Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

ΛΑΡΝΑΚΑ: ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΖΗΝΩΝΑ

Στέκουν γραμμή οι άμαξες μπροστά στις Φοινικούδες,
ο Κίμωνας απ' τα βαθιά νεκρός βροντοφωνάζει,
ουρλιάζουν απ' τη θλίψη τους -στεντόρια- αλεπούδες,
ο άνεμος σφυροκοπά κι ο Αίολος διατάζει.

Ο Λάζαρος -Επίσκοπος- διαβάζει προσευχές του,
ο Ζήνωνας φιλοσοφά το Λόγο και τη Φύση˙
ραντίζουν στωικότητα ψυχής οι διδαχές του,
ο Ξενοκράτης, Κράτητας: τον είχαν κατηχήσει.

Oι Φοίνικες φυτέψανε τη "Νέα Πόλη": Kίτιον˙
πριν χρόνια μεριμνήσανε Αθάνατη να μείνει
κι αν στο λιμάνι μοίρασε σ' αλλοδαπούς συσσίτιον,
αδιάκοπα κι ατέλειωτα θα έχει για να δίνει.

Τη Λάρνακα -απλόχερα- η Παναγιά πλουμίζει,
σαν δίπλ' από την Ουμ Χαράμ ο λίθος αιωρείται˙
Αρμύρα γένεται νονά: Σαλίνες τη βαφτίζει.
- Ασσύριοι, με Αιγύπτιους γιατί ξιφομαχείτε;

Η αίγλη σου απύθμενη˙ τον Νώε γοητεύει,
στα πόδια σου γονυπετείς, πολλών φυλών μνηστήρες,
μα έσω η καρδούλα σου σαν καλογριά νηστεύει
κι απλώνει χέρι σ' ορφανά, σε πρόσφυγες και χήρες.

Κουμέττος Κ.
(20/4/2012, Λευκωσία)
ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΜΟΥ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ!

Νανουρισμά σου πεθυμώ, μανούλα μου, Κερύνεια
-τα χείλια σου δαφνόκλαδα, τα μάτια φινιστρίνια-
ψηλά, ο Πενταδάκτυλος με κάστρα και ξωκλήσια,
θυμάρια, κυπαρίσσια, πευκόδεντρα, μελίσσια.

Τον Καραβά, τη Λάπηθο, Καντάρα, Μπέλλα-Πάις,
στη μνήμη φέρνεις: Πάναγρα! Καρδιά μου, σπαρταράεις.
Το Βουφαβέντο καρτερεί˙ γυρνά, θωρεί αν πάμε,
μα, δυστυχώς, τη μοίρα μας στα χέρια δεν κρατάμε.

Κερύνεια μου, αγάπη μου˙ Κερύνεια μου, ζωή μου,
μονάχα, στην αγκάλη σου... αχ, είναι η ευχή μου:
"Μονάχα, στην αγκάλη σου, την ύστατη πνοή μου
ν' αφήσω, πριν το σωμά μου αφήσει η ψυχή μου!"

Πώς νοσταλγώ πορτοκαλιές, το φρούριο στο λιμάνι!
Καμπάνα, είθε, ν' ακουστεί η Κύπρος ν' ανασάνει.
Κερύνεια, πόλη όμορφη, απ' όλες πιο ωραία˙
καράβι, Θε μου, ας φανεί με Πράξανδρο, Κηφέα.

Η Ρήγαινα θα γκρεμιστεί από το παραθύρι
κι ο Άγιος Ιλαρίωνας θα στήσει πανηγύρι.
Ο Χάρος με τον Διγενή, στα μαρμαρένι' αλώνια,
ανακωχή θα κάνουνε για πέντε μ' έξι χρόνια.

Ο Κεφαλόβρυσος, ξανά, θα τρέξει σαν ποτάμι,
θα πιω νερό γιομίζοντας, σαν τότες, την παλάμη˙
οι τράτες μεσοπέλαγα λυθρίνια θα ψαρεύουν
κ' οι νιόπαντροι αντικρυστό χορό θα μας χορεύουν.

Στο σπίτι μου, γονατιστός... θ’ ανάψω το καντήλι,
οι γείτονες θα μαζευτούν, οι συγγενείς, οι φίλοι˙
θα μνημονεύσουμε νεκρούς στο χώμα μας προγόνους
τζι’ έναν λιγκρίν θα δώσουμεν: σκυτάλην σ’ απογόνους.

Koυμέττος Κατσιολούδης
(5/4/2012, Λευκωσία)

ΒΑΡΔΙΑ ΞΗΡΑΣ

Κι αν είχες όνειρα αρμυρά
χωρίς ένα στίγμα από στεριά
όλα εντέλει πήγαν στράφι
κι άραξες με ξηράς σινάφι

Άραξες μόνος, μα μαχαίρι
κράταγες σέμπρε μες στο χέρι
που το έχωσες σε σένα
στην Κυρία και σε μένα

Μαραμπού σε λέγαν ή Κόλια
πώς το ΄παθε η ψυχή σου η δόλια
σε βάρδια ξηράς να ξεμπαρκάρει
την κύκνεια ευχή σου να φουντάρει
Μαραμπού σε λέγαν ή Κόλια
πώς το ΄παθε η ψυχή σου η δόλια
να μην σου κάνει αυτή τη χάρη
απ΄ τους ωκεανούς σου να σαλπάρει

(Μαραμπού σε λέγαν ή Κόλια,
πώς το ΄παθε η ψυχή σου η δόλια,
σε βάρδια ξηράς να ξεμπαρκάρει
και μες στην Πικρία να σε πάρει)

Μαρκονιστή μου, Καββαδία
σε φτερό σε είδα καρχαρία
την Εσμεράλδα να χορεύεις
με πονηράδα να μου νεύεις

Φάτα Μοργκάνα αγναντεύεις
μα με μια Σχόλα πια χορεύεις
με πονηράδα πάλι νεύεις
και το μυαλό μου το μπερδεύεις

Ερμηνεία: Δημήτρης Μακρής
Moυσική: Χρίστος Ρουσιάς
Eνορχήστρωση: Δημήτρης Ζαχαρίου
Ποίηση: Κουμέττος Κατσιολούδης
ΔΙΧόΝΟΙΑ
Γρηγόρη μου, στον Μαχαιρά:
"Μολών Λαβέ!", κραυγάζεις˙
η Λευτεριά σ' ασπάστηκε, 
το σώμα σου λαμπάδα,
φτερά βγάζεις στα χέρια σου,
πετάς -ψηλά- ρεμβάζεις˙
μα όσα μας παρέδωσες.......
τα έζωσε θαμπάδα.
Πατρίδας, χώμα ιερό............
χαρίσαμε πεσκέσι,
ο Τεύκρος, μα κι ο Κίμωνας
δακρύζουν στην αρμύρα.
Ντροπή! Ο Πενταδάκτυλος.....
φορά Αττίλα φέσι,
η Μοίρα μάς περιγελά˙
χωρίς ελπίδα: στείρα!
Κερύνεια μου, Βαρώσι μου,
μοιράστηκε η Χώ_ρα,
της Μόρφου αγναντεύουμε
πορτοκαλιές με κιάλια,
η μαύρη ήρθ' επώδυνα,
θανάτου, πίκρας ώρα...........
το Εβδομήντα Τέσσερα
μάς ρήμαξαν τσακάλια.
Αλλοίμονο και τρισαλί............
κατάρα, που μας δέρνει,
μες στους Αιώνες, δυστυχώς,
βαριές οι οφειλές μας,
ο χρόνος πόνο τής σκλαβιάς,
αδιάκοπα, μας φέρνει,
σχεδόν, χωρίς αντίκρισμα:
κεριά κι οι προσευχές μας.
Πληγές μας, ανεπούλωτες........
το αίμα να θωρούμε.
Δεν θα αλλάξει η ροή,
δεν θα 'ρθει άσπρη μέρα,
(αυτήν καιρούς, που... όλοι μας˙
δεν ξέρω, καρτερούμε;)
αν τη Διχόνοια -παστρικά-
δεν διώξουμε στα................. πέρα!
Κουμέττος Κ.
(6-1-2011, Λευκωσία)
ΚΥΠΡΟΥ "ΟΔΥΣΣΕΙΑ" 

