Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Νόμισα πως οι έρωτες..........
είναι για τους μικρούς.
Πού να ήξερα πως όσο μεγαλώνεις......
μεγαλώνουν!
κουμΕττος κ.
(10/1/17 - 22:09, λευκωσία)
Μην υποτιμάς τους ευαίσθητους.
Μάχες έχασαν.............
πολέμους, ποτέ!
κουμΕττος κ.
(2/8/15 - 17:09, λευκωσία)
Ανεκπλήρωτοι έρωτες!
Λευκές σελίδες στο ημερολόγιό μας............
που εσκεμμένα λευκές τες αφήσαμε,
μπας και.............
κουμΕττος κ.
(26/8/16 - 08:41, λευκωσία)
Καμένη από έρωτες..........
καμένη βαθιά.......
καμένη, παντού.
Δεν αντέχει, πια....
ούτε και τα πιο απαλά χάδια....
κουμΕττος κ.
(11/11/16 - 15:19, λευκωσία)
ΠΡΟΣ ΣΥΖύΓΟΥΣ
Ν' αγαπάτε τα παιδιά σας
και να λατρεύετε τη μάνα τους........
κουμΕττος κ.
(22/1/17 - 13:57, λευκωσία)
ΜUAMMAR ABU MINYAR AL-QADDAFFI

Εμφύλιο λώρο έκοψες, ξαπόστειλες αγύρτη˙
Μωάμεθ, δε λυπήθηκες τη μάνα του, τη Σύρτη;
Βεγγάζη, Σάπχα, Τρίπολη, γεράκι τού Κουράις,
الله أكبر * φώναξαν και στο καλό; Ας πάεις!

Qaddafi, "Τέλος" έφτασε, η άμμος εκινήθη,
μ' εκδίκηση σ' αγκάλιασε, λογχίζοντας τη λήθη.
Το αίμα σου στο σώμα της, μιάσματος κηλίδα,
δικτάτωρ "Ζήτω!" έσβησε, κραυγάζει μοιχαλίδα.

Κλαδί, όπου καθόσουνα, το έκοβες για χρόνια,
ανέλπιδα ανέμενες, εκ μέρους του, συμπόνοια.
Oι κίονες, που γκρέμιζες, στηρίγματα ναού σου˙
Aλήθεια, πώς δεν ένιωσες, τον πόνο του λαού σου;

Το κράτος, που κυβέρναγες, μαζών Jamahiriya,
χωρίς κρεμμύδι και αυγό, δεν φτιάχνεται τορτίγια˙
και για να είσαι άνθρωπος -που δεν τον αηδιάζεις-
στο σχήμα/σώμα δεν αρκεί, μονάχα, να του μοιάζεις.

* Allahu Akbar: ο Θεός είναι μεγάλος

Koυμέττος Κ.
(20-10-2011, Λευκωσία)
ΠΡΑΣΙΝΗ ΝΕΡΑΙΔΑ

Μια μέρα σ' είδα να γελάς,
σιμά σου: πυραμίδα.
H έρημος σε θαύμαζε
κι ο Νείλος σε ποθούσε˙

ο πελαργός στον ουρανό...
αγόρι κουβαλούσε,
μια μήτρα το ανέμενε,
μετά... θερμοκοιτίδα.

Αψήφησες τον Φαραώ
στης Γκίζας τα εδάφη,
ο δούλος μου 'πες γένεται,
καθώς δεχθεί αφέντη.

"Εβίβα!", στρίγγλισες -βραχνά-
κερνώντας μου αψέντι˙
με παραισθήσεις άνοιξαν
της φαντασίας τάφοι.

Mπωντλαίρ, Ρεμπώ μάς ζήλεψαν˙
ακόμη, κι ο Πικάσο,
η "Πράσινη Νεράιδα"...
φτερούγιζε, ομπρός μας,

γλυκάνισος συν μάραθος
κι η αψιθιά -εντός μας-
σμαράγδωσε η όψη μας
και πώς να το ξεχάσω;

Στα μάτια μου σφηνώθηκες...
μαζί με την καρδιά σου,
ο έρωτάς σου έψαχνε
από καιρό λιμάνι,

σαν στην Ινδία φύλαγαν
το "Ντάρμα" τους Βραχμάνοι,
βαθιά, εσύ, μου χάραζες
στα χείλια δυο φιλιά σου.

Υπέταξες τη μνήμη μου.
Αισθήσεις μου; Επίσης!
Το άγγιγμά σου σκλάβωσε...
την κάθε μου ανάγκη˙

οι Ενετοί δε φάνηκαν,
μα ούτε ήρθαν Φράγκοι,
κατάφερες εμένανε...
σ' εσένα να εθίσεις.

Κουμέττος Κ.
(12-5-2012, Λευκωσία)
ΤύΨΕΙΣ
Πού να κρυφτώ;
Όπου κι αν κρυφτώ............
μου το σιγοψιθυρίζω!
κουμΕττος κ.
(20/3/15 - 07:02, λευκωσία)
ΟΙ ΤΥΦΛΟΠόΝΤΙΚΕΣ
Σε υπόγεια και σε υπονόμους,
δικαστές μιας ξεφτίλας ζωής,
που ανήθικους φτιάξανε νόμους...
στη σκιά μιας ντοπέ κορυφής.
Της ημέρας το φως σάς τυφλώνει
τες ψυχές σας το σκότος βολεί
―η αλήθεια το ψέμα σκοτώνει
και το θάβει σε λάκκο βαθύ;
Πού στο σύμπαν εχάθηκες, Μαίρη;
Kι ο Ιησούς; Θα ξανάρθει στη Γη;
Είτε κρίνο ιδείς ή μαχαίρι
πάρ' το πριν... η αυγή δε φανεί.
Κουμέττος Κ.
(20-3-2014, Λευκωσία)
Λοιπόν, φιλαράκο μου.............
μάθε πως στη ζωή.....
δεν υπάρχει, μόνο, η ιστορία σου,
αλλά και των άλλων.
Κι αν υπάρχει αλήθεια.......
είναι κάπου στη μέση.
κουμΕττος κ.
(20/3/16 - 22:26, λευκωσία)

Κυριακή 19 Μαρτίου 2017

ΟΔΟΣ ΣΟΥΤΣΟΥ

Δυο μεσονύχτι' ασέλωτα γυρνάνε δίχα λόγο,
τ' αστέρια τα ραντίζουνε με τ' αμυδρό το φως τους,
βρωμιά, σαπίλα κι όνειδος ξερνάει ο λυγμός τους,
σαν όνειρα τυλίγουνε την πίκρα τους σε μπόγο.

Θυμάσαι που σ' αντίκρισα στη Σούτσου -ήταν Τρίτη-
περαστικοί σε λέγανε, ειρωνικά: "Παρθένα!",
η μάνα σου σε χτένιζε με ξεπεσμού τη χτένα˙
μικρό, μα ήτανε ζεστό τ' αμαρτωλό σου σπίτι.

