Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Φεύγω, μου είπες.............
μα ούτε τα πόδια σου δεν έπεισες!

κουμΕττος κ.
(17/7/16 - 23:22, λευκωσία)

ΝΑΙ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ!

Ναι, υπάρχει ελπίδα!
Ναι, υπάρχει ελπίδα!
Ναι, υπάρχει ελπίδα!

Τι κι αν το κλίμα αλλάζει,  
τι κι αν κανένα δεν τον νοιάζει ,
τι κι αν όλοι λένε δεν πειράζει, 
καθώς η φύση τρομάζει.

Ναι, υπάρχει ελπίδα, ναι, υπάρχει ελπίδα,
ναι, υπά-υπάρχει ελπίδα σε μια σταγόνα είδα  
παιδιών σωτηρίας σανίδα για μια καινούρια σελίδα, 
ναι, υπάρχει ελπίδα, ναι, υπάρχει ελπίδα,
ναι, υπάρχει ελπίδα.

Τι κι αν τώρα οι πάγοι λιώνουν, 
τι κι αν οι ρύποι σκοτώνουν,
τι κι αν το νερό λιγοστεύει,
κι η ζωή πια στερεύει.

Ναι, υπάρχει ελπίδα, ναι, υπάρχει ελπίδα,
ναι, υπά-υπάρχει ελπίδα σε μια σταγόνα είδα  
παιδιών σωτηρίας σανίδα για μια καινούρια σελίδα,
ναι, υπάρχει ελπίδα, ναι, υπάρχει ελπίδα,
ναι, υπά-υπάρχει ελπίδα σε μια σταγόνα είδα  
παιδιών σωτηρίας σανίδα για τη γη μας πατρίδα, 
ναι, υπάρχει ελπίδα, ναι, υπάρχει ελπίδα,
ναι, υπάρχει ελπίδα, ναι, υπάρχει ελπίδα.

Στίχοι: Κουμέττος Κατσιολούδης
Μουσική: Δημήτρης Κωνσταντίνου

Μες στην καρκιάν σου μεν κρατάς
κατζίαν για κανέναν,
γιατ' η κατζία εν φεύκει.......
τζιαι τρώει σε τζι' εσέναν!
κουμΕττος κ.
(16/3/17 - 14:06, λευκωσία)
Λοιπόν, μην το συνεχίζεις...
Η νύχτα εκείνη,
αν κι ανήκει εξίσου και στους δυο μας...
χαλάλι σου και να πας στο καλό!
Ό,τι αγάπησα κι ό,τι αγαπώ...
το μοιράζομαι, αλλά δεν το μοιράζω...
διότι στο μοίρασμα πεθαίνει.
Στην αγάπη δεν υπάρχει ίση κατανομή...
διότι σ' ό,τι αγάπησα κι ό,τι αγαπώ...
ξεχνώ να μετρώ...
διότι αγαπώ σημαίνει έχω,
χωρίς να κατέχω...
σημαίνει δίνω,
χωρίς να αφήνω............
κουμΕττος κ.
(22/2/17 - 20:20, λευκωσία)
Ψιλόβροχο.
Εξασθενεί ο χειμώνας.
Αγάπα με!
Να τον αποτελειώσει η άνοιξη.
κουμΕττος κ.
(16/3/17 - 17:03, λευκωσία)
Κι όλοι μας..............
αφήσαμε στη μέση.............
ένα βλέμμα,
ένα χάδι...
ένα φιλί.........
μι' άλλη ζωή!
κουμΕττος κ.
(17/8/16 - 16:49, λευκωσία)
Ξημέρωμαν τζιαι πού είσαι.........
ο Ήλιος τζι' αν εφάνην
τζι' αν έσσει στέμμαν στην κκελλέν
ολόγρουσον στεφάνιν,
εγιώ, εσέναν καρτερώ,
σφιχτά, να σ' αγκαλιάσω
τζιαι που τα σσείλη σου να πιω...........
τζιείντο γλυτζίν τους το νερόν,
αχ, για να ξεδιψάσω!
κουμΕττος κ.
(11/9/16 - 08:07, λευκωσία)
Τρεις ολόκληρες μέρες.....
πήρε στον Πατέρα Του,
για να Τον πείσει ν' αναστηθεί.
Βλέπετε,
δεν είναι κι ό,τι πιο εύκολο...
να πείσεις κάποιον να επιστρέψει πίσω...
σ' αυτόν τον κωλόκοσμο!
κουμΕττος κ.
(9/9/15 - 21:51, λευκωσία)
Μα στην αγάπη..........
δεν κοιτώ,
αλλά βλέπω.....
και κυρίως...... προβλέπω!
κουμΕττος κ.
(30/9/16 - 17:53, λευκωσία)

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Πάνε σαράντα τρία χρόνια,
που σε διαπραγματευόμαστε, μητέρα........
κι αυτό είναι το πιο αισχρό!
Που σε βιάζουν, μπροστά μας..........
κι εμείς σε διαπραγματευόμαστε........
κουμΕττος κ.
(15/3/17 - 21:03, λευκωσία)
ΚΟΛΟΚΟΤΡώΝΗ, έΛΑ ΜΟΥ...
Της δόξας καταγάλανο,
αχ, πού 'ν' το φως στην όψη;
Πόσο πονάς πικρή σκλαβιά,
επώδυνή μας κόψη.
Οι αλυσίδες βαρετές
κι η Λευτεριά στη θλίψη...
χαμόγελο αναζητά,
της έχει τόσο λείψει!
Κολοκοτρώνη, έλα μου...
για κάνε μου τη χάρη
και φέρε και τον Μπότσαρη,
Μιαούλη και Κανάρη.
Χορό να στήσουμε, διαμιάς,
με τον Καραϊσκάκη,
τον Υψηλάντη, Παλαμά,
Σεφέρη, Καζαντζάκη.
Οι νύχτες είναι παγερές
κι οι μέρες, δίχα τ' αύριο...
το ύφος μας νεκρώσιμο...
ανέλπιδο, μακάβριο.
Ξενιτεμένες οι χαρές...
σ' Αθήνα, Σαλονίκη,
η ήττα είναι πρόδηλη
κι απούσα κάθε νίκη.
κουμΕττος κ.
(15/3/17 - 20:32, λευκωσία)
ΤΑ ΣΣΙέΡΚΑ ΣΟΥ, ΓΙΑΠόΤΙ ΜΟΥ....
στον πατέρα μου († - 29/12/1995)
Τα σσιέρκα σου, πατέρα μου,
δακρύζω τζι' αθυμούμαι...
επλάσασιν τη μοίραν μου,
καρκιάν τζιαι χαρακτήραν μου...
τζιαι ξεύρω ποιος εν που 'μαι.
Τα σσιέρκα σου, αχ, τζιύρη μου,
μ' ανάγιωσαν στον κόσμον...
νυχθημερόν, στον κάματον...
εφκάλλαν μεροκάματον,
μουσκομυρίζαν δκυόσμον.
Τα σσιέρκα σου, γιαπότι* μου...
μου τάιζαν το στόμαν.
Τα σσιέρκα τούτα φκαριστώ
τζιαι ταπεινά τα προσσυνώ..........
τζι' ας έχουν γίνει χώμαν.
γιαπότι: πατέρα μου (στην κυπριακή αραβική)
κουμΕττος κ.
(15/3/17 - 06:49, λευκωσία)

