήρα του γιαλού κι αχτίδες απ' τον ήλιο˙
στο μάτια σου ζωγράφισα δικιά μου την υφήλιο.

Στην πλάση -όσα πόθησα- αντάμα σου τα βρήκα˙
που σ' έχω στην αγκάλη μου, της Μοίρας: Θεία Προίκα!
Και μια στιγμούλα πλάι σου, αν ήτανε να ζήσω,
ευγνώμων θα εδήλωνα, πριχού ν' αποδημήσω.

Κουμέττος Κ.
(6-5-2012, Λευκωσία)
ΨΩΜΙ
Προζύμι φέρε ή μαγιά......
ψωμάκι να σου φτιάξω,
όπως το έφτιαχν' η γιαγιά
στην Κύπρο και στη Νάξο.
Αλεύρι ρίξε και νερό
κι αλάτι μες στη ζύμη˙
τόσες φορές το έκανες,
η συνταγή στη μνήμη.
Ψωμί, τροφή μας, ολωνών....
ιερό κι επιούσιο.......
δίχα διακρίσεις μεριμνάς,
για τον φτωχό και πλούσιο.
Σε Δείπνο επροσφέρθηκες,
εγίνης Άγιο Σώμα˙
κάθε ανθρώπου -με στοργή-
σε γεύεται το στόμα.
Σ’ ευχαριστούμ’ από καρδιάς,
για όσα έχεις δώσει˙
σπέρνει σιτάρι γεωργός.....
ζωή για να φυτρώσει.
Κουμέττος Κατσιολούδης
(6-5-2012, Λευκωσία)
ΜΟΝΟΠΛΕΥΡΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Η Ειμαρμένη θα 'ριχνε για κάλυψη αλεύρι,
σαν θα 'τρεχα για να κρυφτώ απ' τη σκιά μου πίσω,
φοβήθηκα το "ΟΧΙ" σου -αν έρθει, μη με έβρει-
το σχέδιο μου ετοίμασα, πριχού σε συναντήσω.

Το φόβο μου σημάδεψες στο κέντρο κι είπα:"Διάνα!".
Στην άρνηση μαρμάρωσα κι επήγαν όλα στράφι˙
μονά στο βάθος χτύπαγε, πενθούσε μια καμπάνα,
ενώ εσύ παζάρευες προς πώληση ξυράφι.

Ελπίδες μου τις άπλωσα, ο ήλιος τις στεγνώνει,
το δάκρυ να εξατμιστεί, για να τις σιδερώσω.
Η νύχτα που σε πόθησα, μιτά μου μαραζώνει,
σκεπτόμενη αν την καρδιά, πια, πρέπει να στειρώσω.

Λουλούδι, που με συναντά, μου λέει, άκου κάτι:
"O έρωτας γεννήθηκε μια νύχτα στην αρμύρα!"
Κι εγώ που δε συμπάθησα, ποτέ μου, το αλάτι,
τη μάνα μου ερώτησα˙ κι ας ήταν χρόνια χήρα.

Ο έρωτας, που ένιωσες, μου γράφει μ' ένα βλέμμα,
μπορεί αυτός να φύτρωσε, μονάχα, στη μεριά σου˙
κι αν είναι έτσι, ευτυχώς, ξεδιάλυνες το θέμα,
για τρέξε, τώρα, κι άναψε κερί στην Παναγιά σου.

Κουμέττος Κ.
(13-5-2012, Λευκωσία)
ΨΥΧΡΟΛΕΥΚΑ ΣΟΚΑΚΙΑ

Έφυγες, νωρίς, να κοιμηθείς. 
Έλυσες, εσχάτως, τα μαλλιά σου,
νύσταξες, χωρίς να κουραστείς, 
όρτσαρες με δίχα τη μιλιά σου.

Έγνεψες να έρθει ο Πυθέας, 
ήρθε και σ’ αγκάλιασε, αμέσως˙ 
έμποροι το θάνατο πουλάνε, 

παίρνοντας εκατομμύρια πέσος.

Σου 'μεινε στα χέρια μια ευχή˙ 

ήθελες σε κάποιον να την δώσεις.
Νόμισες πως έτσι θα μπορείς, 

λίγο πιο ανθρώπινα να νιώσεις.

Πίστεψες πως με οφθαλμαπάτες, 

όμορφη θα έντυνες την πλάση,
ξέχασες μανούλας σου οι πλάτες, 

πόσο μόχθησαν να σε θηλάσει.

Σύναξες τους κόκκους τής ντροπής, 

φύσηξε ο άνεμος μαζί σου,
σκόρπισαν αχτίδες μιας αυγής 

σ' όχθες πληγωμένου Παραδείσου.

Μάδησες τα χνάρια χελιδόνας 

π' άφησε σε ουρανό γαλάζιο,
γίνηκες σε βλέφαρο χελώνας 

λόφος που 'χε ορυκτό χαλάζιο.

Τώρα; Καληνύχτα, θα σου πω˙ 

πήρες το δισάκι σου στον ώμο,
έφτασε η ώρα να πληρώσεις, 

δίκαιο δε βρήκες άλλο νόμο.

Μπήκες στα ψυχρόλευκα σοκάκια˙ 

γαύγιζε "αντίο" ένας σκύλος,
κράζαν δυο ολόμαυρα κοράκια 

κι έγραφε ζωή σου ο Αισχύλος.

Κουμέττος Κατσιολούδης
(17-5-2012, Λευκωσία)
ΤΑΠΕΙΝΕΣ ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ

Άναψες την πίπα τής ειρήνης 
κι έστησες αγάλματα χαράς,
ξέσχισες τετράδια τής οδύνης 
κι άρχισες λουλούδια ν' αριθμάς.