Με σάρωσες, σαν πέρασα, εντός του κατωφλιού σου,
στο βλέμμα σου εντόπισα, στο βάθος του, συμπάθεια,
παρόλο που την κάλυψες -εν τάχει- με απάθεια˙
στο χέρι χρήμα έβαλα του μαστροπού γονιού σου.

Με πήρες στο δωμάτιο, που σίτευες τον οίστρο,
μια μυρουδιά αλλόκοτη μού χώθηκε στη μύτη,
σε λίγο γδύνεις το κορμί -φαντάζεις Αφροδίτη-
στα σκέλη σου ξεπρόβαλε το τρυφερό σου φύτρο.

Στα χείλια μου γαντζώθηκες, σαν βδέλλα τα ρουφούσες,
τα χέρια σου/μια μέγγενη μού σφίγγανε τη μέση,
το πρόσκαιρο πολέμαγες, φοβόσουν μη σ' αρέσει,
με πάθος την αγάπη μου, θαρρούσα διεκδικούσες.

Για λίγο, αν καρτέραγες, θα τέλευα μαζί σου!
Aλήθεια, είπες; Ψέματα; Kριτές: Ελλανοδίκες.
Του Graaf ωοθηλάκια μεθούνε σ' ωοθήκες,
καθώς πελάτες καρτερούν να μπουν στο μαγαζί σου.

Την κρεμεζιά τη λάμπα σου προσκύνησαν χιλιάδες,
δασκάλα σε φωνάζανε -το ύφος τους σεβάσμιο-
το σώμα σου στα μάτια τους διεγράφετο εράσμιο,
μα όλοι, που σε γεύθηκαν, μπαρκάραν με σπηλιάδες.

Προψές, μου είπαν, δήλωσες απ' τη ζωή απούσα,
το δάκρυ μου/συγγνώμη μου σ' αντάμωσε στο χώμα,
μια τύψη είχα στην καρδιά και κουβαλώ, ακόμα˙
μπορεί τα πάντα ν' άλλαζαν, αν -τότες- σ' αγαπούσα!

Κουμέττος Κ.
(29-7-2012, Λευκωσία)
MARCO POLO

Γεννήθηκες μ’ απόδημη ψυχή σ’ αυτήν την πλάση,
γονίδιο σου, αδύνατον, ο νόστος να δαμάσει,
αντί για χέρια βλάστησαν φτερόκλαδα στους ώμους,
για φίλους θα ’χεις πελαργούς και καραβιών λοστρόμους.

Μεσόγειος δε θα σε χωρά κι η Άρκτος θα γελάει,
ο μπούσουλας θα μουρλαθεί, βορρά δε θα κοιτάει,
λιμάνια θα σε καρτερούν, σαν να 'ταν ερωμένες,
γυμνές, με δέρμα ποθητό, σε στρώμα ξαπλωμένες.

Κυλάει μες στις φλέβες σου -την νιώθεις, Marco Polo-
η κλήση τού Kublai Khan˙ μιλώ για τον Μογγόλο.
Κανάλια Σερενίσσιμας με γόνδολες διασχίζεις,
στα χνάρια τού πατέρα σου από μικρός βαδίζεις.

Πελάγη σαν τα δρασκελάς, τα πόδια βγάζουν σπίθες,
τα όνειρά σου χτίζουνται με κύματα για πλίθες.
Πορεύεσαι, ιχνηλατείς να βρεις του Ήλιου μήτρα˙
αφήνεις πίσω Βενετιά, δικιά σου μάνα/φύτρα.

Απέραντα τα μάτια σου, δυο σύμπαντα χωράνε,
σε κόσμους -μ' ένα κοίταγμα- εξωτικούς με πάνε˙
ταξίδια/προσκυνήματα σε χώματα Ασίας,
η Κίνα μάς προϋπαντά, κατόπιν της Περσίας.

Αδένες κάμπιων ύφαιναν σε κάμαρες μετάξι,
γιαγιούλα έχει τ’ ορφανό μη βρέξει και μη στάξει,
πεντέξι σχιστομάτηδες λευκό φυτεύουν ρύζι,
το Μέγα Τείχος Σινικό παράλληλους ξεσχίζει.

Για χρόνια εικοστέσσερα, αλάργα, διπλωμάτης,
μυριάδες κόκκους ουρανού αντάμωσες διαβάτης.
Κατάρτι σου σ' ορίζοντα ξεπρόβαλε κι εφάνη,
ο τόπος που σ' ανάθρεψε στο βάθος, όχι πλάνη.

Ο Άγιος Μάρκος ψέλλισε μια προσευχή για σένα,
σε συζητάνε διάσημοι με έργα ζηλεμένα˙
θαμώνες τού Caffè Florian -μετά από αιώνες-
σαν τραγουδούν στα θέατρα σομπράνο/πριμαντόνες.

Ο Rustichello φυλακή μες σε κελί μαζί σου,
ο λόγος ήταν πρόδηλος: να "σώσει" τη ζωή σου.
Οι Γενουάτες στάθηκαν πιστοί στην Ειμαρμένη,
η σύλληψή σου, πιότερο, πλαταίνει Ο-ι-κ-ο-υ-μ-έ-ν-η.


Κουμέττος Κατσιολούδης
(16/3/2012, Λευκωσία)
ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ: ΚΟΡΜΑΚΙΤΗ!

Έλα, για δώσ' μου το φιλί... 
στη μνήμη, Αφροδίτη˙
πόσο πολύ σε αγαπώ, 
κάθε στιγμή θα σ' το λαλώ,
χωριό μου: Κορμακίτη!

Ένα σου κοίταγμα αρκεί,
για να βρεθώ κοντά σου,
σαν δυο γιοφύρια -στεναγμοί-
ανάμικτοι και οι λυγμοί,
αχ, στα ματόκλαδά σου.

Στην εκκλησιά τ' Αι-Γιωρκού,
σεμνά, θα προσκυνήσω...
την αγιασμένη φύση του,
κ' ύστερις προς ξωκλήσι του,
στον Κόρνο, θα λαμνήσω˙

στην Παναγία, πριν, θα μπω...
κερί να της ανάψω,
κι όρκο θα δώσω: "χωριανό,
αχ, μαρωνίτη χριστιανό,
ποτέ μου, να μη βλάψω!"

Μήτε -ουδέναν- φυσικά,
σ' αυτήν, εδώ, την πλάση,
αφού σ' αυτήν μετέχουμε....
κι όλοι μιας μάνας έχουμε........
το γάλα της θηλάσει.

Έσω, στα μάτια μας -αν δεις-
μικρό παιδάκι παίζει,
τρέχει να μην τιμωρηθεί˙
κρύπτες του, όταν φοβηθεί...
κρεβάτι και τραπέζι!