Η Πηνελόπη θλίβεται,
πονάει, μαραζώνει,
για χρόνια, με υπομονή...
υφαίνει την ελπίδα,

στη θάλασσα το βλέμμα της
κι η σκέψη πελαγώνει,
λειψό, μισό το σώμα της˙
θυμίζει μιαν Πατρίδα.

Μια μέρα να γινόμουνα,
Θεέ μου, Οδυσσέας...
Ιθάκη: η Κερύνεια μας,
να φτάσω σε ακτή της,

εγκλωβισμένοι καρτερούν
κι Απόστολος Ανδρέας,
Αγιά-Μαρίν' Ασώματος,
Καρπάσια, Κορμακίτης.

Σειρήνες, Κίρκη, Κύκλωπες
κι η Καλυψώ, ακόμη,
σκοτάδια, που ορθώνουμε...
εμείς, μες στην ψυχή μας,

μα της παιδείας οι φανοί
-ελευθερίας νόμοι-
φωτίζουνε τους δρόμους μας
κι ορίζουν τη ζωή μας.

Κουμέττος Κ.
(14-5-2012, Λευκωσία)
ΗΤΑΝΕ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ ΠΡΩΤΗ

Στον αγνοούμενο 1ο μου ξάδελφο
Ρογήρο Κουμέττου

Ήρθ' η άνοιξη -πριν χρόνια-
και σε έφερε,
μα κρυμμένο μυστικό της…
δεν ανέφερε.

Γύρω γέλαγαν ζουμπούλια
και ανθίζανε,
χελιδόνια στη χαρά τους...
φτερουγίζανε.

Refrain:
Ήτανε του Μάρτη πρώτη,
που γεννήθηκες,
στις αγκάλες έρμης μάνας
αναδύθηκες.
Σε φωνάξανε Ρογήρο
και σε βάφτισαν,
μα σαν έμαθαν τη μοίρα...
όλοι, σάστισαν.
Σ' είχε, τότε, επιλέξει
γι' αγνοούμενο,
να 'σ’ ερώτημα -για χρόνια-
αιωρούμενο.
Να σε ψάχν' η φαμελιά σου,
ασταμάτητα,
τα καλέσματά τους, όμως...
αναπάντητα.

Στην Κερύνεια σου τα ίχνη
εθεάθηκαν,
για φορά, πια, τελευταία…
και εχάθηκαν.

Από τότε οι γονείς σου,
δε γελάσανε,
τ’ οξυγόνο τής ζωής τους…
το εχάσανε.

Σαν το 'μάθαν στο χωριό σου
κοντοστάθηκαν,
αχ, κ’ οι όψεις των δικών σου...
εμαράθηκαν.

Μία λέξη -τ' όνομά σου-
ανασαίνανε,
σα στη μνήμη τη μορφή σου...
όλο, φέρνανε.

Refrain:
Ήτανε του Μάρτη πρώτη,
που γεννήθηκες,
στις αγκάλες έρμης μάνας
αναδύθηκες.
Σε φωνάξανε Ρογήρο
και σε βάφτισαν,
μα σαν έμαθαν τη μοίρα...
όλοι, σάστισαν.
Σ' είχε, τότε, επιλέξει
γι' αγνοούμενο,
να 'σ’ ερώτημα -για χρόνια-
αιωρούμενο.
Να σε ψάχν' η φαμελιά σου,
ασταμάτητα,
τα καλέσματά τους, όμως...
αναπάντητα.

Απαγγελία:
Δάκρυ και φωτογραφία...
έσμιγαν στο χέρι,
μέχρι που απέθανε,
χωρίς για σέ χαμπέρι.
Έφυγε η μανούλα σου...
με τον καημό της,
πού να ήταν άραγε...
το σπλάχνο το δικό της;
Έφυγε κι ο πατέρας σου...
με την πατερημί του,
ήταν πρωί ο γιόκας του
και βράδυ η προσευχή του.
Έψαχνε το λεβέντη του...
και είχε τ' όνομά του
πάντοτε, προσκέφαλο...
και μες στα όνειρά του.

Refrain:
Ήτανε του Μάρτη πρώτη,
που γεννήθηκες,
στις αγκάλες έρμης μάνας
αναδύθηκες.
Σε φωνάξανε Ρογήρο
και σε βάφτισαν,
μα σαν έμαθαν τη μοίρα...
όλοι, σάστισαν.
Σ' είχε, τότε, επιλέξει
γι' αγνοούμενο,
να 'σ’ ερώτημα -για χρόνια-
αιωρούμενο.
Να σε ψάχν' η φαμελιά σου,
ασταμάτητα,
τα καλέσματά τους, όμως...
αναπάντητα.

Aπαγγελία:
Όσοι, τώρα… απέμειναν,
ποτέ, δε σε ξεχνάνε...
πάντα, θα σε καρτερούν,
για σένα… θα ρωτάνε.
Περήφανοι, που έχουνε…
το αίμα το δικό σου,
την Άγια Ώρα προσδοκούν...
να δουν το πρόσωπό σου.
Ήρθ’ η άνοιξη και πάλι,
μα δε σ' έχει φέρει,
μου 'πε, όμως: "άκου κάτι,
που σ' ενδιαφέρει...
τo λεβέντη που σας πήραν,
μην τον κλαίγετε,
είν' το σώμα του λαμπάδα,
μα δεν καίγεται!"

Refrain:
Ήτανε του Μάρτη πρώτη,
που γεννήθηκες,
στις αγκάλες έρμης μάνας
αναδύθηκες.
Σε φωνάξανε Ρογήρο
και σε βάφτισαν,
μα σαν έμαθαν τη μοίρα...
όλοι, σάστισαν.
Σ' είχε, τότε, επιλέξει
γι' αγνοούμενο,
να 'σ’ ερώτημα -για χρόνια-
αιωρούμενο.
Να σε ψάχν' η φαμελιά σου,
ασταμάτητα,
τα καλέσματά τους, όμως...
αναπάντητα.

Κουμέττος Κατσιολούδης
ΑΠΟΥΣίΕΣ

Πικρό το βόλι... σβήσαν ελπίδες...
Αττίλες ήρθαν, μοιάζαν μ' ακρίδες...
σπαρτά θερίσαν, π' άλλοι τα σπείραν,
κουρσέψαν σπίτια και μας τα πήραν.

Χαμένα χνάρια... φωτογραφίες...
μετρά η μνήμη τες απουσίες,
λειψά τα χέρια, δάκρυα στα μάτια...
και μια πατρίδα στα δυο κομμάτια.