Την πανηλιθιότητα των ανθρώπων....
τη γνώρισα πολύ μικρός.
Τότε, που με ρώταγαν:
"Ποιον αγαπάς, πιότερο......
τη μάνα σου ή τον κύρη σου;"....
κουμΕττος κ.
(22/11/16 - 19:04, λευκωσία)
στον πατέρα μου († - 29/12/1995)
Και τι δε θα έδινα.......
να ερχόσουνα, για λίγο...
ρε πατέρα!
Κι αν λέω....... για λίγο.....
έτσι, το λέω....
για να διευκολύνω το θάμα....
κουμΕττος κ.
(28/11/15 - 08:06, λευκωσία)
ΠΡΟΣ ΓΟΝΕίΣ
Πώς θ' αψηλώσετε παιδιά...........
σε χαμηλοτάβανα σπίτια;
κουμΕττος κ.
(29/3/16 - 21:12, λευκωσία)

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Αν δε συγχωρούνταν, όλες, οι αμαρτίες... θα χανόταν πελατεία... πολλή πελατεία...
κουμΕττος κ.
(14/3/17 - 20:30, λευκωσία)
ΩΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ!

Στης καρδιάς σου τα παρτέρια
με φιλιά πλουμίζουνε τ' άνθη περιστέρια.
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!

Στων ματιών σου τις λιμνούλες
ο Χριστός ζωγράφισε νούφαρα, βαρκούλες.
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!

Στου λαιμού σου την καμπύλη
ευωδιάζει έρωτας, χάραμα και δείλι.
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!

Στων χειλιών σου τις ραχούλες
σε πλεξούδες πλέκουνε όνειρα παιδούλες.
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!

Φόρεσε η πλάση χρώμα γαλανό, Ήλιο φωτεινό.
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!
Φίλησε η Πούλια τον Αυγερινό, άστρο πρωινό.
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!

Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!
Πόσο σ' αγαπώ; Ως τον ουρανό!

Κουμέττος Κ.
(18/7/2011, Λευκωσία)
ΖΩΟΥΛΑ ΜΟΥ, ΚΛΕΜΜΕΝΗ

Σημάδεψες το όνειρο στο κέντρο μη σαλέψει,
από μικρό το ντάντευες -του άλλαζες και πάνες-
μα στην πορεία έμποροι σ' το είχανε νοθέψει˙
κι εσύ απόκληρη γενιάς μες σ' αδειανές αλάνες.

Αμπάρωσες τη μάνα σου, τον κύρη σου στο σπίτι,
να πάρεις, έστω, μια ευχή μ' αγνότητα ζωσμένη,
καθώς θα έφευγες να βρεις τον έννατο πλανήτη,
αυτόν που θα ονόμαζες: "Ζωούλα μου, κλεμμένη!"

Σκυλιά, τριγύρω, αλυχτούν -με φόβο- πριν να φέξει
κι αργόσχολοι σαλίγκαροι σε τοίχους ανεβαίνουν˙
η ώρα πήγε τέσσερις, σε λίγο θά 'ρθει έξι,
αλέκτορες συνομιλούν˙ ξημέρωμα υφαίνουν.

Το χέρι σου σχοινοβατεί σε ράγες τετραδίου,
αειθαλές το σκήνωμα τής έρμης τής ψυχής σου,
το βλέμμα της σε έξοδο -υγρή τής Γης αιδοίου-
κι εσύ γυμνή, δες κρέμμεσαι, στην άκρη ιαχής σου.

Να δώσεις χαιρετίσματα πολλά στον Καρυωτάκη
και μια ευχή ανάπαυσις καρδιάς στην Πολυδούρη,
τα όσα που δε ζήσανε σε τούτον τον κοσμάκη,
στον Παρθενώνα ιστορούν Καρυάτιδες και Κούροι.

Κουμέττος Κ.
(16/4/2012, Λευκωσία)
έΝΑΝ ΑΠΡίΛΗ ΜΟύ ΧΡΩΣΤάΣ

Άνοιξε την εξώπορτα και μπες -όπως και πρώτα-
κόψε και δυο τριαντάφυλλα˙ παρέκκλιση στη ρότα.
Πόσο το δάκρυ να κυλά κι αναπαμό μη βρίσκει,
ξέραναν μες στο βλέμμα μου πετούνιες συν ιβίσκοι.

Όταν σ' ανοίξω, μην ντραπείς, δεν άλλαξα, διόλου˙
πάλιν "Αγάπη!" θα σε πω, με δίχα ίχνος δόλου.
Δώσ' μου στα χείλη το φιλί, για να ξεχάσω τ' άλλο,
τριάντ' αργυρίων ένσημο, κατάδοσης σινιάλο.

Έναν Απρίλη μού χρωστάς στων Ελαιών το χώμα,
έλα, μια νύχτα στα κρυφά ή μιαν αυγή, ακόμα.
Έναν Απρίλη μού χρωστάς, για φάνου, φέρε μου τον˙
τρεις μελωδίες, παίξε μου... Ανάστασης- λαούτων.

Άγγιξε τις παλάμες μου, ζαμάνια σ' αναμένουν,
είμαι εγώ -θενά το δεις- καρφιά που μπαίνουν, βγαίνουν˙
μα τα σημάδια μένουνε αγέραστα στο χρόνο,
θυμίζουν δρόμο Γολγοθά και προδοσίας πόνο.

