Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Κι έρχονταν κι εξανάρχονταν
κάτι φιλόλογοι στο σχολείο.........
και μού 'λεγαν και μου ξανάλεγαν.....
για την Ιθάκη και την Ιθάκη.
Μα εγώ......................
στην Κερύνεια ήθελα να πάω...........
κουμΕττος κ.
(17/7/16 - 09:09, λευκωσία)
ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΑΝΑ

στη μάνα μου (†)

Γυναίκα μάνα κι αδελφή,
γυναίκα φως μου και πνοή,
γυναίκα κόρη και γιαγιά......
η πιο ζεστή μου αγκαλιά.

Γυναίκα μάνα ακριβή,
στο κάθε τέλος μου αρχή,
θεμέλιο κάθε σπιτικού,
Ήλιε, αυγής και δειλινού.

Γυναίκα μάνα —προσφορά,
υφάντρα σταυροβελονιά,
γυναίκα μάνα —αντοχή,
λείο λειαίνεις το τραχύ.

Γυναίκα μάνα και φιλί.
Γυναίκα... βάλσαμο, στοργή,
θάλασσα, ουρανέ και γη.
- Ηλί, λαμά σαβαχθανί;

Κουμέττος Κ.
(10/10/2016- 07:33, Λευκωσία)
ΟΦΘΑΛΜώΝ ΟΦΘΑΛΜΑΠάΤΕΣ............

Κυριακές, χωρίς αργίες.......
νύχτες, μ' άγνωστες κυρίες......
μας απέμειναν, πια, μόνο....
τ' άλλα, χάθηκαν στο χρόνο.

κ' οι μεγάλες μας αγάπες..........
οφθαλμών οφθαλμαπάτες,
πλάνες........... σ' έρημο οάσεις,
που θωρείς, ωσάν διψάσεις!

φεύγουν τρένα, φεύγουν πλοία...
λέν' ο έρωτας φιλία,
δε γεννήθηκε να γίνει..............
στάχτες, πίσω του, αφήνει.

κουμέττος κ.
(10/7/16 - 15:54, λευκωσία)
ΔΥΟ ΘάΛΑΣΣΕΣ ΤΑ ΜάΤΙΑ ΣΟΥ...

μυριάνθεμα παρτέρια,
δυο ουρανοί, δυο σύμπαντα...
τα δυο λευκά σου χέρια. 

Αντιλαλούνε τα βουνά
στην πλάση τ' όνομά σου,
σαν παίρνω σχήμα τής καρδιάς,
σε κάθε άγγιγμά σου.

Στα χείλια σου ροδόσταγμα
αδιάκοπ' αναβλύζει
κι εγώ, εκεί, προσκυνητής...
Παράδεισος μυρίζει!

Αν ήταν να 'χα μια ευχή
θα ήταν μη σε χάσω...
μ' εσένα στην αγκάλη μου,
ποτέ δε θα γεράσω.

Γιατρειά τής κάθε μου πληγής,
για μέ το πρόσωπό σου...
κι αθανασίας συνταγή
είν' το χαμόγελό σου.

Στο χνώτο της ανάσας σου
μοσχοβολώ κι ανθίζω...
κι όση μ' απέμεινε ζωή,
πάρ' την ―σου την χαρίζω!

Κουμέττος Κ.
(18/5/14 - 10:31 μ.μ, Λευκωσία)

ΜΑΝΟΥΒΡΑ

(...ακούγεται ο τίτλος σε σήματα morse)

Βαπόρια ξέμπαρκα, ξέθωρη μοράβια
που κάποτε έπλεαν μ' άλλα καράβια
τώρα σέκα στο χώμα, σ΄ άβουλο κώμα
θυμούνται πολλά, μα κι άλλα ακόμα

Θυμούνται ταξίδια, μπουνάτσες και κύμα
λοστρόμους που χάθηκαν άδικα, κρίμα
κι έναν μαρκόνη φίσκα με στίγματα
που ΄γραφε ποιήματα κι έστελνε σήματα

Μανούβρα ψυχής προς τα στράλια της ζωής
για κάνε Κόλια κι όταν κάργα πια δεθείς
στείλε ρεπόρτο χαράς στη Μαντζουρία
στο Αργοστόλι κι αν θες και στην Κυρία
στον Ποσειδώνα κι απέ στην Καρχηδόνα
στην Αλταμίρα κι όπου θες ακόμα
μα μην το στείλεις στα ξέμπαρκα βαπόρια
σ΄ αυτά που ζουν απ' τη ζωή τους χώρια

Τραβέρσα θυμούνται κόντρα στον άνεμο
λιμάνια τίγκα, χασίσι παράνομο
κι έναν μαρκόνη πολύ πριν να βιράρει
ανούσιες παντιέρες να μαϊνάρει

Στη θάλασσα χάρτα και βάλσαμο, Κόλια
προσκέφαλο σ΄ έχουν οι ναύτες και μπόλια
και σε διαβάζουν τζόβενα στα βαπόρια
για να ανοίξουν της ψυχής τους τα στόρια

Ερμηνεία: Τεύκρος Νεοκλέους
Moυσική: Χρίστος Ρουσιάς
Eνορχήστρωση: Δημήτρης Ζαχαρίου
Ποίηση: Κουμέττος Κατσιολούδης
ΣΤΗΜέΝΑ ΠΑΡΑΜύΘΙΑ

Δακρύζουνε τα γιασεμιά,
ξεραίνουνται ανθώνες,
Απρίλη, μήνα άνοιξης,
πού είν' η ευωδιά σου;

Ο Φοίνικας φορά ντροπής
χακί με κηδεμόνες.
Εβίβα πρώτη, Χουντικέ;
(Θα έρθει κ' η σειρά σου!)

Της Κύπρου η κερκόπορτα
ανοίχθηκε μ' εμφύλιο.
Διχόνοια, πάλιν άπλωσες
τ' ανήθικα φτερά σου;

Oι Ίνκας χτίζανε ναούς
προς το Θεό τους Ήλιο.
Παμβώτιδα, λυκνίζεσαι
μες στα γλυκά (!) νερά σου;

Ελλάς μου, δεν προνόησες
ν' αλλάξεις τα πανιά σου;
Η κόρη τού Αγήνορα
σε πίνει ξεροσφύρι.

Για ένα κρίνο, ω Μαριάμ,
διεσώθ' η παρθενιά σου;
Oλονυχτίς, γκρεμίζεται
της Άρτας το γιοφύρι.

Οι "πόλεμοι" στο στόχαστρο
δεν κάνουνε διακρίσεις,
Εβραίοι, Ρώσοι, Γερμανοί...
φυλές τής οικουμένης,

εντός μας έχουμε ζωή,
μονάχα, μίας χρήσης,
ψευδαίσθηση να ζήσουμε
πατρίδας δοξασμένης.

Αντίπερα, σαν φτάσουμε
κ' ιδούμε την αλήθεια,
τον άνθρωπο, που μίσησαν,
ψυχές μας θ' αγαπήσουν.

Τα πάντα, όσα πίστεψαν
―στημένα παραμύθια,
για να 'χουν κάποιοι τη βολή,
καλύτερα να ζήσουν!

Κουμέττος Κ.
(23-2-2012, Λευκωσία)
ΕΜΦΥΛΙΑ ΔΙΧΟΝΟΙΑ 
(3 Δεκ. 1944 - 29 Αυγ. 1949)


Δεκέμβρη μήνα έμελλε ν' ανταμωθεί το σόι,
το αίμα τρέχει, κάλυψε τον Άγνωστο Στρατιώτη,
ο Κάιν τύψεις πότιζε κρατώντας οινοχόη,
εμφύλιο μνήμα κραύγασε: "Δολοφονία πρώτη".

Της Βάρκιζας το Μέτωπο ρυτίδωνε Πλαστήρα,
ο Βελουχιώτης σε τορβά μαζί με τον Τζαβέλλα,
γυναίκας απροστάτευτης προστάτιδα η Ήρα,
στο Βουργαρέλι οι ΕΔΕΣ γλεντούνε acapella.

ΕΛΑΣ, ΕΑΜ εδιώκονταν -Λευκή Τρομοκρατία-
εχθρός το σφυροδρέπανο; σταυρός το μαχαιρώνει,
ο Άβελ με τον Χάροντα μετράνε πελατεία,
ο Παρθενώνας θλίβεται, πονάει, μαραζώνει.

Μπαρούτα, στο Λιτόχωρο τι θέλησες να πάεις;
τo αίτιο βρήκε αφορμή με βάθος τριετίας.
Συμφέρον άλλων όριζε το πότε κι αν θα φάεις,
Ελλάς μου, η διχόνοια... ο λόγος ασητείας.