Έφτυνες το μέλλον σου σε χώμα, 
άξιον τέκνον ήσουν του Αδάμ,
έψαχνες τα ίχνη σου σε χάρτες, 

γέλαγε οικτρά το Βιετνάμ.

Γλένταγες, βρυκόλακας γινόσουν, 

μέθαγες με αίμα σαν τρελλός,
είχες βλέμμα/στίγμα καιροσκόπου. 

Ξέχασες; Αλλάζει ο καιρός!

Έσερνες σε πλάνες την ψυχή σου 

-τάχατες οι άντρες πολεμούν-
μ' άθλια τα συμφέροντα. Τι κρίμα! 

Τώρα ξέρεις, ποιον υπηρετούν.

Γάζωνες με σφαίρες τη ζωή σου, 

ήθελες γαλόνια τής τιμής,
έλεγες προς όλους και προς όλες:

 "Yπεράνω όλων η Πατρίς!".

Έμπαινες με θράσος μες στις μάχες, 

πάντοτε στην πρώτη τη γραμμή,
είμαι βέβαιος το αγνοούσες, 

πως η "Η πτώση" θα 'ρθει του Καμύ.

Μπέρδευες τα "όχι" με τα "πρέπει", 

ήρωας λογιόσουνα ολκής˙
έτρεμες στη σκέψη, μήπως πάρεις 

μια κονκάρδα όψιμης φακής.

Πέρναγαν οι μήνες και τα χρόνια, 

δίχα ένα χάδι μητρικό.
Πίστευες πως τις πληγές ανοίγει, 

μόνο, ένα βόλι εχθρικό.

Σ' ένα καροτσάκι αγναντεύεις...

θέαμα, που είναι ειδεχθές,
μες στα χέρια σου το κομπολόι...

προσμετρά εγκλήματα τού χθες.

Ξύπνησες, αργά, μα δεν πειράζει, 

έστω κι αν χαθήκαν' εποχές,
είναι κι ήταν' ένδειξη σοφίας...

κάποιες ταπεινές παραδοχές.

Koυμέττος Κ.
(19-5-2012, Λευκωσία)
Ο ΤΥΦΛΟΣ

Έφυγες, αγάπη μου, ζω χωρίς καρδιά,
μοιάζω -δίχα τ' άνθη της- να 'μαι μυγαδαλιά,
έφυγες, αγάπη μου, έφυγες μακριά,
έγινε ο κόσμος μου: μια ψυχρή νυχτιά.

Πήρες τα δυο μάτια μου, μ' άφησες τυφλό,
τώρα, πια, τον έρωτα δεν μπορώ να δω,
πήρες τα δυο μάτια μου, μ' άφησες τυφλό,
σ' άλλην δε θα πω: "ξέρεις... σ' αγαπώ!"

Έφυγες, αγάπη μου˙ κλαίω, σπαρταρώ,
πάντα, στο κατώφλι μου θα σε καρτερώ,
έφυγες, αγάπη μου, έφυγες μακριά,
μάραναν, τριγύρω μου: κρίνα, γιασεμιά.

Koυμέττος Κ.
(20-5-2012, Λευκωσία)

Ο ΚΑΜΟΣ ΤΗΣ ΞΕΝΙΘΚΙΑΣ

Μαράζιν, νιώθω μοναξιάν
τζι' ούλλον ποθώ Πατρίδαν,
τον ουρανόν, το χώμαν
τζιαι τ' αρμυρόν της σώμαν.

Αδέρφκια, μάναν, πεθυμώ,
τον τζιύρην μου στο μνήμαν
τζιαι τζείντα μάθκια σου, Γιωρκή,
καρκιάς μου πρώτον ποίημαν.

Xωρκόν μου, ατζελόχτιστον, τζι' εσού Τζιύπρος μου, γρουσή μου,
δίχα σας ξενιτεύτηκα τζιαι με τον νόστον κλέφτηκα
τζι' άνταν μιτά του αρμάστηκα να σώσω την τιμήν μου
πά' στα βερκά του πκιάστηκα μαζίν με τη ζωήν μου,
τζι' άνταν μιτά του αρμάστηκα, μακρά σε ξένην χώραν,
πά' στα βερκά του πκιάστηκα, ανάθεμαν την ώραν.

Ξένη μες στην ξενιθκιάν,
την όψην σου πεθυμώ την,
τζιαι πάντα μέσα μου βαθκιά,
Τζιύπρος μου, καρτερώ την...

...την άγιαν ώραν του ριζωμού,
πάλε, στα χώματά σου,
αχ, Τζιύπρος μου, αχ, πέρκιμου,
εν τρώεις τα παιθκιά σου.

Xωρκόν μου, ατζελόχτιστον, τζι' εσού Τζιύπρος μου, γρουσή μου,
δίχα σας ξενιτεύτηκα τζιαι με τον νόστον κλέφτηκα
τζι' άνταν μιτά του αρμάστηκα να σώσω την τιμήν μου
πά' στα βερκά του πκιάστηκα μαζίν με τη ζωήν μου,
τζι' άνταν μιτά του αρμάστηκα, μακρά σε ξένην χώραν,
πά' στα βερκά του πκιάστηκα, ανάθεμαν την ώραν.

Eίντα λαλείς μου, μνήμη μου:
«Δίκλα το δειν στον χάρτην!»,
είντα μού δείχνεις θύμησην,
βαπόριν μες στον Μάρτην;

Είντα μπου λάμνεις, μνήμη μου,
τζι' είντα με πιλατεύκεις,
είντα μπ' ανοίεις μου πληγές,
τζι' ευτύς βουράς τζιαι φεύκεις;

Ερμηνεία: Γεωργία Λάρδου
Απαγγελία: Πόπη Αβραάμ
Σύνθεση: Χρίστος Ρουσιάς
Ενορχήστρωση: Νεόφυτος Νεοφύτου
Στίχοι: Κουμέττος Κατσιολούδης
ΕΛΑ, ΛΕΥΚΟ ΜΟΥ ΓΙΑΣΕΜΙ!