Κούρκα, στο Βόθινο, Ναούς,
τ' απόγιομα θα τρέξω,
στις Πατσαλιές πορτοκαλιές...
ελιές, αλλά και λεμονιές,
θα πάω να κλαδέψω.

Φίλοι μου -δε θα παινευτώ-
πιο όμορφη δεν είδα,
τόπους πολλούς κι αν γύρισα...
κι αν άγγιξα κι αν μύρισα,
χλωρίδα και πανίδα!

Ξάπλωσα μες στη θάλασσα,
μιτά μου: ο Λεθράτης,
νάτη κ' η Κύπρος φάνηκε,
γυμνή, μα δε με ντράπηκε,
με δίχα φορεσιά της˙

δράκος -ψηλά- καθώς πετά...
να πάει στην σπηλιά του,
τη βλέπει... και τη λαχταρά...
και για δικιά του την ποθά,
χτυπάει η καρδιά του.

Κουμέττος Κ.
(10/6/2012, Λευκωσία)
- Πώς θ' αποκτήσω την ευτυχία, 
παππού μου;
- Να της χαμογελάς, παιδί μου.
Ακόμη κι όταν πονάς..............
να της χαμογελάς, 
διότι το χαμόγελο..........
είναι το καλύτερο δόλωμά της......

κουμΕττος κ.
(26/5/13 - 13:44, λευκωσία)

ΚΟΡΜΑΤΖΙΤΗ ΜΟΥ, ΠΛΟΥΜΙΣΜΕΝΕ!

Έγυρα που το Δκιόριος κατωθκιόν
τζι΄ αντάμωσα τον Κορματζίτην,
πιο πλουμισμένον μ΄ ομορφκιάν χωρκόν
εν είδα σ΄ ούλλον τον πλανήτην.

Tα κάλλη του ένει αμέτρητα,
τα δάχτυλά μου πονούσιν
τζιαι αν τα μετρήσω σσίγιες φορές,
πάλε εξίκκιν εννά φκούσιν.

Αχ, Κορματζίτη μου τζιαι ποιος, εν σ΄ έσσει αζουλέψει,
τζαι ποιος με μιαν μαθκιάν κλεφτήν, εν σ΄ έσσει αγναντέψει,
χωρκόν μου, βροχοχώριν μου, εσούνη Κορματζίτη,
περβόγια, δάση, θάλασσες, βρύση, Τβερίη, Τζιήποι,
Λεθράτην, Τζιόννια, Κόρνον σου, Σαντούκαν, Ακρωτήριν,
Καβάν, Μερίτζην πίνεις τα ούλλα μες στο ποτήριν,
τζι΄ ο πρόσφυγας, Θεέ μου, καρτερεί τζι' έσσει το καμόν του
να πάει πίσω έσσω του, στο όμορφον χωρκόν του.

Τ΄ Αϊ-Γιωρκού ξωκλήσιν, εκκλησιάν,
εννά πάω να λειτουρκήσω,
τζι΄ αντάν σσερετήσω την Καλουρκάν,
προς τον κάμπον εννά λαμνήσω.

Έννα συνάξω τεράτσια, εγιές
εννά ορκώσω τα χωράφκια,
τζι' εννά πεταχτώ πας στες συτζιές,
πριχού φανούσιν τα κοπάθκια.

Eρμηνεία: Έλενα Σκούλλου
Σύνθεση: Χρίστος Ρουσιάς
Ενορχήστρωση: Δημήτρης Ζαχαρίου
Στίχοι: Κουμέττος Κατσιολούδης
Κι η ζωή μας...........
κήπος με μνήμες.
Όλοι, προσδοκούν σ' έναν όμορφο κήπο...
εγώ...... σ' έναν εύοσμο!
κουμΕττος κ.
(22/10/16 - 15:19, λευκωσία)
Κάτι λόγια, που δεν είπαμε.
Κάτι φιλιά, που δε δώσαμε.
Κάτι χάδια, που παρέμειναν........
και μούχλιασαν μες στις παλάμες μας.
Λοιπόν;
Από ατολμία χάσαμε.
Χάσαμε το παιχνίδι, πριν το παιχνίδι.
Έτσι, χάνουν οι δειλοί.
Έτσι, πεθαίνουν...
πριν να πεθάνουν......... οι άνθρωποι...

κουμΕττος κ.
(13/10/15 - 13:34, λευκωσία)
- Κι εγώ, γιαγιούλα μου;
Τι θ' απογίνω;
- Είσαι πολύ όμορφη................
για να ευτυχήσεις, κόρη μου!
Στον κόσμο ετούτο.....
η ομορφιά δακρύζει........

κουμΕττος κ.
(22/9/16 - 18:47, λευκωσία)
Νοσταλγώ το μέλλον.
Το έχω, ήδη, ζωγραφίσει.
Σου μοιάζει.
Μάλλον........
δε διαφέρετε σε τίποτα.
κουμΕττος κ.
(19/3/17 - 08:36, λευκωσία)
Αγάπες κι έρωτες...
μας ενώνουν!
Μα πάνω απ' όλα........................
μι' ανελέητη φαγούρα,
ανάμεσα στα σκέλια............
κουμΕττος κ.
(18/7/15 - 17:53, λευκωσία)

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Όσα λόγια και να ειπωθούν
μ' ένα ψίχουλο πράξης ισούνται........
κουμΕττος κ.
(17/3/17 - 18:41, λευκωσία)
Κι ότανε θα με δεις να κλαίω,
για κάτι επουσιώδες.......
σε παρακαλώ, μη με πεις τρελλό.
Τα ποτήρια, που γεμίζουν....
με μια σταγόνα ξεχειλίζουν........
κουμΕττος κ.
(17/3/16 - 14:28, λευκωσία)
Έχω σκοτώσει για τον έρωτα.
Δεκάδες φορές......
δεκάδες αυτοκτονίες!
κουμΕττος κ. 
(28/2/15 - 14:14, λευκωσία)

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Στ' απάτητα των θαλασσών...
ζωγράφισα τον Ήλιο,
να σου φωτίζει τους βυθούς,
να ξεύρεις πού πηγαίνεις.
Χίλιες φορές σ' ανάστησα
κι εσύ, διαρκώς, πεθαίνεις
―αρνείσαι ό,τι σ' αγαπά.....
σ' ετούτην την υφήλιο!
κουμΕττος κ.
(16/3/17 - 21:03, λευκωσία)
Ψάχνω για μιαν αγάπη,
που θα μου είναι σαν τη θάλασσα.......
ψάχνω για μιαν αγάπη, 
που δε θα τη βαριέμαι, ποτέ.....

κουμΕττος κ.
(21/8/15 - 7:59, κορμακίτης)
Πώς να είναι σωστός ο δρόμος σου,
όταν είσαι σε λάθος πόλη;

κουμΕττος κ.
(27/1/14 - 06:29 , λευκωσία)
Δεν υπάρχει Ιθάκη. 
Ούτε δρόμος.
Εσύ, είσαι..... η πορεία σου......... 
εσύ.... κι ο προορισμός σου.