Στη Γυάρο, στη Μακρόνησο, στα βόρεια σ' Αι-Στράτη,
το δάκρυ είν' εξόριστο˙ οι πρόσφυγες στα ξένα,
στο Κούρνοβο, Καισαριανή, πριν, σπάραζε το μάτι,
ο πόνος βαλιτσώθηκε με την ψυχή στα τρένα.

Σ' εννιά μονάδες χάραξε συν άλλα πεντακόσια,
ψηλά, Βουνού Κυβέρνηση, συγκρότησαν αντάρτες.
Με σάρκα φίλου, αδελφού, τσιμπούσια/συμπόσια˙
καρδιές, τρανή απόδειξη: "Πολλές σας είναι σκάρτες".

Πυρσός, μετά τον Πύραυλο˙ σφυρά ο Γράμμος λήξη,
η μάνα στέκει άγαλμα˙ για ποιον πρέπει να κλάψει;
η ιστορία κρύβεται, ντροπή της να μη δείξει,
κερί για όλους το παιδί πηγαίνει για ν' ανάψει.

Koυμέττος Κατσιολούδης
(31-3-2011, Λευκωσία)
Ο άΓΝΩΣΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙώΤΗΣ

Σταυρώνουνται ελιόκλαδα,
σταθμίζουνται μ' αλφάδι,
τα κυπαρίσσια ορφανά,
θρηνούσα η Νιόβη,

τα νέφη -με βαρύτητα-
απλώνουνται στον Άδη,
η Άτροπος το νήμα σου,
αδίσταχτα, το κόβει.

Πατέρας, μάνα; Άφαντοι!
Ταυτότητα καμία,
ψυχή σου στέκει άταφη
κι αναζητά το σώμα,

τα λόγια σου μεσίστια,
σα Θρήνοι Ιερεμία,
η μόνη τους παρηγοριά
―δε θα γενούνε χώμα!

Βεζούβιος σε σπλαχνίστηκε,
η Θήρα σ' αγκαλιάζει,
μετέωρη η λάβα τους˙
σ' εσέναν μην ξαπλώσει,

σε μία χούφτα μάζεψε...
τις πίκρες, το μαράζι,
ο Θουκυδίδης θέλησε...
τον πόνο σου να νιώσει.

Τσουνάμι γλύφει τη Nιχόν,
σεισμός ξυπνά Σαγκάη,
Σαχάρα με τον Χαρματάν...
σκοτώνουν τα παιδιά τους,

Αργεντινή κι ο Καναδάς...
δεν έχουν ίδιο Μάη,
στην Ουκρανία τρων κουλίτς˙
Ανάστασης ψωμιά τους!

Παρίσι μου, κατεύνασε...
τον πόνο κάθε μήτρας,
βαθιές πληγές βαλσάμωσε...
με τη δροσιά τού κλέους,

στεφάνωσε τις οιμωγές
-λυγμούς μοιρολογήτρας-
με Requiem/Ανάπαυσις...
του Mozart Amadeus.

Ανθρώπου μοίρας ένδοξης...
η κάθε γη και τάφος,
βαφτίζεται η μνήμη του...
σε νάματα τής νιότης,

η όψη του αμάραντη,
Πατρίς η αγιογράφος,
ανάγλυφο προσκύνημα:
ο Άγνωστος Στρατιώτης!

Κουμέττος Κ.
(23-2-2012, Λευκωσία)
ΠΟΛΗ

Δικέφαλη φτεροκοπάς σ’ Ευρώπης γη κι Ασία˙ 
στον Λύγο διεπράχθηκε, πριν χρόνια, συνουσία.
Ο Βύζας/κύρης σ' έσπειρε, τον Βόσπορο πλουμίζεις,
διελεύσεις πλοίων/βαποριών -αιώνες- τις ρυθμίζεις.

Κεράτιος ο κόλπος σου, γεννάει πόθου χνώτο,
συνδέεις Μαύρη Θάλασσα με Μαρμαρά στο νότο.
Τα Μέγαρα σε προίκισαν με Θεία όψη, χάρη.
- Aχ, κόρη 'σύ πανώρια, ποιος θα 'ρθει να σε πάρει;

Ελένη, δες τον γιόκα σου, καμάρι τής ζωής σου!
Θεού Υιό Τον πίστεψε, κατόπιν, προτροπής σου.
Την Πόλη ερωτεύθηκε, της δίνει τ' όνομά του,
αφού μ’ αυτήνε διάλεξε να χτίσει τη γενιά του.

Oι Βένετοι, οι Πράσινοι, Λευκοί˙ αντάμα, Ρούσσοι,
Συγκλητικοί στασιαστές σ' εμφύλιο γιουρούσι.
Του Νίκα Στάση έφερε: συντρίμμια, θλίψης μπόρα˙
Υπάτιος εκτελέσθηκε. Θωρεί η Θεοδώρα.

Παρέβηκες, Ιουλιανέ, αρχές Καινής Διαθήκης.
Με ξίφος των Ολύμπιων θεών, εκτός της θήκης,
ανέσυρες τους Εθνικούς και πάλι στο προσκήνιο.
Του χθες φαντάζεις όργανο˙ το ύφος σου πειθήνιο.

Το Σχίσμα αγεφύρωτο, οι Εκκλησιές ερίζουν,
διχόνοια, φτώχεια, ερημιά, το μέλλον καθορίζουν.
Μαρμάρωσε ο Βασιλιάς! Ημέρα; Aποφράδα!
Sultan Μehmet -o Πορθητής- φυσά και σβήνει δάδα.

Κερκόπορτα, πώς άνοιξες κι αλώθηκε Φανάρι;
Eυχή ποιανού πραγμάτωσες τού Αλαντίν λυχνάρι;
Tης προδοσίας το φιλί, ποιος χάραξε στα Τείχη;
Αλήθεια, πόσο καημό θα κουβαλάνε στίχοι;

Aνθούσα; Βασιλεύουσα; Αugusta Antonina;
İstanbul... και Επτάλοφος; Φαντάζεις θεατρίνα!
Για ξύπνα, Μεγαλόπολις! Βυζάντιο, ήθος φέρε!
Βασίλισσα των πόλεων! Ω, Nova Roma, χαίρε!

Tης πλάσης ομορφότερη τού Κωνσταντίνου Πόλη,
οι Πέρσες σε ορέχτηκαν, Λατίνοι και Μογγόλοι.
Καιροί πολλοί κι αν πέρασαν, λαχτάρα σου; Ελλάδα!
- Αγια-Σοφιά, τι καρτερείς;
- Ανάστασης λαμπάδα!

Κουμέττος Κατσιολούδης
(29-5-2011, Λευκωσία)
ΕΛΛάΔΑ - ΚύΠΡΟΣ ΔΕΝ ΠΕΘΑίΝΟΥΝ!

Γενιές Θεών μας αγαπούνε
και μας φροντίζουνε,
μ' Αθανασία μας ταΐζουν
και μας ποτίζουνε.

Κι αν ήθη χάθηκαν στο δρόμο,
το ξαναζήσαμε˙
με Ρίτσο, Γκάτσο, Χατζιδάκι,
τ' αναγεννήσαμε.

Όταν στον πάτο της ψυχής μας
-πια- θ' ακουμπήσουμε,
πάλιν επάνω θ' ανεβούμε
και θα νικήσουμε!

Ένας, μονάχα, ο εχθρός μας
-ζωής μετρέσα μας-
εμφύλιος μας ο εαυτός μας,
χορεύει μέσα μας.

Το φως γαλεύει ο Ελύτης
από τον ήλιο,
καθώς ο Μόντης κι ο Σεφέρης,
ποιούν βασίλειο.

Ελλάδα - Κύπρος δεν πεθαίνουν,
θα επιζήσουμε˙
κι αν πέσαμε θα σηκωθούμε,
θα προχωρήσουμε!

Κουμέττος Κατσιολούδης
(31-1-2013, Λευκωσία)
ΜΕΣ ΣΤΑ ΠΑΡΤέΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΓΙΟύ...

Στο ακρογιάλι της στοργής μου,
ψάξε, για λίγο... θα με βρεις!
Και στο τραγούδι της ψυχής μου:
ρίμα φωνής μου θ' ακουστείς.

Στης άνοιξης τες μυριανθήσεις,
μες στα παρτέρια του Μαγιού
―των ευωδιών αποπλανήσεις,
για την καρδιά και για το νου...

έλα, γλυκά, να με φιλήσεις...
σε κάθε στάλα του κορμιού
κι ό,τι ποθάς να μου ζητήσεις...
και το γαλάζιο τ' ουρανού!

Ποθώ το χρώμα των ματιών σου
και των χειλιών σου τες πηγές,
τ' αβύθιστo των θαλασσών σου,
που μου γιατρεύει τες πληγές.

Κουμέττος Κατσιολούδης
(1-5-2014, Λευκωσία)

MADONNA MIA

(ακούγεται ο τίτλος σε σήματα morse...)