Μες στη ζωή μας οι πληγές, 
σοφίας μέγιστες πηγές˙
μα οι σχισμές τού έρωτα: 

ζαρκάδια είν' αμέρωτα.

Όλα, τριγύρω, σήμερα˙ 

μοιάζουν με πλάνη, χίμαιρα.
Ψάχνω αγάπης διαδρομή, 

σαν το λευκό το γιασεμί.

Έλα, λευκό μου γιασεμί, 

έλα, χωρίς την αφορμή,
φέρε και τα παλάτια σου:

τ' άνθη ψυχής στα μάτια σου.

Έλα, λευκό μου γιασεμί, 

γένε στα χείλια μου ωδή,
γένε καρδιάς μου η πνοή, 

Ήλιος που φέρνει το πρωί.

Μπάζει το ήθος μας νερά, 

τα πάθη είναι λιγδερά,
μύρισε μπόχα το κορμί, 

το ψέμα ρέει με ορμή.

Δίχα φτερά θωρώ πουλιά˙ 

βρήκαν οι έμποροι δουλειά,
κούφια ονείρατα πουλούν, 

όσοι τα παίρνουν δυστυχούν.

Κουμέττος Κ.
(2-6-2012, Λευκωσία)
ΟΥΣΤ, λαμόγια!

Πόθος τής ζωής τους -μόνον- ένας:
"πιο μπροστά τους να 'ναι ο κανένας!".
Θέλουνε, διψούν για εξουσία˙
στόχος τους: ψυχών λεηλασία.

Μα σαν μπάζει τ' άμοιρο βαπόρι,
φεύγουν -ύπουλα- σαν λουφαδόροι.
Έγνοια τους: αυτοί να επιζήσουν,
έστω κι αν χιλιάδες τάφους χτίσουν.

Γιόμισε ο κόσμος: "ΟΥΣΤ, λαμόγια!",
που πουλάνε ψεύδους, πλάνης λόγια˙
τρέχει απ' το στόμα τους το σάλιο,
προσδοκούνε ή κρατούν πηδάλιο.

Είναι χέστες, μπάσταρδοι, αλήτες,
κόλακες, ψυχροί μαυραγορίτες.
Έχουν χρώμα: όποιο τους συμφέρει˙
φτάνει χρήμα, δόξα να τους φέρει.

Μπρος στο βλέμμα τους: "αγνός μανδύας",
τέρας -πίσω- μ' όψη κτηνωδίας.
Λένε εύμορφες, στιλάτες λέξεις,
αιμοβόρες κρύβουνε ορέξεις.

Κουμέττος Κ.
(1-2-2011, Λευκωσία)
ΚΑΛΗΜΕΡΑ!

Πίσω, γυρνώ στο παρελθόν, 
φιλώ το χθες μ' αγάπη,
δακρύζω, τ' αποχαιρετώ 

κι αλλάζω μονοπάτι.

Θάβω τον πόνο μου στο πριν, 

τις λύπες μου κυκλώνω˙
κόπιασε, ήλιε μου, και μπες˙ 

χαλί χαράς σού στρώνω.

Μες στην ψυχή μου χάραξε˙ 

Καλώς τη νέα μέρα!
Όσα στο μέλλον με καλούν, 

τους λέω: "ΚΑΛΗΜΕΡΑ!".

Κάθε αυγούλα κουβαλεί...

λευκή -σιμά της- γνώμη˙
ούτε στιγμή δεν απαιτεί...

ταπείνωσης συγγνώμη!

Άσκοπο, μα κι ανώφελο 

να κρίνουμε τα γύρω˙
έτσι, θα γίνουμ' άγονο, 

ξερό χωράφι, στείρο.

Έγνοια μας μ' αυτοκριτική: 

να εξευγενιστούμε!
Mόνον π' αυτό θενά γενεί, 

αν στο "εγώ" δε ζούμε.

Koυμέττος Κ.
(9-6-2012, Λευκωσία)
ΑΝΑΝΔΡΟΣ ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ

Στην Γιούλια Ομπόροκ

To νήμα τ' ομφάλιο σού το 'χουνε κόψει,
να ήταν ν' αντίκριζα φονιά σου την όψη˙
την ώρα την άτιμη -εταίρα, πουτάνα-
που σκέπασε θάνατος: το έμβρυο και μάνα!

Κορίτσι της μ' άλλονε ταυτότητας κύρη,
ξανθά τα μαλλάκια του, στα μάτια του γύρη˙
ο άνδρας ο άνανδρος, χτικιό, ανθρωπάκος,
βρυκόλακας έγινε˙ στα μάτια της δράκος.

Σπαράζω, συνθλίβομαι, το χθες μου ξεσχίζω,
ευθύνη σε όλους μας την καταλογίζω˙
η Γιούλια στα σπλάχνα της ψυχή κουβαλούσε.
Μικρό μου, ο κύρης σου... σε πυροβολούσε;

Κουμέττος Κατσιολούδης
(13-12-2011, Λευκωσία)
ΡΟΔΟ ΜΑΤΩΜΕΝΟ

Κύλησε το δάκρυ μου, φίλησε το χώμα,
έφυγες˙ σ' αναζητώ με ψυχή και σώμα.
Πού να πάω να την βρω, μήπως ξέρεις, Πλάση;
Θλίψη, μόνον, προσμετρώ σε οδύνης στάση.

Πλάνεψα τον Έρωτα, δίχα τη μορφή σου,
τώρα, ψάχνω χάδι σου, πόθος μου: "Αφή σου!"
Λήστεψα το σπίτι μου, τι να πω, δεν ξέρω˙
άκου, ένα βέβαιο: "Λιώνω κι υποφέρω!"