Ριγά ο χρόνος... απ' το μαράζι,
σαν το Βαρώσι... αναστενάζει...
Κερύνεια, Μόρφου, πια, δε γελάνε,
να πάμε, πίσω... μας καρτεράνε.

κoυμέττος κ.
(8/9/14 - 14:33, λευκωσία)
ΣΤΟΝ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟ

Αγκάλιασα τον Χάροντα, τον φίλησα στο στόμα,
τα ήπιαμε, γενήκαμε απ' το μεθύσι λιώμα˙ 
κι αφού λεπτού κρατήσαμε σιγή -εις μνήμη ζώντων-
μονόδρομο επήραμε, αυτόν των τεθνεόντων.

Στον Άδη, σα διαβήκαμε, γελούσαμε με βρόντο,
ο Πλούτωνας μάς δώρισε βαζάκι περγαμόντο.
Γλυκός που είν' ο στεναγμός στου κουταλιού την κοίλη˙
σ' αδράχτι μια υφάντρια περνά ζωής σφοντύλι.

Οι κατοικίες των νεκρών μιαν ευωδιά σκορπίζουν,
τα σώματα -αργόπνοα- στο βάρος τους λυγίζουν
κι απόκληρες οι θύμησες συμπράττουν με τ' αγέρι,
καθώς φρουτάκια ορφανά γυρνούν σε κουλοχέρη.

Αινείας με τον Σίβυλλα, Ορφέας κι ο Θησέας,
Ιησούς Χριστός κατέβηκαν, αλλά κι ο Οδυσσέας,
μα έστρεψαν κι επέστρεψαν στη ζήση πάλι πίσω˙
η Ευριδίκη φώναξε: "Μπροστά σου... μη γυρίσω!"

Η Περσεφόνη καρτερεί μιας άνοιξης κλωνάρι,
για έξι μήνες θλίβεται, αναζητάει χάρη˙
κι η Δήμητρα -η μάνα της- αχ, πώς την αναμένει,
δακρύζει η καρδούλα της, στα δύο μοιρασμένη.

Λευκή, Μινθώ -δεν ντρέπεστε- το κέρατο πληγώνει˙
το σώμα σας κατάδικο στο χώμα θα ριζώνει.
Ο Ηρακλής τον Κέρβερο στη Γη τον ανεβάζει
κι ο Ευρυσθέας, λέγεται, στη θέα του τρομάζει.

Στον Κάτω Κόσμο διαιτητής σφυρά -διαρκώς- μια λήξη,
να εύχεστε το σφύριγμα τ' αυτιά σας μην αγγίξει,
καθώς του Κρόνου ο υιός γελάει πάνω σ' άρμα,
τ' αγνώστου χρόνου μπαμπεσιά τυφλώνει κι άλλο κάρμα.

Τρεις συλλαβές η γέν-νη-ση κι ο θά-να-τος, επίσης,
ισορροπί' απόλυτη ανατολής και δύσης.
Αιδοίο, σπρώξε τον καρπό˙ προϊόν σου, Συνουσία,
πριχού η πύλη να φανεί... γνωστή: Aχερουσία!

Koυμέττος Κατσιολούδης
(12/8/2012, Λευκωσία)
ΜΟΙΡΑΣΜέΝΗ ΠόΛΗ!

Μοιρασμένη πόλη —Λήδρας, πριν, βασίλειο,
γύρω προμαχώνες, μοιάζεις με τον Ήλιο˙
μοιρασμένη πόλη, σ' είπαν Λευκουσία,
διάσπαρτη στο χώμα κρύβεις ιστορία.

Μοιρασμένη πόλη, τότες... Λευκοθέα,
είσ' εσύ, απ' όλες, αχ, η πιο μοιραία˙
μοιρασμένη πόλη, δε σε φτάνουν στόλοι,
βάζεις στις πληγές σου άχρωμη φορμόλη.

Μοιρασμένη πόλη, γύρω-γύρω τείχη,
σάλπισμα θανάτου κανονιών οι ήχοι˙
μοιρασμένη πόλη... τρεις εισόδιες πύλες,
άνοιξε η μία, μπήκανε Αττίλες.

Μοιρασμένη πόλη, στην καρδιά το βόλι,
μοιρασμένη πόλη —σε γνωρίζουν όλοι˙
μοιρασμένη πόλη τού Ονασαγόρα,
πότε θ' ανασάνεις, πότε θα 'ρθ' η ώρα;

Koυμέττος Κατσιολούδης
(11/1/2009, Λευκωσία)
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΡΙΒΑΣ ΔΙΓΕΝΗΣ

Η έσχατη εντύπωση: κριτής στο χρόνο μένει,
ασχέτως κι αν διαφέρουνε των εποχών προσόψεις;
Tυπώθηκες σε νόμισμα, που έχει δύο όψεις˙
ψευδώνυμό σου: Διγενής, χωράει δύο γένη.

Τρανός, ΕΟΚΑ αρχηγός, αντάρτης θαρραλέος,
σεμνά τα παλικάρια σου, εσύ θετός τους κύρης˙
σε Έπους Επανάσταση, δεινός καραβοκύρης.
Σου πρέπει κλέος άφθιτον, μιας κι ήσουνα γενναίος;

Tων Αχαιών ιδανικά το βλέμμα σου σκορπούσε,
το όραμα τής Ένωσις κουβάλαγες στα στήθη˙
η σπάθα σου αλύπητη -προφύλαγε τα ήθη-
στη θέα σου ο Χάροντας, δειλά, υποχωρούσε.

Τα έτη πήγαν τέσσερα μ' αγχόνες και θυσίες,
τα δάκτυλά σου ταίριαξαν σ' Ακρίτα το καλούπι,
ανάλογο το μπόι σου, παρόμοιο το σουλούπι˙
μα ίσα που 'ρθε ΑΝΟΙΞΗ˙ σιμά της "προδοσίες".

Με λίγες τζίφρες έσβησαν Αγώνας κι η ελπίδα˙
ξεψύχησαν τα θέλω σου μια νύχτα στη Ζυρίχη,
σαν στο Λονδίνο έραβαν σημαία -δίχα τύχη-
μια μοιρασμένη ζύμωναν να έχουμε Πατρίδα.

Τι κρίμα! Δεν κατάλαβες; Τα πάντα σχεδιασμένα˙
κι εσύ πιόνι έγινες μεγάλων συμφερόντων.
Το ’74˙ κι αν ξέφυγες των ζώντων,
ευθύνη φέρεις μέγιστη˙ την δείχνουν: πεπραγμένα.

Την ΚYπρο, που λευτέρωσες, Αττίλας διαφεντεύει˙
κι η μοίρα της -μεσίστια- δακρύζει πληγωμένη,
η ιστορία έγραψε˙ κι αυτό θα σε βαραίνει:
"Πως όποιος μάνα αγαπά... την κόρη της φονεύει!".

Κουμέττος Κατσιολούδης
(22/5/2012, Λευκωσία)

ΞΕΧΕΙΛΩΜέΝΟ ΤΟ ΑΙΔΟίΟ

Οι μαριονέτες, τα πιόνια,
στον κόσμο σπέρνουν τη διχόνοια.
Τα κομματόσκυλα γαυγίζουν,
πηδιούνται, γλείφουν, σαλιαρίζουν.

Ξεχειλωμένο το αιδοίο
κ' η Γη: φθηνό ξενοδοχείο.
Μη με ρωτάς: "Tι με θυμώνει;"
ψέμα: "Το κάπνισμα σκοτώνει!"