Το μουσώνι φορτσάρει Φλεβάρη μήνα
απ΄ τον Περαία φεύγει Πικρίας ποίημα
σαλπάρει ο Κόλιας, περνάει τη λίνια
πια είναι βαπόρι, χωρίς φινιστρίνια

Ακρόψυχο, πλέον, στίγμα η γοργόνα
ενώ μι´ άλλη ρωτά για Μακεδόνα
μα μ'ένα στόμ' απορούν, Madonna mia
πώς απ΄ την ξηρά, συ πήρες Καββαδία

Madonna mia, grande λάθος, αδικία
απ' την ξηρά δεν παίρνεις Καββαδία
και δεν τον στέλνεις στα Ηλύσια Πεδία
γι΄ αυτόνε η δόξα δεν έχει αξία
αυτός ποθεί για την ψυχή του Μαρσίλια
με τα βαπόρια του γύρω περιστύλια

-Buοnasera, Nico!
( Μτφ: Καλησπέρα, Νίκο! )
-Madonna mia! Come mi sono trovato qui?
( Μτφ: Παναγία μου! Πώς βρέθηκα εδώ;)
-Lo corpo tuo gelato
( Μτφ: Το σώμα σου παγωμένο )
ξέμπαρκο και φευγάτο
in su la foce della vita trovai
( Μτφ: στις εκβολές της ζωής ευρήκα )
μ' άγνωστο φόβο να κοιτάει.

Tobacos, cigaros, φουμάρουν οι ναύτες
σινιάλο στέλνουν σε βαπόρια και βάρκες
πως ο μαρκόνης, αλάργα έχει φύγει
το μετζαρόλι του, χαμσίνι τυλίγει

Σταυρός του Νότου, με πνοή Καββαδία
άκου, αχεί μες στα Ηλύσια Πεδία
μα ο Κόλιας ριμάρει με πανουργία
ψυχών Μαρσίλια, σαν ζωής Μασσαλία

-Reggiti forte, Nico!
(Μτφ: Κράτα γερά, Νίκο!) Η Μαρσίλιά σου, σ' αναμένει!

Ερμηνεία: Γεωργία Λάρδου
Απαγγελία: Ιωάννα Καμμένου Σιαφκάλη και Νίκος Νικολαϊδης
Moυσική: Χρίστος Ρουσιάς
Eνορχήστρωση: Δημήτρης Ζαχαρίου
Ποίηση: Κουμέττος Κατσιολούδης
ΚάΘΕ ΠΡώΤΗ ΤΟύ ΝΟέΜΒΡΗ...

μακρακούγονται ερπύστριες
κ' οι ψυχές μας... Πατησίων...
των παιδιών μας προασπίστριες.

Μια κραυγή... Πολυτεχνείο...
ξεγεννά αυτός ο μήνας [...]
κι αλυσίδες, που μας σέρναν...
σε υπόγεια καραντίνας.

Τι κι αν ήρθαν... ήρθαν, πάλι...
άλλες χούντες, μ' άλλες μάσκες;
Στ' αψηλά πλησιάζ' η Ώρα,
που θα ρίξουμε... τραγιάσκες.

κουμέττος κ.
(1/11/14 - 8:21, λευκωσία)
ΤΙ ΨάΧΝΕΙΣ, ΕΡΩΦίΛΗ;

Μουντός ο ουρανός σου,
ψιλόβροχο δακρύζει.
Πού είναι ο φανός σου;
Το φως σου... πού σκορπίζει;

Στο έμπα τού Νοέμβρη...
ψωμί "μελαγχολία",
μ' ολόμαυρο αλεύρι...
πωλούν τ' αρτοπωλεία.

Τι ψάχνεις, Ερωφίλη,
σε φθινοπώρου νύχτες;
Τ' αφίλητά σου χείλη...
ρολόγια, δίχα δείχτες!

κουμέττος κ.
(2/11/14 - 11:57, λευκωσία)
ΘΛΙΜΜέΝΗ ΜΑΡΩΝΙά...

Στα γρόνια τού ξεριζωμού,
εν ο καμός χαντάτζιν...
τζι' εσού, θλιμμένη Μαρωνιά....
στην προσφυγιάν, σε μιαν γωνιάν...
το δάκρυν σου αρκάτζιν.

Τζιαι καρτεράς τζιαι προσδοκάς,
αχ, να 'ρτ' η Άγια Ώρα,
που 'ννά στραφείς στο σπίτιν σου,
να τζιοιμηθείς στην τζιοίτην σου,
αντάν κοπάσ' η μπόρα.

Αγια-Μαρίν' Ασώματος,
Καρπάσια, Κορματζιήτης,
τα τέσσερά σου τα χωρκά,
πυξίδαν τα 'σσεις στην καρκιάν...
τζι' ο κάθε Μαρωνίτης!

κουμέττος κ.
(22/1/16 - 15:32, λευκωσία)
ΧΡΥΣάΝΘΕΜΟ ΠΛΟΥΜίΔΙ

σ' όσους "έχασαν" τον άνθρωπό τους....

Νυχτών' η μέρα... πώς ποθώ...
τ' ανθόκλαδά σου χέρια,
τα χάδια σου πού πήγανε...
πώς τό 'καναν και φύγανε
κι εγίνανε αστέρια;

Αγάπη μου, κι αν σάλπαρες...
για μακρινό ταξίδι...
η όψη σου στη μνήμη μου
-χρυσάφι μου κι ασήμι μου-
χρυσάνθεμο πλουμίδι!

Με άδεια την αγκάλη μου...
τες νύχτες κι αν πλαγιάζω,
μες στ' όνειρό μου σε φιλώ,
από τη μέση σε κρατώ...
και μ' άλλην δε σ' αλλάζω.

Κουμέττος Κ.
(24/2/2016 - 21:12, Λευκωσία)
Η ΤύΧΗ ΜΑΣ ΡΟΥΦΙάΝΑ

Αιματωμένοι ώμοι τού Γολγοθά οι δρόμοι,
με σιωπηλούς ανθρώπους ―βαστούνε το Σταυρό τους.
Αγόγγυστα πονάνε, βαδίζουν, προχωράνε...
διαρκώς, ανηφορίζουν... κι ας κάποτε λυγίζουν.

Τ' αμέτρητά μας λάθη... ζωής μας κατακάθι
κι εμείς στην ίδια τάξη, υπόδουλοι στην πράξη:
να σπέρνουμε ανθώνες, σαν έρχουνται κυκλώνες
και σέρνουν το χορό τους: "Γαμώ το κερατό τους!"

Η τύχη μας ρουφιάνα, σπιούνα και πουτάνα
κ' η μοίρα μας αλλότρια, στυγνή μας εργοδότρια.
Φανάρια δεν ανάβουν, πριν γεννηθείς σε θάβουν
κι ανέντιμοι οι νόμοι, μουρλοί οι τροχονόμοι.


Κουμέττος Κ.
(5/4/2014 - 2:59 μ.μ, Λευκωσία)
ΣΑΒΑΝΩΜέΝΟΣ ΑΛΛάΧ

Τι κι αν φανήκαν χελιδόνια στη ζωή μου;
Πάντοτε, φεύγουν στις αρχές τού φθινοπώρου.
Και η χαρά μου (δε βαφτίζεται δική μου),
επιστραφέντος ειμαρμένη... κάποιου δώρου.

Κάθε π' ανθίζεις μια σταλιά, χαμόγελό μου,
κάποιος σε κόβει και στο βάζο του σε βάζει...
κι ο δικαστής σου... αδερφός τού παρανόμου,
πάντα, αθώο... πριν τον κρίνει, 'τόνε βγάζει.

Ποιος θα με σώσει... απ' τα βάσανα τού κόσμου,
ποιος θα μου δώσει... ευτυχίας, λίγη ζύμη;
Σαβανωμένος ο Αλλάχ, μα κι ο Θεός μου,
μες στο μυαλό μου, στην καρδιά μου και στη μνήμη!

Κουμέττος Κ.
(18/4/16 - 23:12, λευκωσία)
ΑΧ, ΚΥΠΡΟΣ ΜΟΥ!

Μας χαιρετά η άνοιξις,
κουνά φευγιού μαντήλι,
η Αφροδίτη -στα βαθιά-
κοιμάται σε κοχύλι.

Ο Ποσειδώνας σεργιανά,
την αγωνία σπέρνει,
αυτό που λέν' όλοι ζωή,
χαρές και πένθη φέρνει.

Σε περιγιάλι σου ποθώ,
αχ, Κύπρος μου, να δύσω˙
ν' αγνάντευα το πέλαγος,
προτού ν' αποδημήσω,

ν' αγκάλιαζα τον ουρανό,
να ρίζωνα στην άμμο,
να έστελνα κρασί, χαλκό˙
σε Κρήτη, Ύδρα, Σάμο.