Βρέφος θηλάζει το βυζί -ποθά ζωή να ζήσει-
ψάχνει παπάς σε γειτονιές παιδιά να κατηχήσει.
Αίμα μού πήρες και καρδιά˙ ζηλεύουν οι Αζτέκοι,
λείπεις κ' η κάθαρσις αργεί, το χθες μου κούφιο στέκει.

Κουμέττος Κ.
(6/4/2012, Λευκωσία)
GIACOMO GIROLAMO CASANOVA

Αλήθεια, πόσων γυναικών ξελόγιασες τη γόβα;
Αδίκως, δε σε βάφτισε ο Χρόνος: "Casanova!".
Για πες μου, ξέρεις ν' αγαπάς; Ή το "εγώ" ταΐζεις;
Tζογάρεις επικίνδυνα˙ εντέλει, δεν κερδίζεις!

Η θηλυπλάνα όψη σου: ωάρια τα γητεύει˙
από βορρά ιταλικό σ' Αγγλία περιοδεύει.
Τη Βενετιά υπέταξες˙ κατόπιν, το Παρίσι!
Καθώς φιλάς ανατολή φλερτάρεις με τη δύση.

Σε είπαν, κάποιες πρώην σου, δειλό και φαλλοκράτη,
μα όλες τους σ' απόλαυσαν μια νύχτα στο κρεβάτι!
Γυρνάς με μάσκες, Giacomo˙ και ξίφος τροχισμένο˙
βρε μπας και τ' όνειρο, που ζεις, δεν είν' ευλογημένο;

Tα πλούτη σε γεμίζουνε, τα στέφανα ματώνεις.
- Των θηλυκών, διαδίδεται, τους άντρες κερατώνεις.
- Ποτέ! Αν λέω ψέματα, ας γίνω σαν Πινόκιο!
(Η μύτηηηη σου μεγάλωσε και σκούντηξε το Τόκιο!)

Koυμέττος Κ.
(7/6/2012, Λευκωσία)
ΝΑ Μ' ΑΓΑΠάΣ, ΝΑ Σ' ΑΓΑΠώ...

Στα χείλια σου μοσχοβολούν
οι ευωδιές τού κόσμου...
τριαντάφυλλου, βασιλικού,
γλυκάνισου και δυόσμου.

Να μ' αγαπάς, να σ' αγαπώ,
όσο μπορείς κι όσο μπορώ...
και με χαρές, μα και με δάκρυ,
μέχρι του σύμπαντος την άκρη.

Το σμαραγδένιο βλέμμα σου
―αθανασίας προίκα...
τον ορισμό τού έρωτα
στην όψη σου τον βρήκα.

Κουμέττος Κ.
(19/8/13, Λευκωσία)
ΤΟ ΤΕίΧΟΣ ΤΩΝ ΔΑΚΡύΩΝ

Ασυνείδητα λαμόγια
στης κλεφτιάς τα καταγώγια,
δε σεβάστηκαν Πατρίδα,
ο καθείς τους μια ακρίδα...

κι ο ΙΔΡώΤΑΣ των Κυπρίων,
σ' ένα Τείχος των Δακρύων,
βλαστημάει τες ευχές τους,
τες δωσίλογες καρδιές τους,

που στο χρήμα εταχθήκαν,
στον εχθρό επουληθήκαν,
για να έχουν τη βολή τους
–βρε, γαμώ τη διαγωγή τους!

Κουμέττος Κ.
(29/3/2013, Λευκωσία)
ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Αλέξανδρέ μου, φύτρωσες αθάνατος να μείνεις,
τη φήμη σου εθέλησες, παντού, να επεκτείνεις.
Τα θέλω σου ασύμβατα με όχι και με πρέπει,
στη Μέγα μέσα όψη σου θωρώ τ' Ομήρου έπη.

Αριστοτέλη, έσπειρες τα γράμματα, το ήθος,
της μόρφωσής του ήσουνα ακρογωνιαίος λίθος.
Η Θεσσαλία έπεσε, Αμφίπολη και Θήβα,
σαν στους Δελφούς προσκυνητή, γονυπετή τον είδα.

Ο Γρανικός κι η Έφεσος, η Αίγυπτος, Περσία,
Φοινίκη τον εδέχθηκε, Ισσός στην Κιλικία.
Το βλέμμα του αντάμωσαν δεκάδες άλλοι τόποι,
ο Γόρδιος δεν ελύθηκε Δεσμός, αλλά εκόπη.

Των Μακεδόνων Βασιλιά, 'σύ Κύριε της Ασίας,
η σάρισά σου έφτασε σε παρυφές Ινδίας.
Η Πέλλα/μήτρα σ' έστειλε σ' αγκάλη Βαβυλώνας,
ο Δίας σ' αποθαύμασε μαζί κι ο Ποσειδώνας.

Ημίθεος είν' Φίλιππε o υιός σου μ' Ολυμπιάδα,
στον Βουκεφάλα, τ' άτι του, καβάλα η Ελλάδα.
Σαν Φαραώ τον λάτρεψαν˙ προδήλως, παραβύστω,
βασίλειό μου, απάντησε, ας πάει "τω κρατίστω!".

Κουμέττος Κ.
(20-12-2011, Λευκωσία)
ΛΑΒύΡΙΝΘΟΣ ΚΑΡΔΙάΣ

Ταυροκαθάψια, δίχα φόνο στην Κνωσό,
μήνα μελένιου ανατέλλει μια φιγούρα.
Σ' έλεγαν Όλγα κ' ήσουν απ' την Οδησσό
κ' είχες στα μάτια σου μεστόχρωμη κουλτούρα.

Σ' ένα λαβύρινθο σ' αντίκρυσα καρδιάς,
χωρίς το μίτο ήρθες μες στην αγκαλιά μου.
Έψαχνες κ' ήβρες την ικμάδα μιας φωλιάς
κι εγώ σου χάραξα στα χείλια τη δροσιά μου.

Παρηγορήτρα των αλάθητων λαθών,
κάθε μια ρίμα μαντινάδας απαντιέται.
Σ' ακολουθίες των ανθρώπινων παθών,
ό,τι κι αν πράξαμε ―στο τέλος, συγχωριέται!

Κουμέττος Κ.
(25-5-2013, Λευκωσία)
THΣ ΝΙΚΗΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

Ακόντιζα τα όρια μου σε ύψη δοξασμένα,
στον ουρανό φτερούγιζα˙ της νίκης ταξιδιώτης!
Στα έσω μου ζυμώθηκα περήφανος πατριώτης,
τα όσα που κατέκτησα μ' ιδρώτα δουλεμένα.