Υποκρισία βρέχει-τρέχει
δίχα ομπρέλα ποιος αντέχει;
Πείνα παντού κ' ηθανεργία,
ψυχές με άδεια τα ταμεία.

Κουμέττος Κατσιολούδης
(20/9/13 - 3:56 μ.μ, Λευκωσία)
ΜΗ ΜΟΥ ΜΙΛάΣ...

Μη μου μιλάς για τα μικρά,
που δένουν τα βαπόρια...
στων φόβων τα λιμάνια τους,
μαζί με την αδράνεια τους...
και τρέμουν τα μποφόρια.

Μη μου μιλάς για τις φωνές.
Δεν έγιναν οι σκέψεις!
Μες στη δειλία των στιγμών,
των θολομένων μας βυθών...
πνιγήκανε οι λέξεις.

Μη μου μιλάς για όνειρα,
που έμειναν στη μέση,
που πριν να δούνε λίγο φως,
χωρίς γιατί... αχ, δυστυχώς....
χαθήκανε στη σβέση.

κουμΕττος κ.
(27/2/17 - 13:04, λευκωσία)
Σ' αγαπώ σημαίνει..........
παίζουμε κρυφτό και κρύβομαι...
αλλά κρύβομαι...........
στους πιο διάφανους χώρους...........
κουμΕττος κ.
(27/2/17 - 14:27, λευκωσία)
- Και τι άλλο θα μάθω από τον πόνο,
παππού μου;
- Να επιτρέπεις στους άλλους
να σε βοηθάνε, παιδί μου!
κουμΕττος κ.
(28/2/16 - 16:19, λευκωσία)
Ωραία... πανέμορφη...
φαίνεται από τη Γη..............
η Σελήνη!
Για πήγαινε, όμως...
εκεί, να ζήσεις..............
κουμΕττος κ.
(23/7/15 - 10:15, λευκωσία)
Έλα.....
κάνε και λίγες αμαρτίες.
Στα γεράματα θα λες.........
μόνο, προσευχές...
κουμΕττος κ.
(25/10/14 - 08:08, λευκωσία)

Προσοχή με τα προσωπεία. Πολλές φορές, γίνουνται πρόσωπα.

κουμΕττος κ.
(23/2/12 - 14:09, λευκωσία)
Κι αν νιώσεις άνοιξη......
είναι που μόχθησε τόσο ο χειμώνας!
κουμΕττος κ.
(1/3/15 - 9:27, λευκωσία)
Ω, ΑΝΟΙΞΙΣ!
Ω, άνοιξις! Εφάνηκες με τ' άνθη σου τα πρώτα
και τ' ουρανού μ’ αγιόκλημα τυλίγεις τη θωριά του˙
για πρόταξε τα στήθη σου και φύλαγε τα νώτα,
μπας κι ο Φλεβάρης ξέχασε να ρίξει τη ζαριά του.
Των γιασεμιών μοσχοβολιές σ' αιθέρες αρμενίζουν,
γαρδένιες και τριαντάφυλλα στολίζουνε στεφάνι,
δυο τσέλιγκες σε μια πλαγιά πεδιάδες ατενίζουν
κι η μάνα μου στον κήπο μας ποτίζει το μποστάνι.
Τα χελιδόνια έφτασαν και φτιάχνουν τις φωλιές τους,
σαν τον πηλό απλώνουνε: δεινοί χτιστάδες μοιάζουν,
που έχουν στο γονίδιο τους ζωγράφων πινελιές τους˙
τα μάτια όσων τις κοιτούν με δέος τις θαυμάζουν.
Μυριάδες βγήκαν χρώματα, πλουμίστηκαν οι κάμποι,
η φύση σε ανάταση σκορπάει τη χαρά της
κι η Πούλια με ολόγιομο χαμόγελο -που λάμπει-
υψώνει τ’ άστρα της ψηλά, χωρίς το μακαρά της.
Της Περσεφόνης τα παιδιά: ο Βαγγελιώτης Μάρτης,
ο Γρίλλης ο Απρίλης της κι ο Μάης/Κερασάρης,
ο πρώτος είναι φυτευτής, γνωστότερος σαν γδάρτης,
ο δεύτερος τριανταφυλλάς κι ο τρίτος λουλουδιάρης.
Κουμέττος Κατσιολούδης
(1/3/2012, Λευκωσία)
Ως δάσκαλος
δοκίμασα όλες τις μεθόδους διδασκαλίας.......
η πιο αποτελεσματική;
η Αγάπη!

κουμΕττος κ.
(11/11/15 - 05:22, λευκωσία)
Με αγάπησες................
το ξέρω!
Μα η διαφορά μας ήταν πως εσύ...
μου έδινες, μόνο....
από αυτά που είχες,
ενώ εγώ.....
κι από αυτά, που δεν είχα.......
κουμΕττος κ.
(19/3/16 - 14:12, λευκωσία)
Έχω ερωτευθεί........
σε δέκατα τού δευτερολέπτου,
μα κι έχω ξενερώσει...........
σε χιλιοστά του!

κουμΕττος κ.
(12/2/2017 - 16:11, λευκωσία)
Μη χαίρεσαι, που λυγίζω. Και τα τόξα λυγίζουν, καθίκι.........

κουμΕττος κ.
(12/11/16 - 19:29, λευκωσία)
ΘάΛΑΣΣΑ...
Στα μήκη και στα πλάτη σου,
σ' ορίζοντες και βάθη,
της πλάσης σμίγουν οι φυλές
-στη μέση ένας ναργιλές-
και συγχωρούν τα λάθη.
Αντανακλάσαι, θάλασσα,
στον ουρανό επάνω,
το χάραμα σε χαίρομαι...
το δείλις σε παντρεύομαι
κι ολονυχτίς... σε χάνω...
Η μοίρα σου αιχμάλωτη,
στο "παίρνει και στο φέρνει"
και τ' αρμυρό το χάδι σου
-του έρωτα υφάδι σου-
γέλιο και δάκρυ σπέρνει.
κουμΕττος κ.
(21/7/14 - 10:19, λευκωσία)




ΜάΘΕ ΝΑ ΛΕΣ ΤΑ "Σ' ΑΓΑΠώ ΣΟΥ!"...
Μάθε να λες τα "σ' αγαπώ!" σου...
σ' ανθοβολιές τού πρωινού,
μάθε να λες τα "σ' αγαπώ!" σου...
μ' ένα κλαδάκι γιασεμιού.
Μάθε να λες τα "σ' αγαπώ!" σου...
στην κάψα τού μεσημεριού...
μάθε να λες τα "σ' αγαπώ!" σου...
μ' ένα φιλί γλυκού μελιού.
Μάθε να λες τα "σ' αγαπώ!" σου...
στο έμπα, φεύγα... δειλινού,
μάθε να λες τα "σ' αγαπώ!" σου...
μ' άγγιγμ' ανάλαφρου χαδιού.
Μάθε να λες τα "σ' αγαπώ!" σου...
στ' αμυδροφώς τού φεγγαριού...
μάθε να λες τα "σ' αγαπώ!" σου...
σ' ύπνο βαθύ... μαξιλαριού.
Μάθε να λες τα "σ' αγαπώ!" σου...
στον ξύπνιο σου και στ' όνειρό σου,
μάθε να λες τα "σ' αγαπώ!" σου...
κάθε στιγμή... στον άνθρωπό σου!
κουμέττος κ.
(10/8/14 - 17:32, Λευκωσία)