Καράβι να φαινότανε...
μες σε αφρούς κυμάτων,
ορίζοντες να διέσχιζε...
επώδυνων μαντάτων.

Το δάκρυ μου θα έσταζε
και θα 'σμιγε μ' αρμύρα˙
των ναυτικών μνημόσυνο,
για Πράξανδρο, Κινύρα.

Κουμέττος Κ.
(31-5-2012, Λευκωσία)
ΕΛΛάΔΑ ΜΟΥ, ΑΘάΝΑΤΗ!

Απ' το Μαντείο των Δελφών...
χρησμό, Πυθία, στείλε...
και Δία πέψε μας μ' Ερμή,
καλώς να έρθουν καθαρμοί,
παλιέ καλέ μου φίλε!

Σταυρός και μία θάλασσα...
περήφανη σημαία
―Ελλάδα μου, αθάνατη...
ποτέ σου, πεισιθάνατη...
ελπίζουσα, γενναία!

Στην Ολυμπία κότινος
ελιάς σε αναμένει...
Σωκράτης, ο Αισχύλος σου,
η Κρήτη, Θράκη, Κύπρος σου...
με φλόγα... αναμμένη!

Στην Πάτρα, Σαλονίκη σου
κι εκείθε στον Περαία...
οι κόρφοι σου: λιμάνια μας,
τες νύχτες πυροφάνια μας...
μα κι όμορφη παρέα!

Ασβέστωσε τα χέρια σου,
σ' ολόλευκο ξωκλήσι...
αρχόντισσά μου Παναγιά...
στα χείλη δώσ' μου τα φιλιά...
αχ, η καρδιά ν' ανθίσει.

Νησιά -παντού- κατάσπαρτη...
σ' Ιόνιο, στο Αιγαίο...
για τσάρκα βίρα άγκυρες,
επιλογές μας άπειρες...
"σε αγαπώ!", σ' το λέω.

Λαοί -πολλοί- βυζάξανε...
απ' τα δικά σου στ/ήθη...
κι αν κάποιος σε κατέκτησε...
(τη φυλακή του έκτισε)
συνάμα, κατεκτ/ήθη!

Στα μάτια, έμπα... χόρεψε...
ενός Ζορμπά -λεβέντη-
μες στους αιώνες λέγεται:
"ο σκλάβος σκλάβος γένεται...
ωσάν δεχθεί αφέντη!".

Ο Παρθενώνας σε θωρεί
απ' την Ακρόπολή σου,
καθώς Ελύτης, Περικλής,
θαυμάζει κι ο Εμπεδοκλής...
την αγλαή ψυχή σου!

κουμέττος κ.
(30/6/15 - 19:46, λευκωσία)
ΧΑΜέΝΟΙ ΚόΠΟΙ
Ξέρες, παντού...
κι εμείς βαπόρια, δίχα φάρους,
πέφτει φωτιά
-μπουρλότο- φλέγεται η Μοίρα,
όπου κι αν δω...
οι δρόμοι γιόμισαν με Χάρους,
απ' το Πεκίνο...
φτάνουν ως την Αλταμίρα.
Φεύγουνε τρένα,
νεκροφόρες τα βαγόνια,
γύρω μας, κλέφτες...
καιροσκόποι, κερδοσκόποι,
νέφη ραντίζουν...
τες ψυχές μας μαύρα χιόνια,
πάνε χαμένοι...
των προγόνων μας οι κόποι.
Φτάνει ραπόρτο...
απ' την Κόλαση τού Δάντη:
"Κάθε στιγμή σας...
μια ψευδαίσθηση, μια πλάνη,
ψεύτικο είναι...
της ζωής σας το διαμάντι,
ποιος σας κοιμίζει,
ποιος σας κάνει νάνι-νάνι!".
Κουμέττος Κατσιολούδης
(16/6/2016, Λευκωσία)

ΜίΛΑ ΜΟΥ...

Ποιο φεγγάρι μ' αρμενίζει...
σ' αστροπλούμιστες νυχτιές
κι ό,τι μάρανε τ' ανθίζει...
με χαδιών νερομπογιές;

Ποια σιγή φυλλομετράει...
της καρδιάς μου τες πληγές
και στα χείλια τες φιλάει...
μ' ένα ύφος ευλαβές;

Μίλα μου... για σένα και για μένανε,
ολημερίς, ολονυχτίς κι όποιος αντέξει,
μίλα μου... για σένα και για μένανε,
μίλα μου... χωρίς να βγάζεις λέξη!

Ποιων ονείρων -τ' άγιο κύμα-
χλιμιντρίζεις τες αυγές,
και στ' ορίζοντα το νήμα...
κατευνάζεις τες οργές;

Ποιας αμάραντης γαλήνης...
ψιθυρίζεις το σκοπό,
και στα μάτια μιας οδύνης...
γνέθεις γέλιο χαρωπό;

Κουμέττος Κατσιολούδης
(18/6/2016, Λευκωσία)

MUCHAS GRACIAS

Ρεπόρτο έφτασε στ΄ Αλγέρι
στο Χαρμπίν Πούσι έχει φέρει
στο Αργοστόλι, στην Αλταμίρα
είπαν για σε: ανάξια μοίρα

Δελέγκου ρότα Καρχηδόνα
και στο βυθό του Ποσειδώνα
αποβραδίς στη Βαβυλώνα
έφτασε κι εκεί ακόμα

Έφτασε το ρεπόρτο σου, Καββαδία
σ΄ όλα αυτά, που για σε είχαν αξία
ο μπούσουλας σού ΄δειχνε αθανασία
κι όρτσαρες για μι΄ άλλη Μασσαλία
ο μπούσουλας σού ΄δειχνε προς Μαρσίλια
κι όρτσαρες χωρίς ζωής κειμήλια
Μuchas Gracias, φίλε Κόλια, Καββαδία
σκάντζα βάρδια, τέλος, εις τα πλοία

Μήνυσε ο γλάρος στο βαπόρι
έκλαψε η πρύμνη, μα κι η πλώρη
έκλαψε η Γιουδήθ, μα κι η Μαρία
Σιγκαπούρη, πριν Ινδία

Μπάρκαρ'  ο άνεμος μαζί σου
στο Cyrenia σου κι η Λι σου
Βάρδια, Τραβέρσο, Μαραμπού σου
τ΄ Άλογο του Πόλεμού σου

Ερμηνεία: Δημήτρης Μακρής
Moυσική: Χρίστος Ρουσιάς
Eνορχήστρωση: Δημήτρης Ζαχαρίου
Ποίηση: Κουμέττος Κατσιολούδης
EIFFEL TOWER

Πάλι, ενύχτωσε! Κοιτάζω, δίπλα˙ λείπεις!
Ψύχρα δυσβάσταχτη, χωρίς την αγκαλιά σου.
Μάταλα χαίρονται, ξανάρθανε οι hippies,
να 'χα, πώς θα 'θελα, τα πρώτα δυο φιλιά σου.

Σώματος έλλειψη με πλάνη την καλύπτω,
ψάχνει το δέρμα μου το χάδι σου/πινέλο˙
πως σε αγάπησα, αιφνίδι' ανακαλύπτω.
Πρόδρομος Άγγελου; O γλύπτης Donatello!

Έλα, ολόγυμνη! Θα σβήσω φώτα κι άστρα˙
στέψης το βάραθρο για σε δικό μου σώμα.
Έλα, αγάπη μου, για ντύσου ξελογιάστρα,
χρόνος λιγόστεψε, μας κλείνει μάτι χώμα.

Πύργος τού Eiffel ρεμβάζει Σηκουάνα,
βόλτα να σ' έπαιρνα στο Λούβρο, στο Παρίσι,
ήχο ν' ακούγαμε˙ - Hugo, χτύπα καμπάνα!
Να σε αγκάλιαζα, ωσότου Ήλιος δύσει.

Θήρα θα ζήλευε, η Οία θ' αντιδρούσε,
Ήλιου βασίλεμα θα έβγαζε πριν φέξει,
σκίρτημα έρωτα, μπροστά της, θα ζητούσε,
έτσι, τη φήμη της Παρίσι μην της κλέψει.

Όλα τα "πρέπει" σου, το "τώρα" σου πληγώνουν,
όσα στερήθηκες, Παράδεισος φαντάζουν˙
μέσα στα έγκατα καρδιά σου κι αν ματώνουν,
πλέον, τα "όχι" σου ραγίζουνε και μπάζουν.

Νύχτα ωριόπλουμη σκεπάζει την ημέρα,
ψέμα κι αν ύφαινες, δηλώνεις: Πάω πάσο!
Άσπρη ανύψωσες˙ λευκή, ψηλά, παντιέρα.
Θέλω, ψιθύρισες, μαζί σου να γεράσω.