Στο χέρι μου λαμπύριζες, σαν φέγγος των αστέρων˙
ψαχούλευα το σώμα σου την αίγλη του να νιώσω.
- Χαλί με πέντε βήματα γαλάζιο θα σου στρώσω!
Σου είπα και σ' εκτόξευσα στο κάλλος των αιθέρων.

Αντίλαλος τού ήχου σου ξεσχίζει τον αγέρα˙
καθώς αυτός φυσορραγεί... δακρύζεις, συγκινείσαι.
Με ρίγος ταλαντεύεσαι -εκεί- ψηλά, που είσαι,
σαν μπαλαρίνα σε σκηνή... σε άσχημή της μέρα.

Τα νέφη σ' ατενίζουνε με φόβο, μην τα φθάσεις.
Ρωτάς: "Πού είναι η κορφή;" Oι πάντες αγνοούνε!
Πουλιά που σ' ανταμώνουνε "Τι είσαι;" απορούνε˙
κι εσύ λυγάς το βλέμμα σου, μετράς στη γη εκτάσεις.

Στην κάθοδο απλώνεσαι πιο πέρα για να πάεις,
φιλεύεις τον ορίζοντα με το χαμό/γελό σου.
Χλωρίδα σ' ερωτεύεται -την όψη, το μυαλό σου-
στα χείλια της η άνοιξις: Mαρτάπριλος κι ο Μάης.

Καρφώνεσαι στα σπλάχνα της κι ανθίζεις μες στο χώμα˙
ο έρωτάς σου σάλπισμα αγάπης μέχρι τέλος.
Για όνομα θα σου 'δινα στη βάφτιση: "Oθέλλος",
με δίχα να 'χω πρόθεση: υπαινιγμό ή σκώμμα!

Κουμέττος Κ.
(25-9-2012, Λευκωσία)
ΔάΚΡΥ

Μ' ένα γιατί στα μάτια δάκρυ,
σαν γάλα μαύρο από θήλυ,
η μνήμη μάρμαρο στην άκρη,
σαν Παναγιάς σβηστό καντήλι.

Σώμα σου άγαλμα, τσολιά μου,
μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη,
πονά σαν σε θωρ'  η καρδιά μου.
Πώς την αντέχεις τόση νιότη;

Δίπλα, ληστές και μιζαδόροι,
χρόνια... λυμαίνονται πατρίδα,
στις αποθήκες λείπουν σπόροι,
λιμός κυκλώνει την ακρίδα.

Μπροστά σου, άδεικτη πυξίδα...
δίχως ελιά το περιστέρι,
για να σωθεί όποια ελπίδα,
πρέπει, βαθιά, να μπει νυστέρι.

Γύρω, καπνοί και δακρυγόνα,
μα το δικό σου δάκρυ ρέει
απ' τον Χρυσό πέμπτο Αιώνα.
Πρώτα, γροικά... κατόπιν, λέει:

Κοίτα, ψηλά, στον Παρθενώνα,
μη σε λυγίζουν οι τριγμοί σου,
τι κι αν κρατάς, μόνο, σφεντόνα,
δείξε, σε όλους, την πυγμή σου.

Koυμέττος Κατσιολούδης
(29-6-2011, Λευκωσία)


ΚΑΛάΘΙΑ ΑΡΧΑίΑΣ ΤΡΑΓΩΔίΑΣ

Αυτόχειρα τα χέρια μας, 
κουλλή ψυχή στο σώμα,
κονσέρβας άγευστη τροφή...
μασάει κάθε στόμα.
Παιδιών τα γόνατ' άγδαρτα, 
δεν άγγιξαν αγκάθια,
χωρίς ιτιά ή λυγαριά, 
πώς δένονται καλάθια;

Το καλημέρα χάθηκε...
κι ο Ήλιος δε γελάει,
αναπολεί του χθες ζωή,
στο χώμα π' αγαπάει.
Στα περιβόλια με ανθούς 
τής λεμονιάς να παίξει
και σε αλάνες, με χαρά... 
τ' απόγιομα να τρέξει.

Οι άνθρωποι φορέσαμε 
στις πόλεις προσωπεία,
σε ρόλους ανηθοποιών 
σ' αρχαία τραγωδία.
Και γι' από μηχανής Θεό, 
δε γράφει το σενάριο,
μονάχα, γιεν βλέπω κι ευρώ, 
μαζί τους... το δολάριο.

Σε τσόχα, όλα, παίζονται 
κι εμείς τυφλοί στη Ρώμη,
στο Κολοσσαίο θεατές, 
σαν σφάζονται οι νόμοι.
Η κάθαρσις νά 'ρθει αργεί, 
για να σταθεί παρούσα,
η ύλη μοιάζει φυλακή... 
κι η ευτυχί' απούσα.

Μαζί μας -μόνο- το εγώ, 
μιας κι η σκιά απέχει,
το ψέμα μας ν' ακολουθεί...
βαριέται, δεν αντέχει.
Κι ο ταύρος σε προθέρμανσης
ταυρομαχί' αρένας,
ρολόι τσέπης δέσμιο...
φαντάζει μιας καδένας.

Οι ευωδιές στερέψανε...
κι αναζητείται λύσις,
τη μνήμη μας -ανάδρομα-
καθοδηγά η φύσις.
Σε ώμους στάμνες κοριτσιών,
γιομάτες κρήνης ήθος,
τα παραμύθια τής γιαγιάς...
Αισώπου γνέθει μύθος.

Αυλές μυρίζουν γιασεμιά, 
καφέ ψήνει το μπρίκι,
με μαστραπά πίνουν νερό...
πεντέξι πιτσιρίκοι.
Ας πάμε, πίσω, στα χωριά...
με την πατερημί μας,
ν' ανάψουμε στην Παναγιά
κερί για την ψυχή μας.

Κουμέττος Κ.
(8-7-2011, Λευκωσία)

ΧΑΜΑΙΛΕΩΝ

Σεργιάνι βγήκες στα λαμπρά σοκάκια τής «εικόνας»,
Σειρήνες σαν σε κάλεσαν ενέδωσες με χάρη˙ 
αγνόησες της ύβρεως το Άγιο το δοξάρι,
που μελωδίες υμνωδεί, που τρέμει κι ο κυκλώνας.

Αλισβερίσι άρχισες, στο σάλιο σου σερνόσουν,
το χρώμα σου το άλλαζες, σε είπαν χαμαιλέων˙
γι’ αλλού μικρός ξεκίνησες, αλλού σε βλέπω, πλέον.
Κατάληξη χειρότερη, δε θα την φανταζόσουν!