- Πώς θα καταλάβω πως αγαπώ, παππού μου;
- Όταν αγαπάς, παιδί μου..........
ό,τι και να δίνεις..........
όσα και να δίνεις,
παραμένεις, πάντοτε, ακέραιος!
κουμΕττος κ.
(2/3/17 - 13:51, λευκωσία)
ΟΥΤΟΠίΑ
στα παιδιά των ναρκωτικών
Ακυβέρνητο καράβι 
στων πελάγων τες φουρτούνες,
σ' άγρια κύματα φυτεύεις...
τρεις ντουζίνες παπαρούνες.
Μες στ' αλλόκοτό σου βλέμμα,
οι αχτίδες δεν μπορούνε...
να διαλύσουνε το πούσι,
μάταια, το προσπαθούνε.
Μπάρκαρες, χωρίς πυξίδα,
των ονείρων σου προδότης...
χίμαιρες, σε κυνηγάνε...
η ζωή σου ματαιότης!
Κι αν νομίζεις πως γυρνάεις...
μες σε κήπους Παραδείσου...
σ' ανταμώνω να πεθαίνεις
σε ειρκτές λευκής αβύσσου.
Μιας πλανεύτρας Ειμαρμένης,
πάψε, πια, να είσαι θύμα...
της πνοής σου μην το κόβεις...
τόσο πρόωρα το νήμα.
- Tι την θες την Ουτοπία;
Πριν τρακάρεις... πάτα φρένα.
Ξύπνα... μέσα σου, περνάνε...
οι αυγές σου... άδεια τρένα.
κουμΕττος κ.
(13/2/17 - 17:52, λευκωσία)
ΚΡΕΜΕΖΙά ΤΡΙΑΝΤάΦΥΛΛΑ
Μες στη δίνη των ανέμων σ' αγκαλιάζω...
μη μου φύγεις, μη σου φύγω... μια στιγμή...
και στα χείλια σου τα χείλια μου τα βάζω
κι επουλώνω, με φιλιά... κάθε ρωγμή.
Στα ξωκλήσια των ματιών σου προσκυνάω...
κάθε γέλιο σου... καινούριο ή παλιό...
και στον έρωτα βυθίζομαι... μεθάω...
η μορφή σου... της καρδιάς μου χειμαδιό.
Πιότερο, για να διαρκεί... σ' το συλλαβίζω...
και σου λέγω πως: "Πο-λύ σε α-γα-πώ!"
και τη σκέψη "αν σε χάσω"... τη σκορπίζω...
ή σαν στόμα... πριν μιλήσει... το σιωπώ.
Τ' ανθογυάλια των χεριών σου... στελεχώνω...
με τριαντάφυλλα... σε χρώμα κρεμεζί...
κι αν μ' αγκάθια -κάποτες- κι αν σε ματώνω...
είναι διότις... και τα δυο... πάνε μαζί.
κουμΕττος κ.
(14/10/2014 - 20:24, λευκωσία)
ΤΑΞίΔΙ -ΑΤΑΞίΔΕΥΤΟ-
Tεντώνουμαι˙ της θάλασσας
τα μάκρη της να φτάσω.
Στον ουρανό χαρταετοί...
κι αν φτάνουν ως την Αϊτή,
δηλώνουν: "Πάμε πάσο!".
Ταξίδι -αταξίδευτο-
μες στην καρδιά μου έχω˙
ο πόθος ανεκπλήρωτος,
υπάλληλος απλήρωτος,
μου λέει: "Δεν αντέχω!".
Κοφτές, ψυχρές αναπνοές,
ρουφά ως το μεδούλι,
κουτσός Φλεβάρης έρχεται
κι εντός ωρών εισέρχεται,
χτυπώντας το νταούλι.
Σκυτάλη παγοχειμωνιάς,
στην άνοιξη θα δώσει,
μα σα στο χέρι της βρεθεί,
προτού στιγμή την αισθανθεί,
αυτή -διαμιάς- θα λιώσει.
Χαλιά ανθών και μυρουδιών,
στην πλάση θ' απλωθούνε,
μα τα δικά μου όμματα...
θα ψάχνουν καταστρώματα,
να τα ερωτευθούνε.
Στου Μάρτη τα βαπόρια,
που ναυτικούς προσμένουν,
για μπάρκα λεύτερων ψυχών...
κι όχι ωσάν των ατυχών,
που σε ξηρές λωλαίνουν....
να ήτανε ν' ανέβαινα
κι εγώνι ν' αρμενίσω,
χωρίς σκοπό... στο πουθενά,
μες σε μελλούμενα κενά...
κι ας μη γυρνούσα πίσω!
κουμΕττος κ.
(31/1/2017 - 14:44, λευκωσία)
Λοιπόν,
ας χωριστούμε σε νικητές κ' ηττημένους.
Οι νικητές απ' τη μια...............
κι όλοι............ απ' την άλλη!
κουμΕττος κ.
(20/3/15 - 12:53, λευκωσία)
Μην προσπαθείς!
Η βροχή θα βρει το χώμα...
το ποτάμι τη θάλασσα....
κι ο άνθρωπος....... την Αγάπη.....
κουμΕττος κ.
(2/1/15 - 15:04, λευκωσία)
Ο πατέρας μου.......
δεν ήξερε να με αγαπά.
Ήξερε, όμως, να με φροντίζει.
Ο πατέρας μου.....
δεν ήταν της θεωρίας....... 
ήταν της πράξης!
κουμΕττος κ.
(10/2/17 - 13:22, λευκωσία)
Και τα έκανες γερά...................
και τα έκανες ψηλά.....
και τα έκανες απόρθητα.
Πού να ήξερες...........
πως τα τείχη,
που έχτιζες για την προστασία σου...
θα ήτανε της φυλακής σου!
κουμΕττος κ.
(21/8/15 - 17:23, κορμακίτης)