Ήθους προσχήματα κατέπνιξες με μένος,
μες στην αγκάλη μου προσάραξες για πάντα.
Ξέρω, αγάπη μου, αυτό σημαίνει σθένος!
Ήταν για σένανε καιρός για Intifada.

Κουμέττος Κ.
(6/11/2011, Λευκωσία)
ΤΩΝ ΕΠΟΧώΝ ΜΟΥ... ΞΕΛΟΓΙάΣΤΡΑ...

Κι αν προσπαθώ, δε σε ξεχνάω...
κάθε στιγμή, σ' αναζητώ,
υπνοβατώ, παραμιλάω...............
κι αν κλαίω κάνω πως γελάω,
παντοτινά... σε καρτερώ!

Των εποχών μου... ξελογιάστρα...
κι αν σε φιλώ, δεν είσ' εδώ...
κι αν κατακτώ... άδεια τα κάστρα,
νύχτες πολλές, μαδάω τ' άστρα......
να μ' αγαπάς... παρακαλώ!

Άνθη σκορπώ μες στες σιωπές μου,
μοσχοβολιές ερωτικές,
έλα, ξανά, στες γειτονιές μου,
έλα, ξανά... έλα, και πες μου.........
πως με ποθάς και πως με θες.

κουμέττος κ.
(20/9/16 - 19:22, λευκωσία)
ΑΥΤόΧΕΙΡΑΣ

Στ' ασίγαστο μνημόσυνο,
που σέρνεται στο χρόνο...
τ' αδύνατο χαρμόσυνο.......
συνώνυμο: γηθόσυνο,
θα βρέχεται με πόνο.

Στ' αβάπτιστο τού έρωτα,
σ' αντάμωσε μια μνήμη,
μες σ' όνειρ' αφανέρωτα,
που έληξαν ξενέρωτα.........
π' απέθαναν σαν φήμη.

Στο στρώμα... ο Προκρούστης σου...
σου κλάδευε τον πόθο...
κι αν έσπερνε, ο πούστης σου.....
(ψυχρός κωδωνοκρούστης σου)
παιδί... θα ήταν νόθο!

Κι αν βύζαξες τ' αστέρια σου...
ελπίδας να 'χεις στάξη,
με τα δικά σου χέρια σου......
σιμά σου, κ' η μιζέρια σου........
επνίγης, πριν χαράξει!

Κουμέττος Κ.
(27/9/2015 - 21:57, Λευκωσία)
ΜΕΛΩΔίΕΣ ΤΩΝ ΑΓΓέΛΩΝ

Τόσα χρόνια........ μια ανάσα,
και το μέλλον εκκρεμεί,
πώς μεγάλωσες, Μαρία................
γύρω σου, απενταρία........
μα κι απόκρημνοι γκρεμοί!

Μελωδίες των αγγέλων
έχεις μέσα στην καρδιά...........
μ' ένα βλέμμα στους αιθέρες
εξαγνίζεις νύχτες-μέρες
και τες παίρνεις αγκαλιά.

Ευωδιές τού Παραδείσου,
κάθε λέξη σου ηχεί..........
η ελπίδα στην ψυχή σου,
κάθε όνειρο και γη σου...........
μπλόκα στήνεις στη φυγή.

κουμέττος κ.
(29/9/2016 - 14:42, λευκωσία)
ΤέΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧέΣ

Μες στης καρδιάς το τράνταγμα,
τον πόθο μου μετράω....
το παρελθόν μου άκυρο,
ο ουρανός μου στ' άπειρο...
φωνάζει: "σ' αγαπάω!".

Μάτια, καλοκαίρια μου........
κι άσπρα μου σεντόνια,
μπήκε το φθινόπωρο,
φεύγουν χελιδόνια.


Κι αν σε λίγο έρχεται,
πάλι, ο χειμώνας...........
μες στο κάθε βλέμμα σου...
άνοιξης αιώνας!

Σε μέρες ροδοστόλιστες...
τα χείλη σου φιλάω........
τα κάστρα μου κι αν χάλασα,
ο έρωτας μια θάλασσα,
μαζί σου, κολυμπάω.

κουμέττος κ.
(6/10/16 - 06:23, λευκωσία)
ΧΡόΝΟΣ... ΠΑΤΡόΝΟΣ...

Χαράματα, σ' αντάμωσαν
πνιγμένη στην οδύνη.............
την Πόλη σου την άλωσαν,
εσένα, ξεχαρβάλωσαν...
και της καρδιάς την κλίνη.

Μια θάλασσα ο πόνος σου,
η γεύση σου αρμύρα...
κι εσύ, φαντάζεις: κλώνος σου,
ο χρόνος σου πατρόνος σου.........
και η χαρά σου στείρα.

Φτωχεύσαν τα παλάτια σου...
κ' οι φίλοι σου χαμένοι...
μηδέν, πια, τα καράτια σου,
αχ, κι έγιναν τα μάτια σου...
καθρέφτες ραγισμένοι.

κουμέττος κ.
(14/10/2016 - 19:02, λευκωσία)
ΑΠόΡΘΗΤΕΣ ΘύΜΗΣΕΣ...

Αδέσποτος ο έρωτας...
εξώγαμα φυτεύει,
βαπόρι μες σ’ ωκεανό...
γεννιέται κάθε πρωινό,
κουνιέται πλώρα-πρύμα,
λοστρόμο καραβόπανο
τυλίγει˙ είναι κρίμα,
ενώ μια μάνα στεριανή......
Ινδή, Κινέζα, Ουκρανή,
σπαράζει, μνημονεύει...
γκρεμίζεται ο ουρανός,
κι η Γη χαροπαλεύει.

Προσκύνησα την όψη σου
μες σε εικονοστάσι,
θυμιάτισα το σώμα σου,
στο αχυρένιο στρώμα σου,
προτού το μαγαρίσω,
του δέρματός σου, σπιθαμή...
ξοπίσω, δε θ’ αφήσω,
η γλώσσα μου σκουπίστρα του,
η σβήστρα του κι η ξύστρα του,
το στόμα μου καφάσι,
στο Γολγοθά ο Κύριος,
ριγά σε κάθε στάση.

Η Όστρια αμμοθύελλα...
στη ράχη κουβαλάει,
Λεβάντες φέρνει της αυγής,
στ' απόμακρα κάθε ψυχής,
αχτίδες στο περβάζι,
ο Ζέφυρος πρωτεύουσα...
Ρωμαίων την αλλάζει,
η Τραμουντάνα, με ψυχρό...
πού 'ν' του Ελύτη μας τα Ρω;
υφάκι μάς γελάει...
κι ο χρόνος μες στες όχθες του,
αμέριμνα, κυλάει.

Δανείστηκα τα χείλια σου,
για να ’χω ν’ αναπνέω,
φιλί σου το ταρίχευσα,
και στ' άπειρο το φύτευσα,
αθάνατο να μείνει.
- Θυμάσαι, που σε λύγιζα...
σε χωματένια κλίνη;
Σε κορυφές σ’ ανέβαζα...
κι αμέσως σε κατέβαζα,
με στεναγμό βαθμιαίο...
το σώμα μου στο σώμα σου,
φαινόταν σιαμαίο.

Απόρθητες, οι θύμησες...
που ζύμωσα για σένα,
αδύνατον για άνθρωπο...
ακόμη, κ' υπεράνθρωπο,
να ’ρθει να τις αλώσει,
τ’ αγιάζι, κάθε πρωινό...
ποθεί να τις ξηλώσει,
μα όσο κι αν το προσπαθεί,
στο ξέβαθο ή στο βαθύ,
αντίκρισμα: ΚΑΝΕΝΑ,
για μένα θα 'σαι, μάτια μου,
μια Παναγιά παρθένα.

Koυμέττος Κ.
(13/3/2012, Λευκωσία)
ΘΕΑΤΡΙΚέΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΣΤάΣΕΙΣ

ραδιόφωνα, τηλεοράσεις,
του Kama Sutra λάγνες στάσεις,
του φεγγαριού πολλές οι φάσεις,
θεατρικές μας παραστάσεις.

στου κόσμου μέσα το μπουρδέλο,
κι αν άλλα νιώθω άλλα λέω
κι αν στη σκηνή χαμογελάω.....
στα παρασκήνια, πίσω, κλαίω!

στα καρναβάλια παρελάσεις...
προσποιητές μας διασκεδάσεις...
κι εκεί που θέλεις να ξεράσεις,
αλλού γυρνάς, για να ξεχάσεις.

κoυμέττος κ.
(18/10/2016, λευκωσία)
ΤΟ ΣΕΝΤόΝΙ ΤήΣ ΣΙΝΔόΝΗΣ

αναζητώ την άνοιξη,
την ποθητή ψυχή σου.......
τις εκδρομές τις Κυριακές
μες σ' εξοχές ειδυλλιακές...
που ήμουνα, μαζί σου.