Άπιστα τα μάτια μου, σ' ό,τι με πλησιάζει˙
δεν ταιριάζει σ' άλληνε να μου δείχνει νάζι.
Έκαψα την τύχη μου, με τα δυο μου χέρια,
μέλι σε ραντίζανε σ' ηδονής νυχτέρια.

Πίνακας η όψη σου, έργο τ' Antonello,
ζήλευα που άγγιζε "δέρμα" σου πινέλο.
Είσαι ό,τι πεθυμώ -πιότερο- στη ζήση,
κόπιασε, αγάπη μου, η καρδιά ν' ανθίσει!

Μοιάζει να 'ν' το σήμερα, ρόδο ματωμένο,
όνειρο που χάθηκε, δέντρο ξηραμμένο.
Έλα, στην αγκάλη μου, όπως πρώτα -πάλι-
νήμα να ματίσουμε σ' ένα περιγιάλι!

Κουμέττος Κ.
(14-6-2012, Λευκωσία)
ΠΑΙΔΑΚΙ ΝΑ ΓΕΝΟΜΟΥΝ

Πόσο, Θεέ μου, θα ’θελα
παιδάκι να γενόμουν,
μ' ένα φιλί της μάνας μου
το βράδυ να κοιμόμουν.

Κόκορας να με ξύπναγε,
λαλώντας: "Kικιρίκου!"
Τότες, στον Κορμακίτη μου,
αχ, να ’μουν!", η ευχή μου.

Έλα, πατέρα μου, κοντά
και βάστα μου το χέρι˙
πόσο πολύ σ' αγάπησα
η Παναγιά το ξέρει!

Χτύπα, καμπάνα, για σχολειό,
για γράμματα, παιχνίδι.
Δάσκαλε, δώσε μου το φως
στης τάξης το σανίδι.

Πόσο, Θεέ μου, θα ’θελα
στο χθες μου να στρεφόμουν˙
"Πάτερ Ημών…" προσεύχομαι
παιδάκι να γενόμουν.

Κουμέττος Κ.
(17-6-2012, Λευκωσία)
SS

Σάλπαρε το "φταις", σβήσαν ενοχές,
άστο μην το κλαις, λένε -πάντες- "Yes".
Μην ακούεις, δες: Στείρες Περιοχές,
δίχα -τότες- stress, ήταν καρπερές.

Άλλες Εποχές βρες κι έσω τους μπες,
ρώτα για ψυχές, π' άφησαν ζωές.
Άγγιξε πληγές, ψάξε για αρχές,
χάθηκαν στο χθες: Έντιμες Τροχιές!

Πια, υπεκφυγές ζώνουνε πνοές,
κόπηκαν χορδές, πνίγηκαν ευχές.
Μπήκαν σε στρατιές, οι δειλοί σ' ορδές,
σπέρνουνε ψευτιές, κλάνουνε πορδές.

Όλοι, σε σκηνές: "Πρωταγωνιστές",
θέσεις αδειανές, λείπουν θεατές˙
ντύθηκαν SS κι οι κουμμουνιστές,
να κι οι πειρατές φτάσανε σ' ακτές.

Μόνες, στις σιωπές, πλέον, οι καρδιές,
έκλαιγαν -προχθές- σ' άδειες αγκαλιές.
Στέρεψαν πηγές, κρίνων ευωδιές,
πέθαναν στιγμές: Ανατρεπτικές!

Κουμέττος Κ.
(18-6-2012, Λευκωσία)
ΑΧ, ΠΗΝΕΛΟΠΗ, ΚΙ ΑΝ ΑΡΓΕΙ...

Τα μάτια σου πώς αγωνιούν, 
να δουν τον άντρα που ποθούν,
γυρνούν, θωρούν, δακρύζοντας, 
μα άδειος ο ορίζοντας.

Τα χέρια σου στον αργαλειό, 
υφαίνουν ρήμα: "καρτερώ",
η πίστη σου στεντόρια, 

παρά τα χρόνια χώρια.

Αχ, Πηνελόπη, κι αν αργεί...

ο Οδυσσέας σου θα 'ρθει,
θα μπει μες στην αγκάλη σου,

θα γίνει προσκεφάλι σου˙ 

φως στην Ιθάκη θ' απλωθεί 

-να 'χει βασίλεμα κι αυγή-
αφού -πια- στο βασίλειο

θα 'χει Σελήνη κι Ήλιο!

Μνηστήρες πώς σε λαχταρούν, 

σε τριγυρνούν, πολιορκούν,
μ' αειθαλές το κάστρο σου 

κι ελπίδα είν' το πιάστρο σου.

Καρδιά σου: η ασπίδα σου, 

σε σάρκας καταιγίδα σου,
παλεύεις με τη λησμονιά...

σε κρύο, ζέστη, παγωνιά.

Κουμέττος Κ.
(21-6-2012, Λευκωσία)
ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ

Στέκ' η Μοίρα, δίπλα Πεπρωμένο, 
γνέθουν την πορεία μας στη Γη,
ένα βέλος φεύγει τροχισμένο
κι άλλο νύφη σέρνει με στοργή.

Ψάχνει να 'βρει τρόπο ο ληστής,
κάποιοι -ήδη- μπήκαν σαν ακρίδες,
σπίτια που ξαφρίζουν, αν τα δεις:

τόποι που δεχθήκανε οβίδες.

Δείχνουνε οι δείχτες στο ρολόι:

δέκα τα λεπτά, πριν γίνει μια,
λείπουν χάντρες, κλαίει κομπολόι˙

Νύχτα, για συνάθροισε ζημιά.