κουμΕττος κ.
(7/7/15 - 20:22, λευκωσία)
ΑΝΥΔΡΗ ΟΑΣΗ

Ποιας σκύλας γιος σε πλάνεψε... 
με έρωτα απάτης;
Oι δρόμοι πώς δε σ' έφεραν, 
διαμιάς, στην αγκαλιά μου;

Nα ήμουν στο κατάστημα...
ο πρώτος σου πελάτης,
καρδούλα μου, αγάπη μου,
λευκή γαρουφαλιά μου!

Μπαστάρδεψε το όνειρο,
προτού να τ' αντικρίσω,
μ' ασίγαστος ο πόθος μου,
για το δικό σου χνώτο,

το νέκταρ απ' το σώμα σου...
να ήταν να τρυγήσω,
καθώς τρυγάει της πληγής...
το αίμα το τσιρότο.

Το χθες μας απροσπέλαστο,
ο χρόνος δε γυρνάει,
τα λάθη μας επένδυση,
για να 'χουμε να λέμε.

Ρωτούνε: "Καίει η καρδιά...
στη θλίψη τσουρουφλάει;"
Aπάντησή μας; Στη σιωπή,
με δίχα δάκρυ, κλαίμε!

Ατέρμονα, οι θύμησες...
υφαίνουνε ελπίδες,
μ' ανήμπορο το μέλλον μας...
σκοτάδι να φωτίσει,

οι λέξεις, όλες, μοιάζουνε...
με ξουραφιών λεπίδες˙
το δέρμα θρέφει -σαν κοπεί-
να μη λιμοκτονήσει.

Δασκάλεψα τα χάδια μου...
αλάργα σου... ν' αντέχουν,
στερέψανε τα χείλια μου...
απ' τα υγρά φιλιά σου,

προς όαση τρεις Βέρβεροι...
με τις καμήλες τρέχουν,
αχ, ν' άκουγα πριν κοιμηθώ...
ηχώ απ' τη λαλιά σου.

Κουμέττος Κ.
(1/2/2012, Λευκωσία)
για την τραγωδία στο Μαρί

Οι άνθρωποι βγήκανε στους δρόμους.
Οι δρόμοι ξαφνιάστηκαν.
Οι άνθρωποι πιαστήκανε χέρι-χέρι.
Τα χέρια τους ξαφνιάστηκαν.
Οι άνθρωποι φωνάξανε με μια φωνή.
Οι φωνές τους ξαφνιάστηκαν.
Οι άνθρωποι θυμηθήκανε πως είναι άνθρωποι.
Οι άνθρωποι ξαφνιάστηκαν.

Κουμέττος Κ.
(13/7/2011, Λευκωσία)
Φεύγω, μου είπες.............
μα ούτε τα πόδια σου δεν έπεισες!

κουμΕττος κ.
(17/7/16 - 23:22, λευκωσία)

ΝΑΙ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ!

Ναι, υπάρχει ελπίδα!
Ναι, υπάρχει ελπίδα!
Ναι, υπάρχει ελπίδα!

Τι κι αν το κλίμα αλλάζει,  
τι κι αν κανένα δεν τον νοιάζει ,
τι κι αν όλοι λένε δεν πειράζει, 
καθώς η φύση τρομάζει.

Ναι, υπάρχει ελπίδα, ναι, υπάρχει ελπίδα,
ναι, υπά-υπάρχει ελπίδα σε μια σταγόνα είδα  
παιδιών σωτηρίας σανίδα για μια καινούρια σελίδα, 
ναι, υπάρχει ελπίδα, ναι, υπάρχει ελπίδα,
ναι, υπάρχει ελπίδα.

Τι κι αν τώρα οι πάγοι λιώνουν, 
τι κι αν οι ρύποι σκοτώνουν,
τι κι αν το νερό λιγοστεύει,
κι η ζωή πια στερεύει.

Ναι, υπάρχει ελπίδα, ναι, υπάρχει ελπίδα,
ναι, υπά-υπάρχει ελπίδα σε μια σταγόνα είδα  
παιδιών σωτηρίας σανίδα για μια καινούρια σελίδα,
ναι, υπάρχει ελπίδα, ναι, υπάρχει ελπίδα,
ναι, υπά-υπάρχει ελπίδα σε μια σταγόνα είδα  
παιδιών σωτηρίας σανίδα για τη γη μας πατρίδα, 
ναι, υπάρχει ελπίδα, ναι, υπάρχει ελπίδα,
ναι, υπάρχει ελπίδα, ναι, υπάρχει ελπίδα.

Στίχοι: Κουμέττος Κατσιολούδης
Μουσική: Δημήτρης Κωνσταντίνου

Μες στην καρκιάν σου μεν κρατάς
κατζίαν για κανέναν,
γιατ' η κατζία εν φεύκει.......
τζιαι τρώει σε τζι' εσέναν!
κουμΕττος κ.
(16/3/17 - 14:06, λευκωσία)
Λοιπόν, μην το συνεχίζεις...
Η νύχτα εκείνη,
αν κι ανήκει εξίσου και στους δυο μας...
χαλάλι σου και να πας στο καλό!
Ό,τι αγάπησα κι ό,τι αγαπώ...
το μοιράζομαι, αλλά δεν το μοιράζω...
διότι στο μοίρασμα πεθαίνει.
Στην αγάπη δεν υπάρχει ίση κατανομή...
διότι σ' ό,τι αγάπησα κι ό,τι αγαπώ...
ξεχνώ να μετρώ...
διότι αγαπώ σημαίνει έχω,
χωρίς να κατέχω...
σημαίνει δίνω,
χωρίς να αφήνω............
κουμΕττος κ.
(22/2/17 - 20:20, λευκωσία)
Ψιλόβροχο.
Εξασθενεί ο χειμώνας.
Αγάπα με!
Να τον αποτελειώσει η άνοιξη.
κουμΕττος κ.
(16/3/17 - 17:03, λευκωσία)
Κι όλοι μας..............
αφήσαμε στη μέση.............
ένα βλέμμα,
ένα χάδι...
ένα φιλί.........
μι' άλλη ζωή!
κουμΕττος κ.
(17/8/16 - 16:49, λευκωσία)
Ξημέρωμαν τζιαι πού είσαι.........
ο Ήλιος τζι' αν εφάνην
τζι' αν έσσει στέμμαν στην κκελλέν
ολόγρουσον στεφάνιν,
εγιώ, εσέναν καρτερώ,
σφιχτά, να σ' αγκαλιάσω
τζιαι που τα σσείλη σου να πιω...........
τζιείντο γλυτζίν τους το νερόν,
αχ, για να ξεδιψάσω!
κουμΕττος κ.
(11/9/16 - 08:07, λευκωσία)
Τρεις ολόκληρες μέρες.....
πήρε στον Πατέρα Του,
για να Τον πείσει ν' αναστηθεί.
Βλέπετε,
δεν είναι κι ό,τι πιο εύκολο...
να πείσεις κάποιον να επιστρέψει πίσω...
σ' αυτόν τον κωλόκοσμο!
κουμΕττος κ.
(9/9/15 - 21:51, λευκωσία)
Μα στην αγάπη..........
δεν κοιτώ,
αλλά βλέπω.....
και κυρίως...... προβλέπω!
κουμΕττος κ.
(30/9/16 - 17:53, λευκωσία)