ξεχάστηκαν τα χάδια σου
επάνω στο κορμί μου...
να μου θυμίζουν, μάτια μου
(αλλοτινά παλάτια μου),
πως ήσουνα δική μου!

σαν το σεντόνι τής Σινδόνης...
μοιάζω, αγάπη μου, πού είσαι;
έλα, ξανά... στην αγκαλιά μου...
γαρουφαλλιά, τριανταφυλλιά μου,
τα μάγια ξόρκισε και λύσε!

σε καρτερούν τα χείλια μου,
που είναι ξεραμένα
και τα σβηστά καντήλια μου...
(αχ, πτέρνα μου, αχίλλεια μου),
ν' ανάψεις ένα-ένα.

κουμέττος κ.
(20/10/16 - 20:54, λευκωσία)

Μ' ΑΣΥΡΜΑΤΟ ΨΥΧΗΣ

Μπάρκαρε η νύχτα απ' του ορίζοντα τo αυγόφως
κι ήσουνα εκεί, μέσα στη σιωπή σου
σ΄ αναζητούσε των ωκεανών σου ο κόρφος
που δε δεχόταν την εκ της στεριάς φυγή σου

Μπάρκαρες, Κόλια, για τ΄ απόμακρα τα μέρη
πήγες τραβέρσο μαζί με τη γοργόνα
τα μαραμπού σου πετάνε δίχως ταίρι
αφού τα άφησες ορφανά και μόνα

Στείλ΄ ένα μήνυμα μ΄ ασύρματο ψυχής
στο Port Pegassu και στην Αλεξάνδρεια
πως ήταν για σένανε ζήτημα αρχής
στον απόπλου σου, να ΄σαι συ στη βάρδια
στείλ΄ ένα μήνυμα μ΄ ασύρματο ψυχής
στο Kuro Siwo και στην Τζένια ακόμη
πως ήταν για σένανε ζήτημα τιμής
τη γοργόνα σου, μην την αφήσεις μόνη

Μόνος πια ο Γουίλλη σου, ο μαύρος θερμαστής
ψάχνει στο πούσι το δικό σου το μαχαίρι
μέσα σε κύματα μιας θαλασσοταραχής
ναυαγός που ψάχνει τού ναυαγού το χέρι

Χάραξ΄ ένα στίγμα στο αρμυρό νερό
χάραξ΄ εκεί τη μορφή σου Καββαδία
να μας χορεύει του Ravel το "Bolerο"
ακροβατώντας στο φτερό του καρχαρία

Ερμηνεία: Τεύκρος Νεοκλέους
Moυσική: Χρίστος Ρουσιάς
Eνορχήστρωση: Δημήτρης Ζαχαρίου
Ποίηση: Κουμέττος Κατσιολούδης
ΤόΣΑ ΦΕΓΓάΡΙΑ ΣΤΟ ΚΟΡΜί ΣΟΥ...

Κι αν πήρα δρόμους, μακριά σου...
σ' άλλη ζωή να μυηθώ,
πώς πεθυμάω τη φωλιά σου,
μονάχα, μες στην αγκαλιά σου...
ξέρω... γεννήθηκα να ζω!

Τόσα φεγγάρια στο κορμί σου,
μύρισα μύρια γιασεμιά...
γεύθηκα χάδια, το φιλί σου,
ήμουν, αγάπη μου, μαζί σου,
σ' αγέρηδες κι απανεμιά!

Κι αν πήρα δρόμους, μακριά σου...
κάθε στιγμή, σαν ξενιτιά...
ν' ακούσω θέλω τη μιλιά σου.......
κι αναζητάω την καρδιά σου...
ξόρκι... της θλίψης μου γητειά!

κουμέττος κ.
(25/9/15 - 20:34, λευκωσία)
AΓΑΠΗ

Αν είναι να μιλήσουμε γι' αγάπη,
ας πάμε στο φεγγάρι αγκαλιά,
τ' αστέρια νυχτοΠούλια σε κιτάπι,
πυγολαμπίδες κι εσύ αμυγδαλιά.

Αν είναι να μιλήσουμε γι' αγάπη,
ας ντύσουμε τον ήλιο με φιλιά,
ο έρωτας κι αν μοιάζει με ζουλάπι,
μες στην αγάπη ανθίζει γιασεμιά.

Αν είναι να μιλήσουμε γι' αγάπη,
το σύμπαν μιας στιγμούλας δρασκελιά,
η πλάση με τριαντάφυλλα γεμάτη,
σαν αρχαγγέλων φαντάζει ζωγραφιά.

Aν είναι να μιλήσουμε γι' αγάπη,
η θάλασσα ας γένει μια σταλιά
κι εμείς καβάλα πάνω σ' άσπρο άτι,
να αρμενίζουμε στην ανεμελιά.

Αν είναι να μιλήσουμε γι' αγάπη,
ας μείνουνε τα στόματα κλειστά,
γιατί ό,τι κι αν πουν θα 'ναι απάτη,
γι' αγάπη ξέρει -μονάχα- η καρδιά.

Κουμέττος Κ.
(30-7-2011, Λευκωσία)
Ο ΚΑΘΡέΦΤΗΣ ΤήΣ ΧΑΡάΣ ΜΟΥ

Στων αιθέρων τ' ακρογιάλια,
στ' αντηλάρισμα τού πόθου,
έλα, που σε περιμένω,
μ' ένα βλέμμα διψασμένο,
στην καρδιά μου, παραδόθου!

Καρτερούν τα δυο μου χέρια,
για ν' αρμέξουν το κορμί σου,
θα χτυπούν, καθώς σ' αγγίξω...
κι όταν, αχ, μαζί σου, σμίξω,
ηδονής συναγερμοί σου!

Βρες την αφορμή και φάνου
στο κατώφλι μου μια νύχτα...
κι όλα σου τα περασμένα,
χειροπόδαρα δεμένα,
στο σκοτάδι μέσα ρίχ' τα!

Χάδια μου και τα φιλιά μου,
θα σ' τα δώσω, όταν έρθεις,
θα 'σαι μες στην αγκαλιά μου,
η φωνή κι η σιγαλιά μου,
της χαράς μου ο καθρέφτης!

κουμΕττος κατσιολοΥδης
(20/1/2017 - 19:22, λευκωσία)
ΜΗ ΜΟΥ ΦΕύΓΕΙΣ, ΧΕΛΙΔόΝΙ...

Το φθινόπωρο πληγώνει, 
ψιχαλίζει μοναξιά...
σπέρνει πόνο, σπέρνει δάκρυ 
κι όλο δείχνει ξενιτιά.

Ο Σεπτέμβρης, ο Οκτώβρης...
κιτρινίζουν τες χαρές,
φυλλοβόλος κι ο Νοέμβρης,
τριανταμιά πλην μια φορές.

Μη μου φεύγεις, χελιδόνι...
μη μου πάεις μακριά,
η απόσταση στεγνώνει
και τα πιο υγρά φιλιά.

Μη μου φεύγεις, χελιδόνι...
μη μου πάεις μακριά,
αχ, η άνοιξη φοβάμαι...
πως δε θα ξανάρθει, πια...

κουμέττος κ.
(29/10/14 - 13:21, λευκωσία)
ΠΙΑ, ΔΕΝ έΧΩ ΜάΝΑ...

στη μάνα μου († - 28/5/2009)

Πένθιμες καμπάνες, νεκρικές πομπές μου,
θύμησες με ζώνουν, που 'ρθαν απ' το χθες μου.
Σ' ουρανούς γαλάζιους, γκρίζα σύννεφά μου,
χάθηκε το γέλιο, όπως κ' η χαρά μου.

Νοσταλγώ να παίξω σε παιδιών αλάνα,
τότε, που 'χα... τώρα... πια, δεν έχω μάνα.
Ξενιτιά το σώμα, που με περιβάλλει,
έχασα Πατρίδα, δεν υπάρχει άλλη.

Στέρεψαν τα στήθια, έλειψε το γάλα,
Θέε μου, πώς ποθάω... τοσοδούλα στάλα.
Άνοιξη, μη φεύγεις -τέλη, κάθε Μάη-
τ' όνειρο, που είχα... μπάρκαρε και πάει.