Ορφάνεψε το ήθος σου, η μάνα σου σε κλαίει,
προτίμησες το πρόσκαιρο, το κούφιο, συλημένο˙
παιχνίδι σου -που διάλεξες- στημένο και δοσμένο.
Ταυτότητα που φύλαγες; Στο λέω: «παραπαίει!»

Τιμή σου; Την ξεπούλησες για έναν κόκκο δόξας,
θεώρησες πως «δίκαιο» αυτό για σένα είναι,
αν το αντέχεις -χαίρεται- για πάντα ’κείθε μείνε,
υπόδουλος αιώνια μιας θεαθήναι λόξας.

Μα σαν κοιμάσαι τις νυχτιές μια Τύψη θα σε φτύνει,
για όλα σου τα σφάλματα υπόλογός της θα ’σαι
και μες στης πλάνης τις ειρκτές ισόβια θα πλανάσαι˙
πά’ η ψυχή σου χάθηκε μες στου «εγώ» τη δίνη.

Koυμέττος Κ.
(5/5/2011, Λευκωσία)
ΤΩΝ ΗΘΩΝ ΤΑ ΕΙΛΗΤΑΡΙΑ;

Στου πουθενά τα κάτεργα, σ' ανούσιες, ξένες χώρες,
σε πλαίσιο ματαιότητας σαλίγκαροι γεννιούνται,
σαν οι χαρές απόκληρες -ολότελα- ξεχνιούνται,
καθώς γινήκαν οι καρδιές στυγνές, πια, μισθοφόρες.

Τ' ανίκανα τα ύφη μας οι γύπες δεν ξεσχίζουν
(ψοφίμια δεν ορέγουνται, που τρέφουνται "ανάξια"),
με δίχα ίχνος ιλασμού -σ' εμπόρων εργοτάξια-
που μόνον ξέρουν άγαρπα, σαχλά να σαλιαρίζουν.

Αντρίκελα, που θεατές... το μέλλον τους θωρούνε,
να παίζεται ξετσίπωτα κι ασύστολα στα ζάρια.
Πού είναι, πού χαθήκανε ηθών τα ειλητάρια;
Αλήθεια, έτσι οι ψυχές πώς γίνεται να ζούνε;

Ολόλευκες ανταύγιες πουλάνε παραμύθια,
στα νιάτα υποστέλλουνε την κάθε τους ικμάδα.
Στον πάτο, πλέον, φτάσαμε! Τι με κοιτάς, Παλλάδα;
Πού είν' η περηφάνια μας˙ που γιόμιζε τα στήθια;

Τ' αστέρι μας κι αν έπεσε πριν μύρια-χίλια χρόνια,
εμείς -κατόπιν- το 'δαμε, σαν έφτασε το φως του˙
και τώρα που αφίχθηκε κι η έσχατη ηχώ του,
δεν ξεύρω αν την άνοιξη... θα φέρουν χελιδόνια!


Κουμέττος Κ.
(29-8-2012, Λευκωσία)
EAΛΩ ΤΑ ΗΘΗ

Μαστίγωσα τα πάθη μου, να μη με βασανίζουν,
αλύπητα το χέρι μου τα χτύπαγε με μένος˙
το αίμα έτρεχε, αργά, σαν κρέμα που την πήζουν,
τα δάκρυα, πριν πέσουνε, τα μάζευε Παρθένος.

Η κάθαρσις, αν θα φανεί, δε θα 'ναι όπως πρώτα˙
τα θέατρα -ανήκουστο- δεν πλάθουν χαρακτήρες,
θυμό, αδίκως, βγάζουμε˙ κλειστά κρατούν τα ώτα,
οι μήτρες που μας γέννησαν λογιούνται, πλέον, στείρες.

Ατέρμονοι συλλογισμοί: της ύλης κρατητήρια,
το νόημα μετέωρο... δεν ξέρει, πια, το δρόμο˙
χαθήκανε των ένοχων τής ενοχής τεκμήρια,
οι πάντες -ΟΛΟΙ- άνισοι, απέναντι στο νόμο.

Αλώθηκαν τα ήθη μας και μπάζει η ψυχή μας,
οι άμυνες κατέρρευσαν˙ στην Πόλη μας κουρσάροι.
Απόδημη στα Τάρταρα η έσχατη ευχή μας,
με δίχως φλόγα στέκουνται στα ακρωτήρια φάροι.

O ίδιος μήνας έρχεται κι ο ίδιος μήνας βγαίνει,
ρουτίνα η ζωούλα μας, φωνάζουν παπαγάλοι.
Αλί μας... πείτε: τρισαλί! Tο μέλλον μας πεθαίνει˙
Ανάστασης το μήνυμα μού είπαν δεν εστάλη.

Koυμέττος Κ.
(16/4/2012, Λευκωσία)

Κάθε φορά, που θ' αγαπάς.....
θα συγχωρείσαι!
Κάθε φορά, που θ' αγαπάς.....
θα ξαναγεννιέσαι!
Ψυχή παρθένα........ ψυχή αγάμητη......
κουμΕττος κ.
(14/3/16 - 07:25, λευκωσία)

Και δυο φορές να ζούσε......
και δυο φορές.......
να πέθαινε ο άνθρωπος,
βρε Βαγορή.....
εσύ, απλά....
θα επαναλάμβανες την πρώτη.
κουμΕττος κ.
(14/3/17 - 07:23, λευκωσία)
Εκεί, που σχηματίζεται τ' αναπόφευκτο
και τ' αναπόδραστο......................
εκεί, δε θα σε περιμένω!
Θέλω να έχεις μύριες επιλογές............
και να έρχεσαι σ' εμένα!
κουμΕττος κ.
(29/9/2016 - 19:29, λευκωσία)
Υπάρχουμε κι εμείς,
που όσο κι αν μεγαλώνουμε...................
θα χωράμε στο παιδικό μας κρεβάτι.
κουμΕττος κ.
(25/9/16 - 22:43, λευκωσία)

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

ΠΑΛΛΗΚΑΡίΔΗ, Σ' έΛΕΓΑΝ...