Σκότος καταγράφει ο καιρός,

κύρτωσα τη σκέψη μου -θλιμμένα-
ξέρω, ίσως, να 'μαι κι ανιαρός,

σαν τα λόγια βγαίνουν μπερδεμένα.

Μου 'λειψες, χωρίς -ποτέ- να σ' έχω,

φίλα με για πρώτη σου φορά˙
άκου με: "Σε θέλω, δεν αντέχω!",

δίχα σου πεθαίνω στη φθορά.

Σύννεφα γιομάτη η ψυχή,

ρίχνει κεραυνούς με το τσουβάλι,
ήτανε βαθιά, τώρα ρηχή,

έσπασε των φρένων της πεντάλι.

Ξύπνησε η μνήμη, δεν κοιμάμαι˙

γύρω μου γαρύφαλλα -σωρός-
όσα δεν αγάπησα, θυμάμαι˙ 

ίδιος εαυτού μου τιμωρός!

Ξόδεψα ζωής μου τις στιγμές, 

σ' άδεια μεροκάματα του πάθους˙
άνοιξαν, δεν κλείνουνε ρωγμές: 

στίγματα/ξεσχίσματα τού λάθους.

Μέτρησα πληγές μου, συν το δάκρυ, 

έριξα τρεις σφαίρες στο ψαχνό˙
θέλησε της πίκρας μου η άκρη, 

τ' όνειρο ν' αφήσει ορφανό.

Γύρισε της Τύχης ο τροχός, 

μ' άτσαλα με βλέπει ο καθρέφτης˙
δώστε κατιτίς, εδώ, φτωχός, 

μη μου πείτε, αύριο: "Είσαι κλέφτης!".

Κουμέττος Κ.
(23-6-2012, Λευκωσία)
ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ;

Αχ, πώς σε λαχταράω˙ μου ήσουν ουρανός,
ο Ήλιος, το Φεγγάρι, μα κι ο Αυγερινός.
Μαζί σου τραγουδούσα τις ομορφιές της γης,
τα μάτια σου ο λόγος πνοής μου και ζωής.

Αγάπη μου, πού είσαι; Για έλα μια στιγμή,
για κλείσε της φυγής σου την αλγεινή ρωγμή,
για δώσε μου σαν χάδι το γνώριμο φιλί˙
χρωμάτισε τη δύση, ξανά ανατολή.

Σε κάθε αγκαλιά μας ανθίζαν γιασεμιά,
τα χείλια σου ποθάω, με πνίγ' η πεθυμιά.
Χειμώνα, καλοκαίρι και σ' άλλες εποχές,
σου κράταγα το χέρι σε λύπες και χαρές.

Κουμέττος Κ.
(26-6-2012, Λευκωσία)
TI XTYΠΑΣ, ΚΑΜΠΑΝΑ;

Στη Βέρα Χατζηκωσταντή (†)

Τι χτυπάς, καμπάνα; Δώσαμε! Ξανά;
Kύρη, τώρα μάνα; Δες μας˙ ορφανά!
Τι χτυπάς, καμπάνα; Aχ, τι συμφορά!
Μη μας παίρνεις μάνα, τούτη τη φορά.

Τι χτυπάς, καμπάνα; Σκέψου με κι εμέ,
μου θυμίζεις: μάνα˙ κόπιασε, λυγμέ!
Τι χτυπάς, καμπάνα; Τι σφυροκοπάς;
Άσε τους τη μάνα, πόνο μη σκορπάς.

Τι χτυπάς, καμπάνα; Είσαι θηλυκό˙
ο χαμός της μάνας, δίχα ιατρικό.
Τι χτυπάς, καμπάνα; Ω, τι καημός!
Έφυγε μια μάνα˙ μέγας ο κλαυθμός.

Τι χτυπάς, καμπάνα, πένθιμο ρυθμό;
Φέρ' μου -πίσω- μάνα... μάνα πεθυμώ!
Τι χτυπάς, καμπάνα; Μάνα, σ' αγαπώ!
Μάνα, πια, δεν έχω... μάνα ποιαν να πω;

Κουμέττος Κ.
(26-6-2012, Λευκωσία)
ΜΙ' ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ ΟΛΑΝΘΙΣΤΗ

Αγιόκλημα το βλέμμα σου, τον πόθο μου τυλίγει,
το σάλιο μου εκκρίνεται στο δέρμα σου να φτάσει,
σαν κόμπρα που αδύνατον φλογέρα να δαμάσει˙
Φακίρη, τρέξε μακριά, προς στ' "όπου φύγει-φύγει!".

Στ' ανήλιαγα τα σκέλια σου το μέλι αναβλύζει,
οι μέλισσες -αδιάκοπα- τρυγούνε τη σιγή μου˙
σαν βάλσαμο η όψη σου ιαίνει την πληγή μου,
ο χνώτος σου ροδόσταγμα δαμασκηνής μυρίζει.

Μι' αμυγδαλιά ολάνθιστη ο έρωτάς μας, φως μου
-ο ήλιος μες στον ουρανό ταξίδι ετοιμάζει-
τα μάτια σου: καθρέφτης μου κι η θάλασσα παφλάζει,
για κόντεψε τα χείλια σου˙ γλυκό φιλί τους, δως μου!

Αδένας μόσχο ελαφιού δωρίζει στ' Άγιο Μύρο,
τ' απύθμενο το χάδι σου μ' αγγίζει και ριγάω,
για άκου με, μην το ξεχνάς: "Αιώνια σ' αγαπάω!",
αρώματα στο διάβα σου σκορπίζουνται, τριγύρω.

Ψυχή μου, όλα, σταματούν κι η Γη μας δε γυρνάει,
καθώς σ' αποχωρίζουμαι, ρωτώ ζωής το λόγο,
με την καρδιά στον ώμο μου - απελπισίας μπόγο-
και μόνο σα σε ξαναδώ ο χρόνος αρχινάει.