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Πάνε σαράντα τρία χρόνια,
που σε διαπραγματευόμαστε, μητέρα........
κι αυτό είναι το πιο αισχρό!
Που σε βιάζουν, μπροστά μας..........
κι εμείς σε διαπραγματευόμαστε........
κουμΕττος κ.
(15/3/17 - 21:03, λευκωσία)
ΚΟΛΟΚΟΤΡώΝΗ, έΛΑ ΜΟΥ...
Της δόξας καταγάλανο,
αχ, πού 'ν' το φως στην όψη;
Πόσο πονάς πικρή σκλαβιά,
επώδυνή μας κόψη.
Οι αλυσίδες βαρετές
κι η Λευτεριά στη θλίψη...
χαμόγελο αναζητά,
της έχει τόσο λείψει!
Κολοκοτρώνη, έλα μου...
για κάνε μου τη χάρη
και φέρε και τον Μπότσαρη,
Μιαούλη και Κανάρη.
Χορό να στήσουμε, διαμιάς,
με τον Καραϊσκάκη,
τον Υψηλάντη, Παλαμά,
Σεφέρη, Καζαντζάκη.
Οι νύχτες είναι παγερές
κι οι μέρες, δίχα τ' αύριο...
το ύφος μας νεκρώσιμο...
ανέλπιδο, μακάβριο.
Ξενιτεμένες οι χαρές...
σ' Αθήνα, Σαλονίκη,
η ήττα είναι πρόδηλη
κι απούσα κάθε νίκη.
κουμΕττος κ.
(15/3/17 - 20:32, λευκωσία)
ΤΑ ΣΣΙέΡΚΑ ΣΟΥ, ΓΙΑΠόΤΙ ΜΟΥ....
στον πατέρα μου († - 29/12/1995)
Τα σσιέρκα σου, πατέρα μου,
δακρύζω τζι' αθυμούμαι...
επλάσασιν τη μοίραν μου,
καρκιάν τζιαι χαρακτήραν μου...
τζιαι ξεύρω ποιος εν που 'μαι.
Τα σσιέρκα σου, αχ, τζιύρη μου,
μ' ανάγιωσαν στον κόσμον...
νυχθημερόν, στον κάματον...
εφκάλλαν μεροκάματον,
μουσκομυρίζαν δκυόσμον.
Τα σσιέρκα σου, γιαπότι* μου...
μου τάιζαν το στόμαν.
Τα σσιέρκα τούτα φκαριστώ
τζιαι ταπεινά τα προσσυνώ..........
τζι' ας έχουν γίνει χώμαν.
γιαπότι: πατέρα μου (στην κυπριακή αραβική)
κουμΕττος κ.
(15/3/17 - 06:49, λευκωσία)

Την πανηλιθιότητα των ανθρώπων....
τη γνώρισα πολύ μικρός.
Τότε, που με ρώταγαν:
"Ποιον αγαπάς, πιότερο......
τη μάνα σου ή τον κύρη σου;"....
κουμΕττος κ.
(22/11/16 - 19:04, λευκωσία)
στον πατέρα μου († - 29/12/1995)
Και τι δε θα έδινα.......
να ερχόσουνα, για λίγο...
ρε πατέρα!
Κι αν λέω....... για λίγο.....
έτσι, το λέω....
για να διευκολύνω το θάμα....
κουμΕττος κ.
(28/11/15 - 08:06, λευκωσία)
ΠΡΟΣ ΓΟΝΕίΣ
Πώς θ' αψηλώσετε παιδιά...........
σε χαμηλοτάβανα σπίτια;
κουμΕττος κ.
(29/3/16 - 21:12, λευκωσία)

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Αν δε συγχωρούνταν, όλες, οι αμαρτίες... θα χανόταν πελατεία... πολλή πελατεία...
κουμΕττος κ.
(14/3/17 - 20:30, λευκωσία)
ΩΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ!

Στης καρδιάς σου τα παρτέρια
με φιλιά πλουμίζουνε τ' άνθη περιστέρια.
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!

Στων ματιών σου τις λιμνούλες
ο Χριστός ζωγράφισε νούφαρα, βαρκούλες.
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!

Στου λαιμού σου την καμπύλη
ευωδιάζει έρωτας, χάραμα και δείλι.
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!

Στων χειλιών σου τις ραχούλες
σε πλεξούδες πλέκουνε όνειρα παιδούλες.
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!

Φόρεσε η πλάση χρώμα γαλανό, Ήλιο φωτεινό.
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!
Φίλησε η Πούλια τον Αυγερινό, άστρο πρωινό.
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!

Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!

Κουμέττος Κ.
(18/7/2011, Λευκωσία)
ΖΩΟΥΛΑ ΜΟΥ, ΚΛΕΜΜΕΝΗ

Σημάδεψες το όνειρο στο κέντρο μη σαλέψει,
από μικρό το ντάντευες -του άλλαζες και πάνες-
μα στην πορεία έμποροι σ' το είχανε νοθέψει˙
κι εσύ απόκληρη γενιάς μες σ' αδειανές αλάνες.

Αμπάρωσες τη μάνα σου, τον κύρη σου στο σπίτι,
να πάρεις, έστω, μια ευχή μ' αγνότητα ζωσμένη,
καθώς θα έφευγες να βρεις τον έννατο πλανήτη,
αυτόν που θα ονόμαζες: "Ζωούλα μου, κλεμμένη!"

Σκυλιά, τριγύρω, αλυχτούν -με φόβο- πριν να φέξει
κι αργόσχολοι σαλίγκαροι σε τοίχους ανεβαίνουν˙
η ώρα πήγε τέσσερις, σε λίγο θά 'ρθει έξι,
αλέκτορες συνομιλούν˙ ξημέρωμα υφαίνουν.

Το χέρι σου σχοινοβατεί σε ράγες τετραδίου,
αειθαλές το σκήνωμα τής έρμης τής ψυχής σου,
το βλέμμα της σε έξοδο -υγρή τής Γης αιδοίου-
κι εσύ γυμνή, δες κρέμμεσαι, στην άκρη ιαχής σου.

Να δώσεις χαιρετίσματα πολλά στον Καρυωτάκη
και μια ευχή ανάπαυσις καρδιάς στην Πολυδούρη,
τα όσα που δε ζήσανε σε τούτον τον κοσμάκη,
στον Παρθενώνα ιστορούν Καρυάτιδες και Κούροι.