"Οι πρόγονοί μας φύτευαν ελιές,
αν και ήξεραν ότι δεν θα τις δουν να καρπίζουν!"
(Κορνήλιος Καστοριάδης)
Στον Ευαγόρα Παλληκαρίδη
(27/2/1938 - 14/3/1957)
Προς την Ελλάδα έβλεπες,
μωρό από την κούνια
κι ανέβηκες, βρε Βαγορή,
ψηλά, στα κορφοβούνια.
Παλληκαρίδη, σ' έλεγαν...
Παλληκαρίδης ήσουν,
πολέμησες, κρεμάστηκες,
γι' άλλες γενιές θυσιάστηκες,
λεύτερες, για να ζήσουν!
Κι ανέβηκες κι ανέβηκες
πιο πέρα 'π' τα ουράνια
κι η μάνα σου σε θαύμαζε...
γιομάτη περηφάνια.
Κουμέττος Κατσιολούδης
(13/3/2017 - 17:56, Λευκωσία)
Για πες μου, λίγο............
για τες άσωτές σου νύχτες...
στα ξωκλήσια των παθών σου...
κουμΕττος κ.
(11/11/13 - 07:44, λευκωσία)

Απ' εκείνο το βράδυ,
που έφυγες........
εγώ, ξενυχτώ, ακόμη......
και σ' αναμένω......
κουμΕττος κ.
(13/3/2016 - 13:47, λευκωσία)
Ο ΒΑΓΟΡΗΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΧΟΝΗΝ
Στον Ευαγόρα Παλληκαρίδη
(27/2/1938 - 14/3/1957)
Ο Μάρτης; Δεκατέσσερις
τζι' εσού δεκαεννιά σου,
στα μάθκια σου -πυξίδαν τους-
εθώρες την Ελλάδαν,
σκλαφκιάν, γυρόν, εν άντεχες
εσού τζιαι η γενιά σου,
με περηφάνιαν στάθηκες,
βαστώντας Άγιαν-Δάδαν.
Η Τσάδα σου σ' ανάγιωσεν
λεβέντην, παλληκάριν,
που έρωταν αρμάστηκες
της Ένωσις ιδέαν,
στην τζιεφαλήν σου φόρεσες
το δάφνινον κλωνάριν,
στα δεκαπέντε έσσιζες
ξενόφερτην σημαίαν.
Ε.Ο.Κ.Α σ' επροσκάλεσεν
τζι' εσού, ευτύς, επήες,
αντάρτης 'φκήκες στα βουνά
τζι' επήρες μονοπάτιν,
παρόλον που λαλούσαν σου
ελπίδες ήτουν λλίες...
Πανώριαν Κόρην γύρευκες
σε θρόνον, σε παλάτιν.
Το ήξευρες, βρε Βαγορή,
τζιαι θκιάλεξες τη στράταν,
για να ανοίξεις λευτερκάς
στην Τζιύπρον παραθύριν,
αγχόνην άνταν 'πήεννες,
Θεέ μου, κάμε να 'ταν,
που θάμαν να εγλίτωνες,
σου έπρεπεν χαττήριν.
Ανηφορκάν π' ανέβαινες,
εδίκλησες τζιαι είδες,
τη μάνα σου που 'δίαν σου
φιλίν τζιαι την ευτζιήν της,
η Ιστορία έγραφεν
για 'σέν' γρουσές σελίδες
τζι' εσούνη εγονάτισες
με σεβασμόν καρτζιήν της.
Κουμέττος Κατσιολούδης
(27/2/2012, Λευκωσία)


- Κι ο πόνος, παππού;
- Ένα να θυμάσαι, παιδί μου........
τα ωραιότερα αγάλματα......
λαξεύθηκαν....... βάναυσα!
κουμΕττος κ.
(13/3/2016 - 13:52, λευκωσία)
Τι νόημα έχει...........................
κι αν ήρθαμε, εντελώς, κοντά.....
αφού δε σε φτάνουν τα χέρια μου;
κουμΕττος κ.
(13/3/2017 - 15:46, λευκωσία)

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Αφού λείπεις.....
υπερβολική σπατάλη...............
η Πανσέληνος.
κουμΕττος κ.
(19/7/16 - 22:14, λευκωσία)
Μυρίσαμε κι εμείς.............
ένα γιασεμί, χαράματα.
Ας πάψουμε, λοιπόν...........
να το παίζουμε και τόσο αθώοι!
κουμΕττος κ.
(25/2/17 - 08:24, λευκωσία)
Ερωτεύομαι....
σημαίνει ξαναγεννιέμαι.
Σημαίνει.............
κινδυνεύει η μάνα μου.

κουμΕττος κ.
(20/2/17 - 18:18, λευκωσία)
Και μην εφησυχάζεσαι.....
χτίζε γιοφύρια!
Ακόμη, και ξεραμένα
μην τα εμπιστεύεσαι τα ποτάμια.
κουμΕττος κ.
(21/2/17 - 14:29, λευκωσία)
LI ZCIR RAY 

"Ο ΜΙΚΡΟΣ ΒΟΣΚΟΣ!"
του Κουμέττου Κατσιολούδη

Διασκευή στη C.M.A (Cypriot Maronite Arabic)
αποσπάσματος από το βιβλίο: 
"Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ" του Antoine de Saint Exupéry

Λευκωσία 2010

ΡOΛΟΙ:
1) AΦΗΓΗΤΗΣ
2) ZCIR RAY (Μικρός Βοσκός)
3) KILP (Σκύλος)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
L-veşex kilp kaniakşca li zcir ray pşan saca xtir!
(O κακός σκύλος κοιτούσε τον μικρό βοσκό για ώρα πολλή!)

KILP:
-Say aş tatsay tasur exen kilp kaes! Pitlupilikiaxa mi l-xost l-kalpi! şivexen ray ma piritni pşanu! Kullon pkipizcuni u payllon ttakol l-macazen şayton.
(Κάνε ό,τι μπορείς να γίνω ένας σκύλος καλός. Στο ζητώ μέσα από την καρδιά μου. Κανένας βοσκός δε με θέλει γι’ αυτόν. Όλοι με φοβούνται και νομίζουν πως θα φάω τα κοπάδια τους).

LI ZCIR RAY:
-Pri tasayk kaes kilp, ma mallini saca xtir. Lini tarux u tatcallem tinnie oxre u şacia xtir!
(Θέλω να σε κάνω καλό σκύλο, μα δεν έχω ώρα πολλή. Έχω να πάω να γνωρίσω κόσμο άλλο και πράγματα πολλά!)