Κουμέττος Κ.
(25-8-2012, Λευκωσία)
ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΑΓΑΠΗΘΗΚΑΝ...

Μπορεί να μην ξυπνάμε -πια- μαζί, στο ίδιο στρώμα,
μα πάντα θα σε νοιάζομαι˙ για όσο ζω, ακόμα.
Τα όσα μοιραστήκαμε δεν περιείχαν ψέμα,
αγάπη μου, σε φώναζα: με στόμα και με βλέμμα!

Αχ, ταίρι μου -αξέχαστο- αυτός που είμαι τώρα,
μερίδιο του διαμόρφωσες με τα φιλιά σου/δώρα.
Με σεβασμό θα σε θωρώ˙ μιας κι ήσουνα πνοή μου,
η γέννηση, ο θάνατος, χαρά μου κι οιμωγή μου.

Σαν χθες, σφιχτά τα χέρια μας, θυμάμαι, να κρατάμε
και των καρδιών μας τις γραμμές με χάδια να ρωτάμε:
"Aν είμαστε οι τυχεροί... σ' αυτήν, εδώ, τη ζήση,
π' αντάμα θ' αντικρίσουμε τον ήλιο μας στη δύση!".

Οι δικαστές μάς κοίταξαν -κι η Μοίρα- μ' ειρωνεία,
σαν να 'μασταν κι οι δυο τρελλοί˙ ζωής παραφωνία.
Ακούσια μάς μετάγγισαν του σχίσματος το στίγμα,
που είχε για κατάληξη: του έρωτα το ρήγμα!

Κι αν ύβρις θεωρήθηκε κι αν ήρθε τιμωρία:
"Oι δρόμοι να χωρίσουνε μες στην αδιαφορία",
για ένα δε μερίμνησαν κι αμέλησαν να δούνε:
"Πως όσοι αγαπήθηκαν, τον άλλον δεν ξεχνούνε!".

Κουμέττος Κ.
(7-10-2012, Λευκωσία)
ΜΕ Τ' ΑΓέΡΙ ΤΟΥ ΑΙόΛΟΥ

Μες στο φως, μες στο σκοτάδι,
ψάχνω το δικό σου χάδι,
αγαπούλα μου, γλυκιά μου,
αχ, και να 'σουν στον οντά μου!

Με τ' αγέρι του Αιόλου,
έλα, μην αργείς, καθόλου,
η πνοή μου, πια, δική σου
κ' η ψυχή μου... όμηρή σου.

Σ' αναμένουν τα φιλιά μου,
μιας και πήρες την καρδιά μου
και την έκανες δικιά σου˙
πώς ποθώ την αγκαλιά σου!

Κουμέττος Κ.
(24-7-13, Λευκωσία)
ΜΑΝΟύΛΑ ΜΟΥ, Σ' ΑΠΟΘΥΜώ!

Στη μανούλα μου (†)

Προτού μιλήσω... γνώριζες
τα λόγια τής ψυχής μου,
ασπίδα ήσουν, δόρυ μου,
στο δρόμο της ζωής μου.

Αντάλλαγμα δε ζήταγες,
θυσία... η καρδιά σου,
τον πόνο μου τον γιάτρευες,
με τ' Άγιο άγγιγμά σου.

Μες σε βροχές, μπουμπουνητά,
εσύ μ' ανέβαζες ψηλά,
πιο πάνω απ' τα σύννεφα,
να μη βραχώ... να μη βραχώ,
μανούλα μου, σ' αποθυμώ,
μανούλα μου, σε αγαπώ!

Η όψη σου, για μένανε,
στοργή, διαρκώς... γεννούσε
και μες σε κάθε σου φιλί,
βασιλικός ανθούσε.

Θυμάμαι την αγκάλη σου
μοσχοβολούσε δυόσμο.
Τα μάτια σου... πυξίδα μου,
να μη χαθώ στον κόσμο.

Κουμέττος Κ.
19/10/13 - 8:51 π.μ
ΧΡΙΣΤΟύΓΕΝΝΑ-ΧΡΙΣΤΟύΓΕΝΝΑ

Άλλα δέντρα σε σαλόνια...
με στολίδια, λαμπιόνια
κι έν' αστέρι στην κορφή τους,
να φωτίζει τη μορφή τους.

Κι άλλα δέντρα μες σε δρόμους,
σ' άθλιους κι έρμους πεζοδρόμους...
κλαίν' για τα γυμνά κλαριά τους,
τη χαμένη φυλλωσιά τους.

Χριστούγεννα-Χριστούγεννα
κ' οι καρδιές μοναξιές αγκαλιάζουν,
νιφάδες Αγάπης σκορπούν
κι ό,τι έχουν με χαρά μοιράζουν.

Έλα, Άγιε μας Βασίλη,
λένε των παιδιών τα χείλη,
φέρε δώρα στον καθένα,
μην ξεχάσεις και σ' εμένα.

Δώσε σ' όλους την ελπίδα,
έστω, μια πυγολαμπίδα,
να 'χει φως κάθε μπαλκόνι,
ο Ιησούς... μη μαραζώνει.

Κουμέττος Κατσιολούδης
(24/11/13, Λευκωσία)
ΚΑΡΑΒΟΚύΡΗ ΜΟΥ, ΣΟΦέ...

στον Γλαύκο Κληρίδη

"Μητρός τε και πατρός τε 
και των άλλων προγόνων απάντων
τιμιώτερον εστίν η πατρίς" (Πλάτων: Κρίτων, 51β.)