Ήρθαν τα χελιδόνια...........
κι αναζητούν την άνοιξη˙
ναι,
αυτήν που τους κλέψαμε!
κουμΕττος κ.
(10/3/12 - 12:37, λευκωσία)
"Σ' αγαπώ!" σημαίνει....
πως μεταξύ εμένα κι εσένα.....
διαλέγω εσένα!
κουμΕττος κ.
(24/5/16 - 16:55, λευκωσία)
Κι αν νυχτώνει......
είναι για να ονειρευτούμε, όσα δε ζήσαμε.
Κι αν νυχτώνει..............
είναι για ν' αποδοθεί δικαιοσύνη..........
κουμΕττος κ.
(23/7/14 - 19:54, λευκωσία)
Στον έρωτα...........
δεν υπάρχει προορισμός.
Η πορεία καθορίζει την πορεία,
η εξέλιξη την εξέλιξη.
Ο έρωτας..................
διέψευσε, όλους, τους προφήτες......
κουμΕττος κ.
(28/9/15 - 18:43, λευκωσία)
Και τώρα που σε γνώρισα......
με όσες ήμουν......
ήταν λες και σε απατούσα!
κουμΕττος κ.
(3/3/2016 - 19:26, λευκωσία)
ΓΡΗΓόΡΗΣ ΑΥΞΕΝΤίΟΥ
(Ο Σταυραετός τού Μαχαιρά)
Tα λόγια αποδήμησαν, δε θα ’ρθουν χελιδόνια,
του Μάρτη τρεις οι μέρες του, ορφάνεψε ο μήνας,
στις Πλάτρες βουβαθήκανε γλυκόλαλ’ αηδόνια˙
η Λευτεριά δεν άντεξε μπουντρούμια καραντίνας.
Καμίνι η βουνοπλαγιά, π' ο αητός φωλιάζει,
η Μοίρα του μονάχη της, χωρίς κανέν' αντάμα,
μα 'πό ψηλά ο Διγενής Ακρίτας τής φωνάζει:
"Το χέρι σου στο μπράτσο μου! Δικιά μου γένε ντάμα!".
Χορεύουν, δίπλα Χάροντας, τριγύρω φλόγες καίνε,
το αίμα/λάδι άναψε της Κύπρου το καντήλι,
καιροί και χρόνοι πέρασαν, μα τ' όνομά σου λένε,
οι νιοι και νιες σου, Ζήδρο μου, με γιασεμί στα χείλη.
Σε θαύμασ' ο Αλέξανδρος, μαζί κι ο Λεωνίδας,
στην Iστορία κραύγασες το σθένος της γενιάς σου,
ως τέκνον ήσουν άξιον μιας μάνας Ελληνίδας,
σημαία γαλανόλευκη στη θέση της καρδιάς σου.
Βιολί στον ώμο στήριξες, στο χέρι σου δοξάρι,
"Μολών Λαβέ" μελώδησες, υμνώντας Θερμοπύλες,
ο βίος σου εντάχθηκε σ' Αγίων συναξάρι,
Παράδεισος σού άνοιξε ολάνθιστές του πύλες.
Του Γρίβα χέρι 'σύ δεξί, τα πρόσωπά σου χίλια,
στην πλάση όλη έδειξες, Γραικέ, τη λεβεντιά σου,
σου πρέπουν δάφνες ποίησης, ναοί με περιστύλια,
σαν φόρος θα 'ν' ελάχιστος, ομπρός στην αρχοντιά σου.
Σαν Ζήδρος, Μάστρος, Αίαντας, σαν Ρήγας, Ζώτος, Άρης,
από τον Πενταδάκτυλο ως Τρόοδος κρυβόσουν,
ευθύνη είχες μέγιστη εσύ να κουμαντάρεις:
ενέδρες, μάχες, σαμποτάζ... τζιαι ύστερις χανόσουν.
Αντάρτικου υπαρχηγέ, καμάρι της ΕΟΚΑ,
ο Τάμεσης σε τρόμαξε, εθίχθη το Λονδίνο,
χοντρά σε επικήρυτταν, σου έστηναν και μπλόκα˙
για μια στιγμή στο πλάι σου και τη ζωή μου δίνω.
Δικέφαλη η όψη σου, στην Πόλη η καρδιά σου,
Μαρμαρωμένος Βασιλιάς πορφύρα την τυλίγει,
Αγια-Σοφιά λογιέται να 'ν' η αγαπητικιά σου˙
Βασιλική, ο Βόσπορος την προδοσία πνίγει.
Ανέμισες στους ουρανούς τα χέρια σου/φτερά σου,
αγκάλιασες τον θάνατο, ωσάν καλό σου φίλο,
τα δάκρυα σου δεν έσταξαν στη γη τ' αχαϊκά σου,
αξίες, ήθη τίμησες˙ Σωκράτη, μα κι Αισχύλο.
Στην Ολυμπία κότινος ελιάς σε στεφανώνει,
τα Τείχη εγκρεμίστηκαν κι εμπήκες στα Ηλύσια,
αιώνια η Άνοιξις... ποτέ δε μαραζώνει,
του κλέους σου εξίσωσις: Ιλιάδα συν Οδύσσεια.
Διαχέεται ροδόσταγμα από το σκήνωμά σου,
ο πόνος τής μανούλας σου μες στην ψυχή της μένει,
του κύρη σου παράσημο στο στήθος τ' ονομά σου,
ο ήρωας μάς δίδαξες πώς ζει και πώς πεθαίνει.
Σταυραετέ του Μαχαιρά, Γρηγόρη Αυξεντίου,
η Λύση σου σε άνδρωσε, Πιερής σου κι Αντωνία.
- Γιατί, δεν εφυλάξαμε προζύμι ωαρίου,
αφού και πάλι είμαστε σκυφτοί μες στη γωνία;
Koυμέττος Κατσιολούδης
(12/1/2012 - Λευκωσία)
ΣΤΟΝ ΓΡΗΓόΡΗ ΑΥΞΕΝΤίΟΥ
Ανδριάντες τεράστιοι,
προτομές κ' ιστορία,
απελέκητα, ολόλευκα πεντελικά μάρμαρα,
πύρινοι... περήφανοι λόγοι,
ταινίες και χρώματα,
μελωδίες και στίχοι,
αμέτρητες σελίδες με τ' όνομά σου
και τόσες χιλιάδες παιδικές ψυχές,
σ' ανέμεναν -εναγωνίως-
κι εσύ, Γρηγόρη, φάνηκες συνεπής!
Koυμέττος Κατσιολούδης
(3-3-2001, Λεμεσός)
ΑΝ έΧΕΙ άΝΤΡΑΝ έΝΑΝ ΝΑ ΖΗΛέΨΩ...
στον Γρηγόρη Αυξεντίου
Αν έχει άντραν έναν να ζηλέψω,
εγώ θα σας το πω…
Γρηγόρη, Γρηγόρη, εσένανε ζηλεύω,
εσέν’ αναζητώ.
Αναζητώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
αναζητώ την αετίσια σου ματιά,
αναζητώ, Ζήδρο μου, την πυγμή σου,
αναζητώ τη ρωμαλέα σου καρδιά.
Αν έχει άντραν έναν να ζηλέψω,
εγώ θα σας το πω…
Γρηγόρη, Γρηγόρη, εσένανε ζηλεύω,
εσέν’ αναζητώ.
Πήγες ψηλά, ανδρείε μας, λεβέντη,
πήγες ψηλά, με κότινο ελιάς,
πήγες ψηλά, δε δέχθηκες αφέντη,
πήγες ψηλά, παλικάρι λευτεριάς.
Πήγες ψηλά, ψηλά στα κορφοβούνια,
πήγες ψηλά, ψηλά στον Μαχαιρά,
πήγες ψηλά, ψηλά μέχρι την Πούλια,
εκεί, ψηλά σε πήγαν τα φτερά.
Αν έχει άντραν έναν να ζηλέψω,
εγώ θα σας το πω…
Γρηγόρη, Γρηγόρη, εσένανε ζηλεύω,
εσέν’ αναζητώ.
Κουμέττος Κατσιολούδης
(3-3-2004, Λευκωσία)
ΑΧ, ΣΠΛΑΧΝΟ ΜΟΥ!
Στον Πιερή Αυξεντίου
Συγκράτησα το δάκρυ μου, ομπρός τους μη σε κλάψω,
δε σ' άξιζε, Γρηγόρη μου, ταπείνωση μου τέτοια˙
τις σάρκες σου, σαν άγγιξα -καντήλι θα σ' ανάψω-
ο πόνος μου ισάξιος με χίλια δυο σεκλέτια.
Κατράμι η καρδούλα μου, θρηνεί για την πνοή σου˙
αλλοίμονο, στη μάνα σου... πώς θα της πω τα νέα;
Aν μπόραγα θα έμπαινα στη θέση τη δική σου,
προτού το νήμα σου -δειλοί- στο κόψουνε χυδαία.