KILP:
-şikits ma tattitcallem ayn u an pitrux. Xost aδι l-tinnie mannitcallem alli ta mantsayon şatna u mannati kalipna pşanon. L-nes yawm ma lixon saca pşan teytcalmu şikits. Kullu pkijru mnage u mnawna u l-şaya ta piritu pkiştruon kullon mi l-Libdine ma li flus, mpla teyjri l-carak mnalexon. Ma calexon pşan şikits. Pkiakişcu patnon u tecisu pşanon. Aδa ma o kaes u l-nes yawm efku mpla nes jumpon, mpla nes ta tteaxtru teaxku ma kalpon maftux u ta la teypiscu şikits.
(Τίποτε δε θα μάθεις όπου και αν πάεις. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο μαθαίνουμε αυτά που τα κάνουμε δικά μας και δίνουμε την καρδιά μας σε αυτά. Οι άνθρωποι σήμερα δεν έχουν ώρα για να μάθουν τίποτα. Όλο τρέχουν από εδώ και από εκεί και τα πράγματα που χρειάζονται, τα αγοράζουν από τη Χώρα με τα λεφτά, χωρίς να τρέξει ιδρώτας από πάνω τους. Δεν τους νοιάζει για τίποτα. Κοιτάνε την κοιλιά τους και να ζούνε για αυτούς. Αυτό δεν είναι καλό και οι άνθρωποι σήμερα έμειναν χωρίς ανθρώπους κοντά τους, χωρίς ανθρώπους που να μπορούν να μιλούν με την καρδιά τους ανοιχτή και να μη φοβούνται τίποτα).

LI ZCIR RAY:
-Xtir kaes kultinniaxon u psattikilak. Ana alok aş tasay pşan tatsur kaes kilp?
(Πολύ καλά μου τα είπες και σε πιστεύω. Εγώ τώρα τι να κάνω για να γίνεις καλός σκύλος;)

KILP:
-Smaca kaes. Pşan tattsayni kaes kilp, mnawna u terux, lik tatsay xtir şaya. Pşan alok tattakco pcit minni u ana ttakşacak ma l-caney u ind ma taθkul şikitş. An mannaxki xtir mnalok tannigitel. Pukra, θenixxar u l-oxar li xarrat ta teju ttattaxter tattakco awfa jumpi.
(Άκου καλά. Για να με κάνεις καλό σκύλο, από εδώ και να πάει, έχεις να κάνεις πολλά πράγματα. Για τώρα θα καθήσεις μακριά από εμένα και εγώ θα σε βλέπω με τα μάτια μου και εσύ δε θα λες τίποτα. Εάν μιλήσουμε πολύ από τώρα θα σκοτωθούμε. Αύριο, μεθαύριο και τις άλλες μέρες που θα έρθουνε θα μπορείς να κάθεσαι πιο κοντά μου).

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
L-axar li xar, l-nussuxar, li zcir l-ray ja telaki l-kilp l-veşex.
(Την επόμενη ημέρα, το μεσημέρι, ο μικρός βοσκός ήρθε να βρει τον σκύλο τον κακό).

KILP:
-L-saca ta jit ma e pşik imps u o awfa kaes tatji tatlakini kuciom mpla tattiptel l-saca ta pitji. Aδa ttekun xtir kaes pşani u ttaxis xtir kaes. Ma takco tastadirak kucom mpla tacaref aş saca tatji u taxis pşik u an kund kece xok l-jampr ta pkiselu. Pri tatji kuyom exte saca ta ttacaref pşan tattilpes kalpi l-θkiep te l-farxa u tasay pşanak cit.
(Η ώρα που ήρθες δεν είναι σαν την χθεσινή και είναι καλύτερα να έρχεσαι να με βρίσκεις χωρίς να αλλάζεις την ώρα που έρχεσαι. Αυτό θα είναι πολύ καλό για μένα και θα αισθάνομαι πολύ καλά. Δε θα κάθομαι να σε περιμένω καθημερινά, χωρίς να ξέρω τι ώρα θα έρθεις και να νιώθω σαν και να εκαθόμουν πάνω στα κάρβουνα που ανάβουν. Θέλω να έρχεσαι καθημερινά μια ώρα που θα ξέρω για να φοράει η καρδιά μου ρούχα της χαράς και να κάνω για σένα γιορτή).

LI ZCIR RAY:
-Ayşo l-cit?
(Τι είναι η γιορτή;)

KILP:
-L-cit o exen şi ta l-tinnie tsitu, fia alok zman xtir. O aδa ta pisay exen xar ta la teyşpex ma şivexen axar. E exte saca ta ma pittişpex ma şivexte oxre. Pşan tarvilak tattitcallem, fia cit ta pisaw pşan li Mpsix ta mad pşan tlax θkiem u ja xalf mi l-mawd. Aδak li xar l-nes pkiaklu, picannu u pkiriksu mi l-farxiton. Aδak li xar ma o pşik l-oxar. An kan pşik l-oxar kullon li xarat kandekunu exen şi u ana ma kuntarux takol şivexte jeje mpla teyjruni mi xalf u teyşilxunni jcar.
(Η γιορτή είναι ένα πράγμα, όπου όλος ο κόσμος ξέχασε, έχει εδώ καιρό πολύ. Είναι αυτό που κάνει μια μέρα να μη μοιάζει με καμιά άλλη. Είναι μια ώρα που δε μοιάζει με καμιά άλλη. Για να σου δείξω να μάθεις, υπάρχει γιορτή που κάνουν για τον Χριστό που πέθανε για τρεις μέρες και ήρθε πίσω από το θάνατο. Εκείνη τη μέρα οι άνθρωποι τρώνε, τραγουδάνε και χορεύουν από τη χαρά τους. Εκείνη η μέρα δεν είναι όπως τις άλλες. Εάν ήταν σαν τις άλλες, όλες οι ημέρες θα ήταν ένα πράγμα και εγώ δε θα πήγαινα να φάω καμιά όρνιθα χωρίς να με τρέχουνε από πίσω και να μου ρίχνουμε πέτρες).

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
-U akke şfeşfe şfeşfe l-zcir ray sava l-kilp kaes u jet l-saca ta kandeytcarpu.
(Και έτσι σιγά σιγά ο μικρός βοσκός έκανε τον σκύλο καλό και ήρθε η ώρα που θα χώριζαν).

KILP:
-Ma paxter pijinni taxpi!
(Δεν μπορώ, μου έρχεται να κλάψω!)

LI ZCIR RAY:
-Aş tasayllak, ind kundri tasayk kaes. Αna ma kundri tatxis pşik alok!
(Τι να σου κάνω, εσύ ήθελες να σε κάνω καλό. Εγώ δεν ήθελα να νιώθεις όπως νιώθεις τώρα!)