Μες σε αγέρηδες, βροντές, μες σε βρόχες και χιόνια,
η ρωμαλέα σου Ψυχή, μαχόταν με δαιμόνια...
το θάρρος απαράμιλλο, η τόλμη της περίσσεια,
στο ήθος της ατάραχη... χωρίς αλισβερίσια.

Κι αν προς γαλάζιες θάλασσες άνοιξες τα πανιά σου,
στο χώμα, που αγάπησες... άφησες την καρδιά σου.
Καραβοκύρη μου, σοφέ, διορατικέ Κληρίδη,
η Κύπρος σου, αχ, σ' έχρισε... τέκνο της άξιο, ήδη!

Μες σε φουρτούνες άγριες, μες σε ομίχλες σ' είδα,
το σκάφος σου, η έγνοια σου, που το 'λεγαν Πατρίδα...
να μην μπατάρει... μην πνιγεί, από το πλήρωμά σου,
ουδένας ναύτης, μη χαθεί... μας είχες, σαν παιδιά σου.

Κουμέττος Κ.
(19/11/2013, Λευκωσία)
ΚΙ ΑΝΤίΚΡΥ ΜΟΥ ΤΑ ΜάΤΙΑ ΣΟΥ....

λουλούδια μαραμένα,
αχ, να 'ξερες πώς θα 'θελα...
στα θέλω μου και στ' άθελα,
να ήταν ανθισμένα!

Κι αντίκρυ μου τα μάτια σου,
πλανήτες, δίχα ζήση...
για μια στιγμή τα κοίταξα.........
και την ψυχή μου ρήμαξα,
για πάντα, έχω δύσει.

Κι αντίκρυ μου τα μάτια σου,
καθρέφτες ραγισμένοι,
να βλέπω τα χαμένα μας.........
αχ, και τ' απωθημένα μας...
κ' οι δυο μας ηττημένοι.

Κουμέττος Κ.
(13/9/2016 - 16:25, Λευκωσία)
ΓΙΑΓΙΑ

Τα λόγια σου ανάβλυζαν ζεστούλι κι άγιο χρώμα,
μια φλόγα είχανε ψυχής, φυτά, λουλούδια, χώμα.
Στο πρόσωπό σου άνθιζαν βασιλιτζιάς κλωνάρια,
τα χέρια σου μυρίζανε γλυκάνισο, θυμάρια.

Στα χείλια σου χαμόγελο ζωγράφιζες για μένα,
παράξενη μού φάνταζες με τα μαλλιά λυμένα.
Βάλ' το τσεμπέρι σου, γιαγιά, να γένεις σα σε ξέρω,
εμπιστοσύνη προς εσέ, προς το παρόν την αίρω.

Θυμάμαι, τότε, μια βραδιά, που ήμουνα παιδάκι,
βροντές, απ' έξω... αστραπές κι εμείς μπροστά στο τζάκι.
Καθόμουνα στα πόδια σου -στο βλέφαρο ναζάκι-
με τάιζες στου κουταλιού την κοίλη αυγουλάκι.

Ιλιάδα, μα κι Οδύσσεια,Τα τρία γουρουνάκια,
να κι ο Θησέας, Ιάσoνας, ο λύκος, κατσικάκια!
Όλα, σαν θέατρο σκιών περνούσανε στον τοίχο,
σαν νέκταρ, απ' το στόμα σου, τον έπινα τον ήχο.

Εις μνήμην -δώρον σου- σταυρόν, φοράω στο λαιμό μου
και γράφει "Σε ευχαριστώ... γιαγιά!" στο μέτωπό μου.
Το λάδι στο καντήλι σου κι αν έλειψε προσβλέπω,
να έρχεσαι στα όνειρα... τις νύχτες να σε βλέπω.

Κουμέττος Κ.
(5/8/2011, Λευκωσία)
ΦΛΟΓΕΡέ ΕΠΑΝάΣΤΑΤΗ

στον Φιντέλ Κάστρο († - 26/11/2016)

Το απόρθητό σου κάστρο,
άσβηστο, Φιντέλ μου, άστρο...
και το πούρο σου στο στόμα...
για πολύ θ' ανάβει, ακόμα!

Φλογερέ επαναστάτη,
πάνω στ' άτρωτό σου άτι,
του ονείρου αναβάτη,
φίλε και συμπαραστάτη...
του φτωχού και του εργάτη.

Μια τσιγγάνα και ζητιάνα...
και στο χώμα, αχ, μια μάνα,
στο Μπιράν και στην Αβάνα,
σε πενθούν σε μια αλάνα.

κουμέττος κ.
(26/11/2016 - 13:16, λευκωσία)
ΠέΤΑ, ΨΗΛά, ΧΑΡΤΑΕΤέ...

Πέτα, ψηλά, χαρταετέ...
στ' αγέρα τα πελάγη,
στη Βηθλεέμ δεν έφτασαν,
ποτέ, οι τρεις οι μάγοι.

Πέτα, ψηλά, χαρταετέ...
και κούνα την ουρά σου,
απ' των ανθρώπων την ψευτιά,
μακριά της, ξεκουράσου.

Πέτα, ψηλά, χαρταετέ...
ο κόσμος να μικράνει,
αχ, η Χιονάτη να φανεί...
και οι επτά της νάνοι.

Πέτα, ψηλά, χαρταετέ...
στου έρωτα τη δίνη
και στης καρδιάς ξεδίψασε...
την πιο καθάρια κρήνη.

Πέτα, ψηλά, χαρταετέ...
τον ουρανό ν' αγγίξεις,
με το γαλάζιο χρώμα του...
παντοτινά, να σμίξεις.

Πέτα, ψηλά, χαρταετέ...
στ' απάτητα τού χώρου
και με φωνή τραγούδησε
υψίφωνου τενόρου.

Πέτα, ψηλά, χαρταετέ...
αμόλησε καλούμπα
και χόρεψε ζεϊμπεκιά,
φλαμέγκο, βαλς και ρούμπα.

