Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ΔΙΑΖΕΥΓΜέΝΕΣ ΥΠΟΣΧέΣΕΙΣ
Συλημένες οι ψυχές μας
κι οι ζωές μας...
αδειανές φωτογραφίες,
πρόστυχες αγιογραφίες,
άτσαλες χορογραφίες.
Νυχτωμένες καλημέρες,
βρέχει σφαίρες!
Πώς αλλάζουν οι ανθρώποι
κι από ανθισμένοι τόποι...
μοιάζουνε μ' ερημοτόπι.
Ασυνάρτητες προτάσεις...
παρελάσεις!
Ο θυμός και η οργή μας,
βασιλεύουν την αυγή μας,
σαν ηφαίστειο η σιγή μας.
Αιματοβαμμένοι δρόμοι,
γύρω, τρόμοι!
Κι οι γαλάζιες θάλασσές μας......
αναπόφευκτες φυγές μας,
μα κι επώδυνες πληγές μας.
Διαζευγμένες υποσχέσεις,
πια, οι σχέσεις!
Και τα σ' αγαπώ, για πάντα...
σαν κηδεία μεταστάντα,
μια δακρύβρεχτη μπαλάντα.
κουμΕττος κ.
(10/4/17 - 21:54, λευκωσία)
Όσο είχα μάνα......
κι ας μην ήξερα πού πήγαινα....
ήξερα πού να επιστρέψω!

κουμΕττος κ.
(29/6/15 - 07:59, λευκωσία)
Μη χαίρεσαι, τσογλάνι... δεν πάω πίσω
―παίρνω φόρα!

κουμΕττος κ.
(11/6/13 -17:22, λευκωσία)
στον Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι

Κι αν με χτυπούν, αδιάκοπα...
κι αν πέφτω, διαρκώς, κάτω...
πάντα, σηκώνομαι...
κι ούτε αντιστέκομαι.......
κι ούτε ανταποδίδω.
Κι αυτοί, εντέλει, κλονίζονται...
κι εξαντλημένοι πέφτουν, μπροστά μου.
Λοιπόν, έτσι, εγώ νικώ...
με την αντοχή μου!

κουμΕττος κ.
(31/7/15 - 9:15, λευκωσία)


Όταν ξέρεις να επιπλέεις,
δεν έχει σημασία...............
αν είσαι στα ρηχά ή στα βαθιά!
κουμΕττος κ.
(10/4/17 - 16:40, λευκωσία)
Eπέστρεψες.
Νόμισες πως θα μ' έβρισκες......
εκεί, που μ' άφησες.
Να σου πω την αλήθεια;
Προσπάθησα..........
με νύχια και με δόντια προσπάθησα.
Αλλά ρέμα ορμητικό ο χρόνος.
Κι εσύ...... αργούσες.........
αργούσες.......... κι αργούσες.........
κουμΕττος κ.
(10/4/17 - 16:14, λευκωσία)
Πώς να σ' το εξηγήσω.
Όταν λείπεις..........
ολόκληρος, περισσεύω.....

κουμέττος κ.
(8/11/15 - 08:34, λευκωσία)
Πρωτογνωριστήκαμε 
την Εποχή των Παγετώνων...
κι αυτό με φοβίζει
―αν μ' αγκάλιασες από αγάπη
ή απ' το κρύο...

κουμΕττος κ.
(4/6/13 - 14:14, λευκωσία)

ΑΧΡΟΝΟ ΤΟΠΙΟ

Ταξίδεψα τη σκέψη μου σε άχρονο τοπίο,
σε πάλκο: πόνος με χαρά, ανάδρομα, παλεύουν,
στα πρόσωπα φορούνε, δες, της πλάνης προσωπείο,
θεριά τη μέρα γίνουνται, τη νύχτα ημερεύουν.

Hugo, η Esmeralda σου χορεύει σε προαύλιο,
μαζεύει μες στο δίχτυ της ματιές γιομάτες πάθος,
ο έρωτας παλιό σκαρί, που με/χωρίς πηδάλιο,
σε όποια θάλασσα βρεθεί, εκπέμπει στίγμα λάθος.

Η Πόλη καταλήφθηκε, μαρμάρωσε η μνήμη,
Κερύνεια μου, Αμμόχωστος κι Απόστολε Ανδρέα,
Αττίλας αρπαγόρνεος επέβαλε ταξίμι,
η τύχη, Αφροδίτη μου, ορίζεται μοιραία.

Στη Βενετιά τη γόνδολα ελαύνει γονδολιέρης,
Navajo λύκοι ντύνονται -οι μάγοι Skinwalkers-
σε μια καμπούρα κάθεται Σαχάρας καμηλιέρης,
σε θέατρο ανέβηκε του Sherwood έργο: Rockers.