Για δώσ' μου, κύρη, δυο στροφές -για λίγο ξεκουράσου-
στον Ζήδρο μας το σήμερα με λόγο να μηνύσω:
Tο Χρέος έπεσε βαρύ, λυγίζουν τα παιδιά σου,
καθώς η Κύπρος μας μισή... ποθά να έρθεις πίσω!
Ξεκούρδιστο το ήθος μας, μ' αιδώ σε ατενίζει,
για μια Ιδέα πρόσφερες θυσία το κορμί σου,
ω, Αητέ Δικέφαλε, τη Μοίρα ποιος ορίζει;
Πώς θα 'θελα να μου 'δινες, για πάντα, την ορμή σου!
Καμπάνα πένθιμα ηχεί κι εγώνι πώς θα ζήσω;
Αχ, σπλάχνο μου... αχ, γιόκκα μου, ανθέ μου, εύοσμέ μου,
χωρίς εσέναν κάλλιο 'ναι -ευτύς- να ξεψυχήσω,
Θεέ μου, που 'χασες Υιόν˙ πώς άντεξες, για πε μου;
Koυμέττος Κατσιολούδης
(9-7-2012, Λευκωσία)
Ο ΣΤΑΥΡΑΕΤόΣ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡά
Αντίλαλος Θερμοπυλών...
συντάραξε την πλάση,
αγέρηδες βουβάθηκαν...
στη θέα της ψυχής σου,
πεδιάδες ετρομάξανε...
βουνά, λαγκάδια, δάση
κ' οι ουρανοί χωρίστηκαν
στο χνώτο της φυγής σου.
Σταυραετέ, ανέμισες...
τ' αλύγιστα φτερά σου,
κι ατένισες του Μαχαιρά,
ψηλά, τα κορφοβούνια,
τα νιάτα σου θυσίασες,
μαζί με την καρδιά σου,
σαν έτοιμος από καιρό...
θαρρώ από την κούνια!
Ακλόνητος κι αλύγιστος
κι αλώβητος στο πόνο,
δασκάλεψες γενιές γενιών...
το τι εστί Πατρίδα,
απόρθητος στ' ανθρώπινα
κι αθάνατος στο χρόνο,
σ' αρμόζει, Ζήδρο, λεβεντιάς...
θεόρατη αψίδα.
Κουμέττος Κατσιολούδης
(6/11/2013, Λευκωσία)
ΓΙΑ ΞΥΠΝΑ ΤΖΙ' ΕΛΑ, ΖΗΔΡΟ ΜΟΥ!
Στον Μασσαιράν εκάψαν σε
τζι' εγίνηκες ποζαύλιν,
μ' αθάνατην αρμάστηκες
τζιαι πλουμιστήν τη φήμην˙
θυμάσαι τότες στο χωρκόν,
που έκλεισες το τάβλιν
τζιαι επήες τζι' ανασήκωσες
της λευτερκάς διτζίμιν;
Αντρώθηκεν ο σπόρος σου
τζιαι κάρπισεν παλάζζια,
-του τόπου σου παρηορκά,
που λείφκεις του εσούνη-
μα έσσω μας τα γέγια μας
γυρίσασιν μαράζζια,
δευτεριγιούνην ήρτασιν
μιτά τ' Αττίλα Ούννοι.
Για ξύπνα τζι' έλα, Ζήδρο μου,
μαζίν με το σινάφιν
τζιαι φέρτε τους Αρκάντζιελους,
Χριστόν τζιαι Παναγίαν,
προζύμιν που το σώμαν σας
ζυμώστε μες στην σκάφην
τζι' έναν παπάν φωνάξετε
να κάμει λειτουργίαν.
Eμπήκα μες στες θύμησες,
προψές, το μεσανύχτιν
-αγνάντεψα το χώμαν μας,
που ούλλον καρτερά μας-
η μνήμη μου εδάκρυσεν,
γυρόν μου ετιλύχτην,
ποιον ριζικόν μάς έκοψεν
τζιαι πάλε τα φτερά μας;
- Τζερύνεια μου, Βαρώσιν μου,
τζι' Απόστολε Αντρέα,
τα γρόνια τζι' αν περάσασιν,
ας έρτει να χαρούμεν,
η ώρα τζιείνη που 'ννα δει
η γη μας η Τζιυπραία,
Ανάστασην -αχ, ίσσαλλα-
τζιαι πίσω να στραφούμεν!
Κουμέττος Κατσιολούδης
(12-5-2012, Λευκωσία)
στον Γρηγόρη Αυξεντίου († - 3/3/1957)
Κάποιος, σαν σήμερα....
έγινε κάρβουνο......
για ν' ανάβουν κάποιοι άλλοι κάρβουνα........
για να γλεντούν... για να γελούν.
"Τιμή σ' αυτόν!",
βροντοφωνάζει ο Μαχαιράς.....
κι αντηχεί στον Πενταδάκτυλο.....
στην Κερύνεια.... στο Βαρώσι.....
κουμέττος κ.
(3/3/2016 - 17:09, λευκωσία)
στον Γρηγόρη Αυξεντίου
Από μικρός, λοιπόν, ήθελες.......
να 'σαι πιο ψηλά...........
πιο ψηλά απ' όλους.
Κι έπιασες τα βουνά........
κι έπιασες τους ουρανούς.......
κουμΕττος κ.
(3/3/17 - 06:57, λευκωσία)
Τίποτα δε μου απέμεινε...
συγγνώμη!
Πέρασαν κάτι έρωτες...... τυμβωρύχοι...
κουμΕττος κ.
(10/11/15 - 18:09, λευκωσία)
Κάτσε, τώρα, ν' αποδείξεις...
πως αυτός ο τόπος........
ο ίδιος τόπος...
γέννησε κι έναν Αυξεντίου............
κουμΕττος κ.
(14/5/15 - 17:25, λευκωσία)
Λίγο η αγαμία τους.
Λίγο η μοναξιά τους.
Ετοιμόρροπο τ' αύριο τους.
Είχαν τις μαύρες τους.
Νύχτωσε, κιόλας.................
Πιο τέλειος συγχρονισμός.............
ούτε στα όνειρά τους!
κουμΕττος κ.
(12/11/16 - 12:46, λευκωσία)
Μεγάλωσε τα παιδιά της μόνη
―λέγεται πως κάποιες φορές,
ανάμεσα στα σκέλια της...................
είδανε να κρέμονται....
ένα πέος και δυο αρχίδια!
κουμΕττος κ.
(22/6/13 - 16:56, λευκωσία)
Κάποτε........
την παρήγαμε την αγάπη.
Κι είχαμε κι αρκετό περίσσευμα...
ακόμη και για εξαγωγές.
Τώρα, πλέον, μόνον..........
την εισάγουμε.
Και μπαίνουν και κάτι φόροι......
μα κάτι φόροι........... ναααα!
κουμΕττος κ.
(3/3/17 - 19:42, λευκωσία)
Κι αν μεγαλώνω..............
είναι που το ύψος μου παραπλανά......
είναι που κανείς, πια, δε με παίζει.
κουμΕττος κ.
(3/3/17 - 19:29, λευκωσία)
Σέρνομαι κάτω απ' τ' αστέρια..............
κι αυτά κάνουν πως δε με βλέπουν.
Με κάτι τέτοιες συνωμοσίες
φτάνω, κάθε βράδυ και πέφτω..........
μες στην αγκαλιά σου..............
κουμΕττος κ.
(17/7/16 - 22:53, λευκωσία)
στον πατέρα μου († - 29/12/1995)
Κι έφυγες.
Κι ύστερα νύχτωσε.
Κι ύστερα κατάλαβα
πως σκοτάδι σημαίνει απουσία φωτός.
Απουσία δική σου.
κουμΕττος κ.
(20/2/17 - 17:35, λευκωσία)
Μα δε μου λείπουνε φεγγάρια......
ούτε μισά, ούτε ολόγιομα.
Ήλιοι, μου λείπουνε............
Ήλιοι....... αυτόφωτοι.....
Ήλιοι......... ολόφωτοι........
κουμΕττος κ.
(19/8/16 - 09:49, λευκωσία)
Ό,τι πιο τραγικό
―να ξεγεννάς τ' όνειρό σου... νεκρό.....
κουμΕττος κ.
(26/8/16 - 11:56, λευκωσία)
Υποσχέσεις.
Καμιά δεν κράτησα.
Όλες τις έδωσα.
Καμιά δεν κράτησα.
κουμΕττος κ.
(4/3/15 - 12:02, λευκωσία)
Να 'ξερες,
πόσες φορές κοιμηθήκαμε μαζί...
κι εσύ έλειπες...