Πέτα, ψηλά, χαρταετέ...
και κόψε το σχοινί σου...
για μια στιγμούλα λέφτερη,
να νιώσει η ψυχή σου!

Πέτα, ψηλά, χαρταετέ...
κι αν σπάσουν τα φτερά σου,
με του Ζαλόγγου το χορό...
στ' απέραντα σωριάσου.

Πέτα, ψηλά, χαρταετέ...
και μάθε να πεθαίνεις,
ό,τι αξίζει στη ζωή,
αλλιώς δεν τ' ανασταίνεις.

κουμΕττος κ.
(27/2/2017 - 09:30, λευκωσία)
Δε μας λείπουν οι άνθρωποι.
Μας λείπουν οι λέξεις,
μας λείπουν τα συναισθήματα.
Πάν' εφτά χρόνια να πω....... μάνα.
κουμΕττος κ.
(10/10/16 - 15:42, λευκωσία)
ΚύΠΡΟΣ, Σ' ΑΓΑΠώ!

στους ξενιτεμένους μας

Στέρεψε το δάκρυ, γύρω ξενιτιά,
κάθε θύμησή σου... μια λαβωματιά.
Πίσω, η καρδιά μου -συνεχώς- θωρεί,
πάρε με, μου λέει... με παρακαλεί.

Ρίγη με τυλίγουν κ' οι αλαργεμοί,
απ' τη γειτονιά μου να 'χα γιασεμί˙
γέρνω το κορμί μου μες στη σιγαλιά...
και της Αφροδίτης ψάχνω αγκαλιά.

Χάλκινο νησί μου, γυρισμού φτερά...
η ψυχή μου πλέκει κι όλο καρτερά...
πότε θα διασχίσει πίκρες κι ουρανούς,
να γλυκανταμώσει φίλους παιδικούς.

Έγιναν τραγούδι: πόνος, καημός˙
μια πληγή, που καίει... είν' ο μισεμός,
ώσπου να 'ρθ' η ώρα -πώς την λαχταρώ-
χώμα να φιλήσω, χώμα ιερό!

Mάνα μου, πού είσαι; Φάνου να χαρείς˙
φέρ' μου της Πατρίδας: νέκταρ τής αυγής.
Σε μπαλκόνι στέκω και σ' αναπολώ,
θάλασσα ο νόστος˙ Κύπρος, σ' αγαπώ!

Κουμέττος Κ.
(4-8-2012, Λευκωσία)
KύΠΡΟΣ ΜΟΥ... ΑΧ, ΚύΠΡΟΣ ΜΟΥ...

Ποιας ανέντιμης κομπίνας...
έπεσες, νησί μου, θύμα; 
Και μια λάμα γκιλοτίνας...
σ' έκοψε στα δυο... τι κρίμα!

Ποιας αυγής μετανιωμένης
κόρη έλαχε να γένεις...
δίχα μουσική τραγούδι,
δίχα ευωδιά λουλούδι;

Κύπρος μου... αχ, Κύπρος μου...
ψυχή μου και ζωή μου,
Κύπρος μου... αχ, Κύπρος μου...
φωνή, σιωπή, πνοή μου...


Κύπρος μου... αχ, Κύπρος μου...
πανέ-πανέμορφή μου,
Κύπρος μου... αχ, Κύπρος μου...
αχ, τέλος μου κι αρχή μου!

Ποιου κλεμμένου Παραδείσου
κουβαλάς την ειμαρμένη...
κ' η παρθένα η τιμή σου...
στους αιώνες βιασμένη;

Ποιου χειμώνα η αγκάλη
σε αγκάλιασε και πάλι...
πότε θα 'ρθουν καλοκαίρια,
δίχα όπλα και μαχαίρια;

κουμΕττος κ.
(25/3/15 - 18:58, λευκωσία)
Αχ, Κύπρος μου................
τιμωρημένη μαθήτρια
στη γωνιά τής Μεσογείου.
Για πόσο, ακόμη;

κουμΕττος κ.
(17/10/16 - 11:42, λευκωσία)

Θα έπρεπε να το ξέρεις, Κύπρος μου
—είσαι νησί.....
κ' η μοίρα σου το 'χει.................
να παλεύεις με τα κύματα...

κουμΕττος κ.
(16/2/14 - 18:34, λευκωσία)
Κι έρχεται η ώρα,
που οι γονείς σου γίνονται βρέφη,
για να σε δοκιμάσουν.....
αν με την ίδια χαρά
θα τους ξεσκατίζεις κι εσύ.
κουμΕττος κ.
(23/3/16 - 18:30, λευκωσία)
ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΑΠΕΡΙΤΤΗ!

Μες στο ταξίδι της ζωής γνωρίζουμε ανθρώπους,
η Μοίρα πλέκει έρωτες με χίλιους δύο τρόπους,
οι μέρες πάνε κι έρχουνται, σαν κόσκινα χωρίζουν,
τα ψέματα 'π' τ' αληθινά, μαζί να μην ερίζουν.

Αγάπη μου, απέριττη... πανέμορφη μου Μούσα,
στην όψη σου αθροίζουνται οι όσες αγαπούσα,
τα χείλια σου μια όαση, που μ' έχει ξεδιψάσει,
στα μάτια σου το νόημα, που έψαχνα στην πλάση.

Τα πρόσωπα -τριγύρου μας- φορούνε προσωπεία,
οι σχέσεις θρυμματίζουνται μες στην καιροσκοπία,
ανήλιαγα συμφέροντα ραπίζουν τις καρδιές μας,
πολλές φορές γκρεμίζουνται κι αυτές οι αντοχές μας.

Κουμέττος Κ.
(19-2-2012, Λευκωσία)