Κουμέττος Κατσιολούδης
(14/6/2016, Λευκωσία)
ΣΤΗΝ ΤΑΥΤόΤΗΤΑ ΕΤΑίΡΑ
Λίγο πριν το μεσoνύχτι, μες στου φεγγαριού το δίχτυ,
σ' είδα να 'ρχεσαι μονάχη, ξεχασμένο θέρους στάχυ.
Είχες μάτια δακρυσμένα, σαν κεριά κυρτά, λιωμένα,
δεν αναζητούσες λύση˙ Ήλιος έμοιαζες στη δύση.
Στις ρυτίδες σου γραμμένο... είχες σάπιο πεπρωμένο,
μες σ' εκπτώσεις πουλημένο, απ' τoν βούρκο ξεβρασμένο.
Το παιχνίδι μου στημένο, τ' όνειρο κυνηγημένο,
πάει, πέρασε το τρένο, μου 'πες, δεν το περιμένω.
Του πεζοδρομίου κόρη, με σπασμένο μάχης δόρυ,
με ασπίδα τσακισμένη, με ψυχή θρυμματισμένη...
δίχα στη ζωή μουράγιο, δίχα Παναγιά και Άγιο,
στην Ταυτότητα Εταίρα, δίχα μάνα και πατέρα.
Γύρω σου βροχές και μπόρες, ήθους κήδευαν τες ώρες,
μες στα χείλη σου: η θλίψη, την καρδιά σου είχε στείψει.
Όλοι, σ' είχανε προδώσει, φίλοι τόσοι κι άλλοι τόσοι,
της αγάπης μία δόση, ποιος θα 'ρχόταν να σου δώσει;
Στης ελπίδας σου τα μέρη... ένα μαύρο περιστέρι,
θα σου έφερνε χαμπέρι: λείο, δίκοπο μαχαίρι...
για να κόψεις τα δεσμά σου και ν' απλώσεις τα φτερά σου,
μπας κι εκεί στον άλλο κόσμο, θα σε γιάτρευαν με δυόσμο.
Κουμέττος Κατσιολούδης
(3/4/2010, Λευκωσία)
ΜΕΘΥΣΜέΝΕΣ ΝύΧΤΕΣ
Τ' άστρα σ' αντικρίζουν μ' υποτίμηση,
οι χαρές σου μπάζουν, τα ταβάνια στάζουν...
μάτια σε χλευάζουν... όλοι, σε δικάζουν...
πια, οι μετοχές σου, δίχα ζήτηση.
Τρέχουνε οι μνήμες, βάζουν όπισθεν...
ψάχνουν για διαβάσεις σ' άσπιλες οάσεις,
παιδικές σου φάσεις, που 'χες πριν τες χάσεις...
τότες, που βρισκόσουν στα μετόπισθεν.
Νύσταξες, μα μένεις... άγρυπνος φρουρός,
μιας ζωής ληγμένης, αποτελειωμένης...
προ καιρού καμένης κι αποτεφρωμένης.
Σ' έναν άδειο κήπο... είσαι κηπουρός.
Μεθυσμένες νύχτες σε τρεκλίζουνε,
πέρασες τα χρόνια σ' άγονα σεντόνια....
κ' ήρθανε τα χιόνια, πού 'ν' τα χελιδόνια,
τη φωλιά τους, τώρα, πού τη χτίζουνε;
κουμέττος κ.
(30/10/16 - 02:02, λευκωσία)
ΑΓΙάΤΡΕΥΤΗ ΠΛΗΓή!

Ξεθωριασμένοι ουρανοί,
οι νύχτες, δίχως άστρα...
κ' η μοίρα σ' ό,τι κι αν ποθώ,
γελώντας μπαίνει στο χορό...
και κάνει μια χαλάστρα.

Μανούλα μου, αγάπη μου,
πνοή μου και ψυχή μου,
γιατί δε μου τ' ανέφερες;
ο κόσμος, που με έφερες....
αγιάτρευτη πληγή μου!

Αντιλαλούν οι εποχές...
στων Ελαιών τον Κήπο,
και μέσα στη ζωούλα μου,
χτυπάει η καρδούλα μου,
μονό... θλιμμένο χτύπο.

Κουμέττος Κ.
(9-11-2013, Λευκωσία)
ΧΑΛΚΕΥΜέΝΕΣ ΕΠΙΔΙώΞΕΙΣ...

Μια καληνύχτα την οφείλουμε σε όλους,
κάθε ψυχή στο δικό της ανηφόρι,
γύρω, ανέμοι την ραπίζουν αιμοβόροι,
σαν οι αγγέλοι αντιμάχουνται διαόλους.

Καράβια μπάζουν την αρμύρα των αιώνων,
πόσες ζωές βουτηγμένες μες στο δάκρυ,
ψάχνουν να βρούνε του ονείρου τους την άκρη,
πριν την σκοτώσουν ιεροκήρυκες αμβώνων.

Οι ουρανοί μας χαλκευμένες επιδιώξεις...
πλάνης σιγές ντύνουν κάθε σπιθαμή μας,
άλλη η ρότα, που 'χε η αναπνοή μας,
τώρα, το σπέρμα σπαταλιέται σ' ονειρώξεις.

Ληγμένα χάπια -κάθε μέρα- οι στιγμές μας,
σάπιες καρδιές κουβαλάμε μες στα στήθη,
ποιος είδε, πού 'ναι των προγόνων μας τα ήθη,
οι λεβεντιές μας κι οι αλύγιστες πυγμές μας;

κουμΕττος κ.
(21/1/2017 - 22:19, λευκωσία)
ΑΧ, ΚΟΡΜΑΤΖίΤΗ... ΧώΜΑΝ ΜΟΥ!

με ξακουστήν τη φήμην,
χαρά τζιαι λύπη στην καρκιάν
τζιαι γιασουμίν στη μνήμην.

Τα δάση, τα περβόγια σου,
των θαλασσών το τζιύμαν,
μιαν ομορφκιάν αθάνατην
σκορπίζουσιν με πείσμαν.

Αντάν μες στην αγκάλην τους,
ξαπλώνω τζιαι τζιοιμούμαι,
πως είμαι στον Παράεισον,
με τον Χριστόν θαρκούμαι.

Μες σ' όνειρα, που 'μουν μιτσής,
μες στα Μαλά γυρίζω,
στην Κούρκαν τζιαι στο Βόθινον
τες θυμαρκές μυρίζω.

Αγρέγια, μανιτάρκα μου,
συνάω τζιαι καππάριν,
ο κάμπος εν κατάσπαρτος
σιτάρκα τζιαι κριθάριν.

Στου πατρικού μου την αυλήν,
ψυσσής αλφαβητάριν,
βασιλιτζιάς κόφκω ψιντρής
ευωθκιαστόν κλωνάριν.

Στη βρύσην πάω για νερόν
να πκιω να ξεδιψάσω,
μαράζια, πόνους τζιαι καμούς,
αχ, πέρκει μου ξηάσω.

Τον Αϊ-Γιώρκην προσσυνώ,
ξωκλήσιν τζι' εκκλησίαν
τζι' ανάφκω, κάμνοντας ευτζιήν,
τζερίν στην Παναγίαν.

Οι προσευτζιές μου -ίσσαλα-
μιαν μέραν ν' ακουστούσιν
τζιαι πριν τα μάθκια κλείσουσιν
τη λευτερκάν να δούσιν.

Τζιαι να στραφούμεν έσσω μας,
στο λατρευτόν χωρκόν μας,
στον τόπον των προγόνων μας,
στους τάφους των γονιών μας.

Κουμέττος Κ.
(26/1/2013, Λευκωσία)



Μπορείτε ν' ακούστε το τραγούδι στον πιο κάτω σύνδεσμο,
σε Ερμηνεία Αντώνη Πετρή και Μουσική Χριστάκη Ορφανού.
https://www.facebook.com/kormakitisnet/videos/881125031942816/

ΤΖΙ' ΑΝΤάΝ ΦΩΝάΖΩ "Α ΜΑΝά"...

στη μάνα μου (†)

Το σπίτιν μας εφκιόρωσεν,
νοικοτζιυράν εν έσσει...
τζιαι που της λύπης τον καμόν,
το δάκρυν, σαν τον ποταμόν,
νύχταν τζιαι μέραν τρέσσει.

Της ζήσης το καντήλιν σου
ποιος λίβας σ' το 'σσει σβήσει....
τζιαι τζιείν' το τρυφερόν φιλίν...
που 'τουν που μέλιν πιο γλυτζιήν,
σαν ήλιος έσσει δύσει.

Τζι' αντάν φωνάζω "α μανά"...
τζι' απάντησην εν παίρνω,
ψηλά, δικλώ στον ουρανόν........
μ' έναν παράπονον πικρόν
τζι' ευτύς στο χώμαν γέρνω.

κουμΕττος κ.
(8/1/17 - 12:44, λευκωσία)
ΧΩΡΚόΝ ΜΟΥ, ΚΟΡΜΑΤΖΙήΤΗ ΜΟΥ...

αχ, φως των αμαθκιών μου,
το χώμαν των παππούων μου,
αρφάων τζιαι αρφούων μου,
γονιών μου τζιαι δικόν μου.

Στον κόρφον σου αντρώθηκα,
ξεδίψασα στη βρύσην,
κολύμπησα στες θάλασσες,
πεντάμορφες παντάνασσες,
που το βορκάν στη δύσην.