Κουμέττος Κ.
(16/4/2012, Λευκωσία)
έΝΑΝ ΑΠΡίΛΗ ΜΟύ ΧΡΩΣΤάΣ

Άνοιξε την εξώπορτα και μπες -όπως και πρώτα-
κόψε και δυο τριαντάφυλλα˙ παρέκκλιση στη ρότα.
Πόσο το δάκρυ να κυλά κι αναπαμό μη βρίσκει,
ξέραναν μες στο βλέμμα μου πετούνιες συν ιβίσκοι.

Όταν σ' ανοίξω, μην ντραπείς, δεν άλλαξα, διόλου˙
πάλιν "Αγάπη!" θα σε πω, με δίχα ίχνος δόλου.
Δώσ' μου στα χείλη το φιλί, για να ξεχάσω τ' άλλο,
τριάντ' αργυρίων ένσημο, κατάδοσης σινιάλο.

Έναν Απρίλη μού χρωστάς στων Ελαιών το χώμα,
έλα, μια νύχτα στα κρυφά ή μιαν αυγή, ακόμα.
Έναν Απρίλη μού χρωστάς, για φάνου, φέρε μου τον˙
τρεις μελωδίες, παίξε μου... Ανάστασης- λαούτων.

Άγγιξε τις παλάμες μου, ζαμάνια σ' αναμένουν,
είμαι εγώ -θενά το δεις- καρφιά που μπαίνουν, βγαίνουν˙
μα τα σημάδια μένουνε αγέραστα στο χρόνο,
θυμίζουν δρόμο Γολγοθά και προδοσίας πόνο.

Βρέφος θηλάζει το βυζί -ποθά ζωή να ζήσει-
ψάχνει παπάς σε γειτονιές παιδιά να κατηχήσει.
Αίμα μού πήρες και καρδιά˙ ζηλεύουν οι Αζτέκοι,
λείπεις κ' η κάθαρσις αργεί, το χθες μου κούφιο στέκει.

Κουμέττος Κ.
(6/4/2012, Λευκωσία)
GIACOMO GIROLAMO CASANOVA

Αλήθεια, πόσων γυναικών ξελόγιασες τη γόβα;
Αδίκως, δε σε βάφτισε ο Χρόνος: "Casanova!".
Για πες μου, ξέρεις ν' αγαπάς; Ή το "εγώ" ταΐζεις;
Tζογάρεις επικίνδυνα˙ εντέλει, δεν κερδίζεις!

Η θηλυπλάνα όψη σου: ωάρια τα γητεύει˙
από βορρά ιταλικό σ' Αγγλία περιοδεύει.
Τη Βενετιά υπέταξες˙ κατόπιν, το Παρίσι!
Καθώς φιλάς ανατολή φλερτάρεις με τη δύση.

Σε είπαν, κάποιες πρώην σου, δειλό και φαλλοκράτη,
μα όλες τους σ' απόλαυσαν μια νύχτα στο κρεβάτι!
Γυρνάς με μάσκες, Giacomo˙ και ξίφος τροχισμένο˙
βρε μπας και τ' όνειρο, που ζεις, δεν είν' ευλογημένο;

Tα πλούτη σε γεμίζουνε, τα στέφανα ματώνεις.
- Των θηλυκών, διαδίδεται, τους άντρες κερατώνεις.
- Ποτέ! Αν λέω ψέματα, ας γίνω σαν Πινόκιο!
(Η μύτηηηη σου μεγάλωσε και σκούντηξε το Τόκιο!)

Koυμέττος Κ.
(7/6/2012, Λευκωσία)
ΝΑ Μ' ΑΓΑΠάΣ, ΝΑ Σ' ΑΓΑΠώ...

Στα χείλια σου μοσχοβολούν
οι ευωδιές τού κόσμου...
τριαντάφυλλου, βασιλικού,
γλυκάνισου και δυόσμου.

Να μ' αγαπάς, να σ' αγαπώ,
όσο μπορείς κι όσο μπορώ...
και με χαρές, μα και με δάκρυ,
μέχρι του σύμπαντος την άκρη.

Το σμαραγδένιο βλέμμα σου
―αθανασίας προίκα...
τον ορισμό τού έρωτα
στην όψη σου τον βρήκα.

Κουμέττος Κ.
(19/8/13, Λευκωσία)
ΤΟ ΤΕίΧΟΣ ΤΩΝ ΔΑΚΡύΩΝ

Ασυνείδητα λαμόγια
στης κλεφτιάς τα καταγώγια,
δε σεβάστηκαν Πατρίδα,
ο καθείς τους μια ακρίδα...

κι ο ΙΔΡώΤΑΣ των Κυπρίων,
σ' ένα Τείχος των Δακρύων,
βλαστημάει τες ευχές τους,
τες δωσίλογες καρδιές τους,

που στο χρήμα εταχθήκαν,
στον εχθρό επουληθήκαν,
για να έχουν τη βολή τους
–βρε, γαμώ τη διαγωγή τους!

Κουμέττος Κ.
(29/3/2013, Λευκωσία)
ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Αλέξανδρέ μου, φύτρωσες αθάνατος να μείνεις,
τη φήμη σου εθέλησες, παντού, να επεκτείνεις.
Τα θέλω σου ασύμβατα με όχι και με πρέπει,
στη Μέγα μέσα όψη σου θωρώ τ' Ομήρου έπη.

Αριστοτέλη, έσπειρες τα γράμματα, το ήθος,
της μόρφωσής του ήσουνα ακρογωνιαίος λίθος.
Η Θεσσαλία έπεσε, Αμφίπολη και Θήβα,
σαν στους Δελφούς προσκυνητή, γονυπετή τον είδα.

Ο Γρανικός κι η Έφεσος, η Αίγυπτος, Περσία,
Φοινίκη τον εδέχθηκε, Ισσός στην Κιλικία.
Το βλέμμα του αντάμωσαν δεκάδες άλλοι τόποι,
ο Γόρδιος δεν ελύθηκε Δεσμός, αλλά εκόπη.

Των Μακεδόνων Βασιλιά, 'σύ Κύριε της Ασίας,
η σάρισά σου έφτασε σε παρυφές Ινδίας.
Η Πέλλα/μήτρα σ' έστειλε σ' αγκάλη Βαβυλώνας,
ο Δίας σ' αποθαύμασε μαζί κι ο Ποσειδώνας.

Ημίθεος είν' Φίλιππε o υιός σου μ' Ολυμπιάδα,
στον Βουκεφάλα, τ' άτι του, καβάλα η Ελλάδα.
Σαν Φαραώ τον λάτρεψαν˙ προδήλως, παραβύστω,
βασίλειό μου, απάντησε, ας πάει "τω κρατίστω!".