κουμΕττος κ.
(9/5/13 - 7:11 μ.μ, λευκωσία)
Μη με κοιτάς
―νιώσε με!
Μπες στη θέση μου.
Βγες απ' τη δική σου.
Ξενιτεύτου.
Κάν' το σώμα μου,
δεύτερή σου Πατρίδα!

κουμΕττος κ.
(5/6/13 - 10:18 μ.μ, λευκωσία)
ΠΑΤΡίΔΑ

στους ξενιτεμένους μας

Πατρίδα
―γιαίμαν μου εσού, που μ' αθυμίζεις τζιύρην,
παππούν, γιαγιάν... στην ξενιθκιάν...
τζιαι προσφυγιάς τσατίριν.

Πατρίδα
―μάνα τζι' αδερφή, για κάμε μου χαττήριν...
τζιαι γιάνε κάθε μου πληγήν,
ν' αρτζιέψω παναΰριν.

Πατρίδα
―κάθε σου παδκιά, πνοής μου παραθύριν,
γλυτζιήν τής Τζιύπρου μου κρασίν,
που πίνω ξεροσφύριν.

Πατρίδα
―λέξη ιερή, καρκιάς-ψυσσής γιοφύριν,
νερόν που λάκκον, που πηγήν...
σαν μέλισσας τη γύρην.

Πατρίδα
―δίχα σου, αχ, πώς... αχ, πώς να δω χαΐριν,
μακρά σου, εν έχω οσσιόν...
τζιαι κρούζω στο λιοπύριν.

Κουμέττος Κ.
(16/8/14 - 9:47, Λευκωσία)
Κι έβαλα τους πύργους,
τους αξιωματικούς,
τους ίππους και τους στρατιώτες μου,
μπροστά.
Πού να ήξερες πως δεν είχα βασιλιά....
ούτε καν βασίλισσα.
Πού να ήξερες.......
πως, μόνο, η μπλόφα μ' απέμεινε....
για να σε κερδίσω...............
κουμΕττος κ.
(5/3/17 - 09:59, λευκωσία)
Αυτά που κυνηγάμε....
έξω μας...
μας κυνηγάνε..................
μέσα μας.
κουμΕττος κ.
(31/10/16 - 17:24, λευκωσία)
Η αγάπη δε στεριώνει με νίκες,
αλλά με ισοπαλίες
―ακόμη κι αν χρειαστεί να βάλεις αυτογκόλ!

κουμΕττος κ.
(19/6/13 - 16:19, λευκωσία)

Οι θνητοί γεννιούνται
και δεν ξέρουν πότε θα πεθάνουν.
Οι αθάνατοι ξέρουν!
Ξέρουν και πότε και πού και πώς.....
κι ο Αυξεντίου ήξερε.....
κουμΕττος κ.
(5/3/17 - 14:37, λευκωσία)
Το θέμα δεν είναι να βρεις κάποιον,
που να σε καταλαβαίνει,
αλλά να καταλάβεις, εσύ, τον εαυτό σου!
Δεν ήρθαμε σ' αυτόν τον κόσμο,
για να φτιάξουμε συμμαχίες......
ούτε για ν' αναζητήσουμε παρηγοριές.
Αυτά, για κάτι δειλούς είναι........
κουμΕττος κ.
(26/9/16 - 18:03, λευκωσία)
- Σ' αγαπώ.....
- Γιατί;
- Αν υπήρχε γιατί... δε θα ήταν αγάπη...
αλλά συναλλαγή...........
κουμΕττος κ.
(10/7/14 - 7:29 μ.μ, λευκωσία)
Από την πρώτη στιγμή,
που γεννιέσαι...
χαροπαλεύεις.
Κάποτε, με χαμόγελο... και
πάντοτε... με δάκρυ...

κουμέττος κ.
(8/2/15 - 10:15, λευκωσία)
Μα ο κόσμος μας, αγάπη μου......
έτσι, λειτουργεί!
Ήταν, είναι και θα είναι... 
γιομάτος μ' αντιθέσεις
―μέρα και νύχτα,
αρχή και τέλος,
σκοτάδι και φως..........
εμείς..... και οι άλλοι....

κουμέττος κ.
(21/11/14 - 5:44, λευκωσία)
- Το ήξερα πως θα γυρίσεις πίσω...
- Πώς;
- Στην τελευταία σου ματιά..........
φτεροκοπούσαν χελιδόνια.....
κουμΕττος κ.
(17/8/14 - 14:33, λευκωσία)
Όχι άλλες ερωτήσεις.
Οι απαντήσεις κουράστηκαν.
Πάνε να ξαπλώσουν.
κουμΕττος κ.
(6/3/14 - 00:11, λευκωσία)
ΥΠΕΝΘύΜΙΣΗ
Οι άνθρωποι εκτιμούν κάτι,
όταν το χάνουν!
Χιλιοειπωμένο
(κι όχι τυχαία!),
αλλά είπα να το ξαναπώ,
διότι το κύριο πρόβλημά μας,
δεν είναι η γνώση,
αλλά η μνήμη...........
κουμΕττος κ.
(24/10/14 - 16:32, λευκωσία)
Να σ' το πω.......
πιο απλά!
Μπορεί να μας ενώνουν περισσότερα...
απ' όσα μας χωρίζουν,
αλλά μας χωρίζουν σημαντικότερα...
απ' όσα μας ενώνουν.
Κι αυτό.......
πιότερο μετρά!
κουμΕττος κ.
(28/11/15 - 16:09, λευκωσία)
Ξηγημένες κουβέντες.
Τα γιασουμιά, που σου δάνεισα........
τα θέλω πίσω.
Τες ευωδιές τους, που μύρισες........
χαλάλι σου!
Και να πας στο καλό...........
κουμΕττος κ.
(10/9/15 - 13:31, λευκωσία)
Και τα χελιδόνια......................
Εγγλέζοι... στην ώρα τους!
Μα η άνοιξη............
σ' εμάς μοιάζει.
κουμΕττος κ.
(6/3/17 - 17:34, λευκωσία)