Τζι' αν πρόσφυγας εγίνηκα...
με βίαν, με το ζόριν,
μες στην καρκιάν η κόψη σου,
στη μνήμη μου η όψη σου.....
ασπίδα μου τζιαι δόρυν.

Την πλάσην τζι' αν μου τάξουσιν,
εσέναν, να ξηάσω....
ευτύς, θα σέ εθκιάλεα.........
τζιαι τ' όνομαν σου θα 'λεα.......
τζιαι ούλλα ας τα χάσω.

Την Άγιαν μέραν καρτερώ,
κανεί, Θεέ μου, πόσο;
Tζιαμαί, που με ξερίζωσαν.....
τζιαι με καμόν περίζωσαν...
τζιαι πάλε να ριζώσω.

Στην εκκλησιάν τ' Άη Γιωρκού
η λευτερκά να φέξει...
τζιαι ο Τβερίης, που χαράν........
να πάρει την κατηφορκάν,
στον κάμπον μας να τρέξει.

Κουμέττος Κ.
(27/3/2016, Λευκωσία)
Η ΛΕΜΕΣόΣ ΤΟύ έΡΩΤΑ

Μουντός καιρός κ' η Λεμεσός ζωσμένη γκρίζα νέφη,
του Ήλιου τού Ηλιάτορα λιαίνουνται αχτίδες,
μα έλα που ρομαντικές καρδιές κάνουνε κέφι,
να χτίζουνε τα όνειρα μ' ασθμαίνουσες ελπίδες.

Οι Γιωργαλλέτοι φύλαξαν πολύχρωμες τραγιάσκες,
τα μαντολίνα σίγησαν... τον πόνο δεν αντέχουν,
απόκριες πάνε, έφυγαν˙ μαζί τους πήραν μάσκες,
μα τα δικά μας σώματα ν' ανταμωθούνε τρέχουν.

Παγκάκι ολοστρόγγυλο συμπράττει με το κάρμα,
απρόσμενα, μας προσκαλεί σε "δείπνον" κατ’ ιδίαν,
του Ποσειδώνα οδηγεί ιππόκαμπος το άρμα
κι ο Πήγασος υπηρετεί στον Όλυμπον τον Δίαν.

Ψυχραγεριά κι αντίκρυ μας αρόδο τα βαπόρια,
μ' εσένα στην αγκάλη μου νανούρισμα υφαίνω,
τις μέρες που περάσανε, που μας κρατούσαν χώρια,
σαν άγκυρες σ' ένα βυθό καραμοσάλι δένω.

Σφυγμομετρώ τον έρωτα, κρατώντας σου τη μέση,
με τ' άλλο χέρι απαλά χτενίζω τα μαλλιά σου,
δεν ξέρω, δε σε ρώτησα: "Σ' αρέσει, δε σ' αρέσει;"
μπορεί και να φοβόμουνα ν' ακούσω τη λαλιά σου.

Το κύμα πλέκει βότσαλα μες στης ακτής την άμμο,
βουβά τα αυτοκίνητα -ιδρώνουν λαμαρίνες-
ευχή τυλίγει τα προικιά, που αναμένουν γάμο,
στο δέρμα σου τα χάδια μου φαντάζουν μπαλαρίνες.

Κουμανταρίας ευωδιές με αρπισμούς κιθάρας,
διαχέουνται υπέργεια και φτάνουν ως το Κούριο,
Ριχάρδος Βερεγγάρια νυμφεύεται Ναβάρρας˙
Μεσαίωνας ζωγράφισε εις το Κολόσσι φρούριο.

Αντίλαλος τού μέλλοντος σκορπίζεται τριγύρω,
στερνίζεται το πάθος μας τα όσα λεν προφήτες,
στα χείλια σου υγρό φιλί ποθώ μα δε σερβίρω,
καθώς σ' ένα ναυάγιο χαμογελούνε δύτες.

Κουμέττος Κ.
(4-3-2012, Λευκωσία)
ΑΜΜόΧΩΣΤΟΣ, ΜΟύΣΑ ΠΕΡίΛΑΜΠΡΗ!

Η Σαλαμίνα ρότα πλώρης απ’ το Ίλιον,
λώρο ομφάλιο βιράρουν κωπηλάτες,
μα η εκδίκησις τέμπλον επιστύλιον,
που εξορίζει αλλού τους παραβάτες.

Στην κολυμβήθρα η Θεοδώρ’ ανακαλιέται˙
γύρω της τείχη με συν/θλιμμένες πέτρες.
Η Αρσινόη στις πυραμίδες διερωτιέται:
Πώς να νικήσεις με αδειανές φαρέτρες;

Το κύμα ξέβρασε των πειρατών βαπόρι,
μου ’πες πληρώνω της δόξας οφειλές μου˙
μούσα περίλαμπρη, υιού Τελαμώνα κόρη,
ποια μοίρα φάντασμα σε έντυσε, για πες μου.

Στα μοναστήρια σου τα σήμαντρα σιγήσαν,
σαν την ψυχή σου δρεπάνιζε λιοπύρι,
δίχως βαλίτσες τα σπλάχνα σου κινήσαν
κι έμεινες μόνη, άδειο κρασιού κροντήρι.

Νάτοι οι Φοίνικες με κέδρινα καράβια
μες στο λιμάνι σου ξεμπάρκαραν πρωία,
βαμμέν' η όψη τους με πορφυρή μοράβια,
μάνα φωνάζουνε της Χαναάν κυρία.

Mες στις πλατείες σου σκιές οι Γενουάτες,
Ναπολιτάνοι, Πιζάνοι, Μαρσεγιέζοι,
συγκλητικοί από την Πόλη αποστάτες,
Φράγκοι κι ακόμη Άραβες, Εγγλέζοι.

Της Δυσδαιμόνας χτυποκάρδι ο Οθέλλος,
δίπλα ο Ιάγος, τον βολοδέρνει ματαιότις,
λευκό μαντήλι˙ τύψεις, θάνατος και τέλος,
της Φαμαγκούστας θέατρό της: «Aνθρωπότης!»

Γόργος, Ονήσιλος... απόγονοι Ησιόνης,
τρόπαιον κρανίον μηδιζόντων Αμαθουσίων,
δένει ο Ιούδας σχοινί κόμπο αγχόνης,
ωσάν χρησμός λαμβάνεται μαντείων.

Άγιος Νικόλαος των καταρτιών προστάτης,
Γότθων αψίδες, ρυτίδες στη μορφή του˙
φυσάει ο άνεμος -σας λέω είναι μπάτης-
αρμύρα ραίνει επάνω στη σκεπή του.

Μ’ ένα σταυρό στο χέρι του Βαρνάβα,
ο Τεύκρος, πάλιν, ορτσάρει απ’ την Τροία,
τι κι αν η πόλις Αττίλων είναι σκλάβα,
κραυγάζ’ η Έγκωμη: «Θα ’ρθει ελευθερία!»

Κουμέττος Κατσιολούδης
(18/3/2011, Λευκωσία)
ΛΑΡΝΑΚΑ: ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΑ

Στέκουν γραμμή οι άμαξες μπροστά στις Φοινικούδες,
ο Κίμωνας απ' τα βαθιά νεκρός βροντοφωνάζει,
ουρλιάζουν απ' τη θλίψη τους -στεντόρια- αλεπούδες,
ο άνεμος σφυροκοπά κι ο Αίολος διατάζει.

Ο Λάζαρος -Επίσκοπος- διαβάζει προσευχές του,
ο Ζήνωνας φιλοσοφά το Λόγο και τη Φύση˙
ραντίζουν στωικότητα ψυχής οι διδαχές του,
ο Ξενοκράτης, Κράτητας: τον είχαν κατηχήσει.

Oι Φοίνικες φυτέψανε τη "Νέα Πόλη": Kίτιον˙
πριν χρόνια μεριμνήσανε Αθάνατη να μείνει
κι αν στο λιμάνι μοίρασε σ' αλλοδαπούς συσσίτιον,
αδιάκοπα κι ατέλειωτα θα έχει για να δίνει.

Τη Λάρνακα -απλόχερα- η Παναγιά πλουμίζει,
σαν δίπλ' από την Ουμ Χαράμ ο λίθος αιωρείται˙
Αρμύρα γένεται νονά: Σαλίνες τη βαφτίζει.
- Ασσύριοι, με Αιγύπτιους γιατί ξιφομαχείτε;

Η αίγλη σου απύθμενη˙ τον Νώε γοητεύει,
στα πόδια σου γονυπετείς, πολλών φυλών μνηστήρες,
μα έσω η καρδούλα σου σαν καλογριά νηστεύει
κι απλώνει χέρι σ' ορφανά, σε πρόσφυγες και χήρες.

Κουμέττος Κ.
(20/4/2012, Λευκωσία)