Κουμέττος Κ.
(20-12-2011, Λευκωσία)
ΛΑΒύΡΙΝΘΟΣ ΚΑΡΔΙάΣ

Ταυροκαθάψια, δίχα φόνο στην Κνωσό,
μήνα μελένιου ανατέλλει μια φιγούρα.
Σ' έλεγαν Όλγα κ' ήσουν απ' την Οδησσό
κ' είχες στα μάτια σου μεστόχρωμη κουλτούρα.

Σ' ένα λαβύρινθο σ' αντίκρυσα καρδιάς,
χωρίς το μίτο ήρθες μες στην αγκαλιά μου.
Έψαχνες κ' ήβρες την ικμάδα μιας φωλιάς
κι εγώ σου χάραξα στα χείλια τη δροσιά μου.

Παρηγορήτρα των αλάθητων λαθών,
κάθε μια ρίμα μαντινάδας απαντιέται.
Σ' ακολουθίες των ανθρώπινων παθών,
ό,τι κι αν πράξαμε ―στο τέλος, συγχωριέται!

Κουμέττος Κ.
(25-5-2013, Λευκωσία)
THΣ ΝΙΚΗΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

Ακόντιζα τα όρια μου σε ύψη δοξασμένα,
στον ουρανό φτερούγιζα˙ της νίκης ταξιδιώτης!
Στα έσω μου ζυμώθηκα περήφανος πατριώτης,
τα όσα που κατέκτησα μ' ιδρώτα δουλεμένα.

Στο χέρι μου λαμπύριζες, σαν φέγγος των αστέρων˙
ψαχούλευα το σώμα σου την αίγλη του να νιώσω.
- Χαλί με πέντε βήματα γαλάζιο θα σου στρώσω!
Σου είπα και σ' εκτόξευσα στο κάλλος των αιθέρων.

Αντίλαλος τού ήχου σου ξεσχίζει τον αγέρα˙
καθώς αυτός φυσορραγεί... δακρύζεις, συγκινείσαι.
Με ρίγος ταλαντεύεσαι -εκεί- ψηλά, που είσαι,
σαν μπαλαρίνα σε σκηνή... σε άσχημή της μέρα.

Τα νέφη σ' ατενίζουνε με φόβο, μην τα φθάσεις.
Ρωτάς: "Πού είναι η κορφή;" Oι πάντες αγνοούνε!
Πουλιά που σ' ανταμώνουνε "Τι είσαι;" απορούνε˙
κι εσύ λυγάς το βλέμμα σου, μετράς στη γη εκτάσεις.

Στην κάθοδο απλώνεσαι πιο πέρα για να πάεις,
φιλεύεις τον ορίζοντα με το χαμό/γελό σου.
Χλωρίδα σ' ερωτεύεται -την όψη, το μυαλό σου-
στα χείλια της η άνοιξις: Mαρτάπριλος κι ο Μάης.

Καρφώνεσαι στα σπλάχνα της κι ανθίζεις μες στο χώμα˙
ο έρωτάς σου σάλπισμα αγάπης μέχρι τέλος.
Για όνομα θα σου 'δινα στη βάφτιση: "Oθέλλος",
με δίχα να 'χω πρόθεση: υπαινιγμό ή σκώμμα!

Κουμέττος Κ.
(25-9-2012, Λευκωσία)
ΔάΚΡΥ

Μ' ένα γιατί στα μάτια δάκρυ,
σαν γάλα μαύρο από θήλυ,
η μνήμη μάρμαρο στην άκρη,
σαν Παναγιάς σβηστό καντήλι.

Σώμα σου άγαλμα, τσολιά μου,
μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη,
πονά σαν σε θωρ'  η καρδιά μου.
Πώς την αντέχεις τόση νιότη;

Δίπλα, ληστές και μιζαδόροι,
χρόνια... λυμαίνονται πατρίδα,
στις αποθήκες λείπουν σπόροι,
λιμός κυκλώνει την ακρίδα.

Μπροστά σου, άδεικτη πυξίδα...
δίχως ελιά το περιστέρι,
για να σωθεί όποια ελπίδα,
πρέπει, βαθιά, να μπει νυστέρι.

Γύρω, καπνοί και δακρυγόνα,
μα το δικό σου δάκρυ ρέει
απ' τον Χρυσό πέμπτο Αιώνα.
Πρώτα, γροικά... κατόπιν, λέει:

Κοίτα, ψηλά, στον Παρθενώνα,
μη σε λυγίζουν οι τριγμοί σου,
τι κι αν κρατάς, μόνο, σφεντόνα,
δείξε, σε όλους, την πυγμή σου.

Koυμέττος Κατσιολούδης
(29-6-2011, Λευκωσία)


ΚΑΛάΘΙΑ ΑΡΧΑίΑΣ ΤΡΑΓΩΔίΑΣ

Αυτόχειρα τα χέρια μας, 
κουλλή ψυχή στο σώμα,
κονσέρβας άγευστη τροφή...
μασάει κάθε στόμα.
Παιδιών τα γόνατ' άγδαρτα, 
δεν άγγιξαν αγκάθια,
χωρίς ιτιά ή λυγαριά, 
πώς δένονται καλάθια;

Το καλημέρα χάθηκε...
κι ο Ήλιος δε γελάει,
αναπολεί του χθες ζωή,
στο χώμα π' αγαπάει.
Στα περιβόλια με ανθούς 
τής λεμονιάς να παίξει
και σε αλάνες, με χαρά... 
τ' απόγιομα να τρέξει.

Οι άνθρωποι φορέσαμε 
στις πόλεις προσωπεία,
σε ρόλους ανηθοποιών 
σ' αρχαία τραγωδία.
Και γι' από μηχανής Θεό, 
δε γράφει το σενάριο,
μονάχα, γιεν βλέπω κι ευρώ, 
μαζί τους... το δολάριο.

Σε τσόχα, όλα, παίζονται 
κι εμείς τυφλοί στη Ρώμη,
στο Κολοσσαίο θεατές, 
σαν σφάζονται οι νόμοι.
Η κάθαρσις νά 'ρθει αργεί, 
για να σταθεί παρούσα,
η ύλη μοιάζει φυλακή... 
κι η ευτυχί' απούσα.

Μαζί μας -μόνο- το εγώ, 
μιας κι η σκιά απέχει,
το ψέμα μας ν' ακολουθεί...
βαριέται, δεν αντέχει.
Κι ο ταύρος σε προθέρμανσης
ταυρομαχί' αρένας,
ρολόι τσέπης δέσμιο...
φαντάζει μιας καδένας.

Οι ευωδιές στερέψανε...
κι αναζητείται λύσις,
τη μνήμη μας -ανάδρομα-
καθοδηγά η φύσις.
Σε ώμους στάμνες κοριτσιών,
γιομάτες κρήνης ήθος,
τα παραμύθια τής γιαγιάς...
Αισώπου γνέθει μύθος.

Αυλές μυρίζουν γιασεμιά, 
καφέ ψήνει το μπρίκι,
με μαστραπά πίνουν νερό...
πεντέξι πιτσιρίκοι.
Ας πάμε, πίσω, στα χωριά...
με την πατερημί μας,
ν' ανάψουμε στην Παναγιά
κερί για την ψυχή μας.