Στην Κίνα πέντε ορφανά σπυρί ποθούνε ρύζι,
στο Rio de Janeiro δακρύζουν στις favelas,
ο Oliver στο Düsseldorf το δέντρο του στολίζει
κι ο Τοm τυπώνει νούμερο οπαδικής φανέλας.

Ο Hitler στέκει στη γωνιά, ο Stalin -τάχα- κλαίει,
στο Auschwitz και στα Gulag ξεσχίσανε ανθρώπους,
το αίμα ίδιο μέσα τους: βρωμιά, σαπίλα ρέει,
με όνειδος στιγμάτισαν γεννήσεώς τους τόπους.

Υπό της γλώσσας οβολός, σε βάρκα αναμένει,
ο Χάρος βγήκε παγανιά, γυρνά σε μαιευτήριο,
γαλέρα στο λιμάνι της επανδρωμένη δένει,
ωσάν σταυρός κατάρτι της, θυμίζει κοιμητήριο.

Αντίλαλος στο παρελθόν, ραγίζει αύριο/μέλλον,
θρηνεί με γέλιο το παρόν, χωρίς φωνή δικάζει,
ο ήλιος, πλέον, έπαψε να 'ν' άστρον ανατέλλων,
την τράπουλα, αδιάφορα, ο Βελζεβούλ μοιράζει.

Μουσική/Ερμηνεία: Παναγιώτης Σταματελόπουλος
Ποίηση: Κουμέττος Κατσιολούδης

ΘΑΛΑΣΣΑ

Πόσοι σταυροί στο κύμα σου, αχ, θάλασσα, φυτρώνουν;
Mανάδες πόσες καρτερούν και πόσες μαραζώνουν;
Πάρε κλωστή ορίζοντα και πλέξε μαύρο βένθος,
ανείπωτο που χάραξες μες σε καρδιές το πένθος.

Άστρα, ψηλά, σχοινοβατούν στου μπούσουλα τη ρότα,
γυναίκες, δίπλα ορφανά˙ ελπίδας σβήνουν φώτα.
Θάλασσα, πώς το άντεξες να πάρεις τον καλό τους,
πατέρα, άντρα κι αδελφό από το σπιτικό τους;

Μαύρο πανί κάθε σκαρί υψώνει σε λιμάνι,
Εβραίοι, κλαίνε Χριστιανοί, αλλά και Μουσουλμάνοι,
Βούδας γεννιέται στο Νεπάλ, Κολόμβος πλώρη βάζει,
η Πηνελόπη προς γιαλό θωρεί κι αναστενάζει.

Oύριος φυσάει άνεμος μ’ αντίτιμο Αυλίδας,
στα βάθη σου ίχνη ξηράς˙ Χαμένης Ατλαντίδας.
Θάλασσα, οι αγκάλες σου τριήρεις νανουρίζουν,
νησάκια -θήλες στήθους σου- το νόστο γαλακτίζουν.

Ψήνει καφέ μαρκονιστής κι αποθυμά πατρίδα,
για ν’ αλιεύσεις το φαγκρί, το δόλωμα γαρίδα.
Θάλασσα, πώς σαγήνευσες το ναυτικό κοντά σου,
πιστός να σού ’ναι εραστής στον αρμυρό οντά σου;

Πλέει ομφάλιος στεναγμός μες σ' αμνιακό σακίδιο,
ναυτάκια/βρέφη ξεγεννάς, ουδένα μ' άλλο ίδιο.
Κάθε ζωή σ' ανατολή... η μοίρα της η δύση˙
μαντήλι άσπρο χωρισμού... γελάει, μη δακρύσει.

Koυμέττος Κ.
(4/6/2011, Λευκωσία)
FINALE

Τι κάθεσαι, μένεις; Προς τι υπομένεις;
Ζωή... την αρνείσαι! Χαρές... τις στερείσαι!
Εσύ... αδικείσαι! Νεκρή... συντηρείσαι!
Αχ, πώς το αντέχεις; Mακριά... να μην τρέχεις;

Τι κάθεσαι, μένεις; Προς τι υπομένεις;
Προς τι την καρδιά σου... την αλυσοδένεις;
Προς τι την ψυχή σου, προς τι την μουρλαίνεις;
Προς τι τη φωνή σου... διαρκώς, την σωπαίνεις;

Τι κάθεσαι, μένεις; Προς τι υπομένεις;
Για μάθε να φεύγεις, πληγές ν' αποφεύγεις.
Για μάθε να είσαι, να μην προσποιείσαι
κι αντί στον καθένα... η έγνοια... σ' εσένα!