Κουμέττος Κ.
(8-7-2011, Λευκωσία)

ΧΑΜΑΙΛΕΩΝ

Σεργιάνι βγήκες στα λαμπρά σοκάκια τής «εικόνας»,
Σειρήνες σαν σε κάλεσαν ενέδωσες με χάρη˙ 
αγνόησες της ύβρεως το Άγιο το δοξάρι,
που μελωδίες υμνωδεί, που τρέμει κι ο κυκλώνας.

Αλισβερίσι άρχισες, στο σάλιο σου σερνόσουν,
το χρώμα σου το άλλαζες, σε είπαν χαμαιλέων˙
γι’ αλλού μικρός ξεκίνησες, αλλού σε βλέπω, πλέον.
Κατάληξη χειρότερη, δε θα την φανταζόσουν!

Ορφάνεψε το ήθος σου, η μάνα σου σε κλαίει,
προτίμησες το πρόσκαιρο, το κούφιο, συλημένο˙
παιχνίδι σου -που διάλεξες- στημένο και δοσμένο.
Ταυτότητα που φύλαγες; Στο λέω: «παραπαίει!»

Τιμή σου; Την ξεπούλησες για έναν κόκκο δόξας,
θεώρησες πως «δίκαιο» αυτό για σένα είναι,
αν το αντέχεις -χαίρεται- για πάντα ’κείθε μείνε,
υπόδουλος αιώνια μιας θεαθήναι λόξας.

Μα σαν κοιμάσαι τις νυχτιές μια Τύψη θα σε φτύνει,
για όλα σου τα σφάλματα υπόλογός της θα ’σαι
και μες στης πλάνης τις ειρκτές ισόβια θα πλανάσαι˙
πά’ η ψυχή σου χάθηκε μες στου «εγώ» τη δίνη.

Koυμέττος Κ.
(5/5/2011, Λευκωσία)
ΤΩΝ ΗΘΩΝ ΤΑ ΕΙΛΗΤΑΡΙΑ;

Στου πουθενά τα κάτεργα, σ' ανούσιες, ξένες χώρες,
σε πλαίσιο ματαιότητας σαλίγκαροι γεννιούνται,
σαν οι χαρές απόκληρες -ολότελα- ξεχνιούνται,
καθώς γινήκαν οι καρδιές στυγνές, πια, μισθοφόρες.

Τ' ανίκανα τα ύφη μας οι γύπες δεν ξεσχίζουν
(ψοφίμια δεν ορέγουνται, που τρέφουνται "ανάξια"),
με δίχα ίχνος ιλασμού -σ' εμπόρων εργοτάξια-
που μόνον ξέρουν άγαρπα, σαχλά να σαλιαρίζουν.

Αντρίκελα, που θεατές... το μέλλον τους θωρούνε,
να παίζεται ξετσίπωτα κι ασύστολα στα ζάρια.
Πού είναι, πού χαθήκανε ηθών τα ειλητάρια;
Αλήθεια, έτσι οι ψυχές πώς γίνεται να ζούνε;

Ολόλευκες ανταύγιες πουλάνε παραμύθια,
στα νιάτα υποστέλλουνε την κάθε τους ικμάδα.
Στον πάτο, πλέον, φτάσαμε! Τι με κοιτάς, Παλλάδα;
Πού είν' η περηφάνια μας˙ που γιόμιζε τα στήθια;

Τ' αστέρι μας κι αν έπεσε πριν μύρια-χίλια χρόνια,
εμείς -κατόπιν- το 'δαμε, σαν έφτασε το φως του˙
και τώρα που αφίχθηκε κι η έσχατη ηχώ του,
δεν ξεύρω αν την άνοιξη... θα φέρουν χελιδόνια!


Κουμέττος Κ.
(29-8-2012, Λευκωσία)
EAΛΩ ΤΑ ΗΘΗ

Μαστίγωσα τα πάθη μου, να μη με βασανίζουν,
αλύπητα το χέρι μου τα χτύπαγε με μένος˙
το αίμα έτρεχε, αργά, σαν κρέμα που την πήζουν,
τα δάκρυα, πριν πέσουνε, τα μάζευε Παρθένος.

Η κάθαρσις, αν θα φανεί, δε θα 'ναι όπως πρώτα˙
τα θέατρα -ανήκουστο- δεν πλάθουν χαρακτήρες,
θυμό, αδίκως, βγάζουμε˙ κλειστά κρατούν τα ώτα,
οι μήτρες που μας γέννησαν λογιούνται, πλέον, στείρες.

Ατέρμονοι συλλογισμοί: της ύλης κρατητήρια,
το νόημα μετέωρο... δεν ξέρει, πια, το δρόμο˙
χαθήκανε των ένοχων τής ενοχής τεκμήρια,
οι πάντες -ΟΛΟΙ- άνισοι, απέναντι στο νόμο.

Αλώθηκαν τα ήθη μας και μπάζει η ψυχή μας,
οι άμυνες κατέρρευσαν˙ στην Πόλη μας κουρσάροι.
Απόδημη στα Τάρταρα η έσχατη ευχή μας,
με δίχως φλόγα στέκουνται στα ακρωτήρια φάροι.

O ίδιος μήνας έρχεται κι ο ίδιος μήνας βγαίνει,
ρουτίνα η ζωούλα μας, φωνάζουν παπαγάλοι.
Αλί μας... πείτε: τρισαλί! Tο μέλλον μας πεθαίνει˙
Ανάστασης το μήνυμα μού είπαν δεν εστάλη.

Koυμέττος Κ.
(16/4/2012, Λευκωσία)

Κάθε φορά, που θ' αγαπάς.....
θα συγχωρείσαι!
Κάθε φορά, που θ' αγαπάς.....
θα ξαναγεννιέσαι!
Ψυχή παρθένα........ ψυχή αγάμητη......
κουμΕττος κ.
(14/3/16 - 07:25, λευκωσία)

Και δυο φορές να ζούσε......
και δυο φορές.......
να πέθαινε ο άνθρωπος,
βρε Βαγορή.....
εσύ, απλά....
θα επαναλάμβανες την πρώτη.
κουμΕττος κ.
(14/3/17 - 07:23, λευκωσία)
Εκεί, που σχηματίζεται τ' αναπόφευκτο
και τ' αναπόδραστο......................
εκεί, δε θα σε περιμένω!
Θέλω να έχεις μύριες επιλογές............
και να έρχεσαι σ' εμένα!
κουμΕττος κ.
(29/9/2016 - 19:29, λευκωσία)
Υπάρχουμε κι εμείς,
που όσο κι αν μεγαλώνουμε...................
θα χωράμε στο παιδικό μας κρεβάτι.
κουμΕττος κ.
(25/9/16 - 22:43, λευκωσία)