Για πάρε το δρόμο... και κάνε τον νόμο...
και βγες απ' το τέλμα... φωνάζοντας: "Tέρμα!",
για πάρε το δρόμο... και κάνε τον νόμο...
και πες του: "Mεγάλε... εδώ, το finale!".

κουμEττος κ.
(27/9/2014 - 21:42, λευκωσία)
Νόμιζα πως στα μάτια σου...
είδα τον Έρωτα,
μα ήταν σωσίας.............

κουμΕττος κ.
(27/11/14 - 19:25, λευκωσία)
Τα τριαντάφυλλα,
που έκοψες και μου έφερες...........
στάζουν αίμα.
Γιατί δε με πήρες να μου τα δείξεις;
κουμEττος κ.
(17/1/17 - 20:56, λευκωσία)
ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΣΜΟΥ

Η λίνια καμπυλόκοψε˙ υδρόγειο την διχάζει,
κηρήθρες είν’ τα μάτια σου, που στάζουν μέλι/νάζι,
σαν τα κοιτάζω -τρυφερά- χαράζω πόθου στίγμα˙ 
ακούς; Σε θέλ’ ολάκερη, δεν με πληροί το δείγμα.

Δηλώνω: σ' ερωτεύθηκα, ωσάν καμία άλλη,
στα έσω μου ζωγράφισα του σώματός σου κάλλη,
που όμοια τους δεν γεύτηκαν του στόματός μου χείλη,
καθώς μαζί τους ρούφαγα στα σκέλη σου κοχύλι.

Οι μέρες μας σκεπάζονταν, κουβέρτες τους οι νύχτες,
για χάρην μας σταμάταγαν των ρολογιών οι δείχτες,
ο χρόνος μάς μετάγγιζε τη θέρμη του με χάδια˙
στο δέρμα μας, κατάλοιπα, φιλιών πολλών σημάδια.

Τα σύννεφα δεν άργησαν με ζήλεια να φανούνε,
τα πάντα όσα ζήσαμε, ευθύς, πολιορκούνε,
με αστραπές λυσίκομες, διχόνοιας σπέρνουν μίσος.
Με αγαπούσες άραγες; Mου απαντάεις: Ίσως!

Ανήμερα του χωρισμού βασίλεψε το πάθος,
το μέλλον μας κουβάλαγε στη μνήμη μέσα λάθος,
τα πλείστα -βαρυσήμαντα- χρεώσαμε στο χθες μας˙
μοιράστηκε η Μοίρα μας, βρυχούν οι ενοχές μας.

Κουτσό θωρεί το όνειρο, βαστώντας πατερίτσες,
Ελένες το προδώσανε, Σοφίες και Μαρίτσες.
Γυναίκα, ναι, σ’ αγάπησα, βαθιά, μες στην καρδιά μου,
τα μέγιστα σού χάρισα μ’ υπογραφή φαρδιά μου.

Κουμέττος Κατσιολούδης
(8-12-2011, Λευκωσία)
Εκατόμβες νεκρών παιδιών στη Συρία.
Κι εσύ αισχρή ανθρωπότητα.....................
σφυρίζεις, αδιάφορα.
Γαμώ το κέρατό σου...........

κουμΕττος κ.
(26/8/13 - 9:16, λευκωσία)
Σ' αυτά τα κατσάβραχα....
έμαθα να περπατώ.
Σ' αυτά τα κατσάβραχα...
έμαθα να κολυμπώ.
Σ' αυτά τα κατσάβραχα...
έμαθα να ζω.
Στο Μερίτζιην μου.
Να τις χέσω τις αμμουδιές σας.
Δεν τις θέλω τις ανέσεις σας.
κουμΕττος κ.
(16/4/17 - 11:05, κορμακίτης)

Τα βράδια, για χρόνια......
μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι,
μα ποτέ το ίδιο όνειρο.
Χειρότερο κι απ' την απιστία αυτό....
κουμΕττος κ.
(8/4/16 - 19:14, λευκωσία)
Αγαπάω..........
χωρίς γιατί, διότι κι επειδή.
Α και κυρίως.......
αγαπάω άστοχα!

κουμΕττος κ.
(2/10/2011 - 15:35, λευκωσία)
- Δώσε μου τη σοφία τής ζωής, παππού μου...
- Δε μου λες, παιδί μου....
ξεδίψασες, ποτέ σου....
ενώ κάποιος άλλος πίνει νερό;
κουμΕττος κ.
(10/4/17 - 1:22, λευκωσία)