KILP:
-O kaes ta piθkul!
(Είναι καλά που λες!)

ZCIR RAY:
-Ma kalpak pitri tattixpi!
(Μα η καρδιά σου θέλει να κλάψει!)

KILP:
-Ye, kalpi pittri alok tattixpi xtir!
(Nαι, η καρδιά μου τώρα θέλει να κλάψει πολύ!)

ZCIR RAY:
-Kuinni tannakşa alok o awfa kaes ta surt kaes? Ayşo aδa ta cilep kalpak?
(Πες μου να δούμε τώρα είναι πιο καλά που έγινες καλός; Τι είναι αυτό που κέρδισε η καρδιά σου;)

KILP:
-Cilep exen şi: L-δawm te l-kamar xost l-xakle ma l-ximplasat!
(Κέρδισε ένα πράγμα: Το φως του φεγγαριού μέσα στο χωράφι με τις μυρσινιές!)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
U kallu terux teakşaxxon!
(Και του είπε να πάει να τις δει!)

KILP:
-Rox tattakşa l-ximplasat. Kşaxxon kaes! Ma ttattakşa şivexte ximplase ta e pşik şaytak. Ta ttatji pşan tattaxrop takuillak u exen şi ta ma pkiacarifu şivexen.
(Πήγαινε να δεις τις μυρσινιές. Δες τες καλά. Δε θα δεις καμιά μυρσινιά που είναι σαν την δική σου. Όταν θα έρθεις για να φύγεις θα σου πω και ένα πράγμα που δεν το ξέρει κανένας).

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
Li zcir ray rax teakşa l-ximplasat.
(Ο μικρός βοσκός πήγε να δει τις μυρσινιές).

ZCIR RAY:
-şivexte miniθkon ma pittişpex ma l-ximplase şayti u pşani şivexte miniθkon ma piθkul şikits xost l-kalpi. şivexen ma savakon kaysin pşik l-ximplase şayti. Indu pşik l-kilp teli ta kan veşex. Exen kilp pşik l-klep kullon ta enne veşxin. Alok sar kaes u pşani o exen kilp ta pşiklu mafkia axar xost fi l-tinnie kulla!
(Kαμιά από εσάς δε μοιάζει με την μυσρινιά τη δική μου και για μένα καμιά από εσάς δε μου λέει τίποτα μέσα στην καρδιά μου. Κανένας δε σας έκανε καλές σαν τη μυρσινιά τη δική μου. Είστε σαν τον σκύλο το δικό μου που ήταν κακός. Ένας σκύλος σαν τους σκύλους όλους που είναι κακοί. Τώρα έγινε καλός και για μένα είναι ένας σκύλος που σαν αυτόν δεν υπάρχει άλλος μέσα στην πλάση όλη).

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
U l-ximplasat kanniakişux u kanijillon teyxpu.
(Και οι μυρσινιές τον κοιτούσαν και τους ερχόταν να κλάψουν)

ZCIR RAY:
-Xusn likon xtir ma indu farcin mi l-xostθkon. şivexen ma temud pşanθkon. L-ximplase şayti an pkiakşaca exen axar ttekul pşana: E exte ximplase pşik tayndu indu kulliθkon. Ma pşani l-ximplase şayti pxupa awfa miniθkon. Kifta? E l-ximplase ta skayt ma kalpi. E l-ximplase ta nakayt pşan taθkun maci u tajri pşana taxottila moe u talakep l-art ta e jumpa pşan ta ttaxo xava. Pşani e exte ximplase ta ma pittişpex ma şivexte oxre. Kundismaxa ta kandcanni u kundcanni maxa, kundindura ta kant pxale u ma kundxallia tattiprot, kundaxkilla ta ma kandaxkilla şivexte oxre ximplase u ta ma kandaxki, ta kallixa xork, kundakco jumpa u kundismca kalpa.
(Ομορφιά έχετε πολλή μα είστε άδειες από μέσα σας. Κανένας δε θα πεθάνει για εσάς. Την μυρσινιά τη δική μου, αν την δει κάποιος άλλος θα πει γι’ αυτήν: Είναι μια μυρσινιά ωσάν είστε όλες εσείς. Αλλά για μένα τη μυρσινιά τη δική μου την αγαπάω περισσότερο από εσάς. Γιατί; Είναι η μυρσινιά που πότισα με την καρδιά μου. Είναι η μυρσινιά που ξεχώρισα για να είναι μαζί μου και να τρέχω για αυτήν να της βάζω νερό και να καθαρίζω το χώμα που είναι κοντά της για να παίρνει αέρα. Για μένα είναι μια μυρσινιά που δε μοιάζει με καμιάν άλλη.Την άκουα που τραγουδούσε και τραγουδούσα μαζί της, την πρόσεχα όταν ήταν άρρωστη και δεν την άφηνα να κρυώσει, της μιλούσα όταν δεν της μιλούσε καμία άλλη μυρσινιά και όταν δεν μιλούσε που είχε θυμό καθόμουν κοντά της και άκουα την καρδιά της).

ΑΦΗΓΗΤΗΣ:
U xarap u rax xalf fi l-kilp.
(Και έφυγε και πήγε πίσω στον σκύλο).

ZCIR RAY:
-Taxrop!
(Θα φύγω!)

KILP:
-Tinni fitte saca takuillak exen şi ta ma pkiacarifu şivexen. Smacani kaes: Ma exen şi mannakşa kaes. Ma kalipna! L-canen ma pkiakişcu şikitş.
(Δώσε μου λίγη ώρα να σου πω ένα πράγμα που δεν το ξέρει κανένας. Άκουμε καλά: Με ένα πράγμα βλέπουμε καλά. Με την καρδιά μας! Τα μάτια δε βλέπουν τίποτα.)

ZCIR RAY:
-L-canen ma pkiakişcu şikitş!
(Τα μάτια δε βλέπουν τίποτα!)

KILP:
-L-canen ma pkiakişcu l-saca ta tayt pşan l-ximplase şaytak pşan tatsaya saytak.
(Tα μάτια δε βλέπουν την ώρα που έδωσες για τη μυρσινιά σου για να την κάνεις δική σου).

ZCIR RAY:
-L-canen ma pkikişcu l-saca ta tayt pşan l-ximplase şayti pşan tasaya şayti!
(Tα μάτια δε βλέπουν την ώρα που έδωσα για τη μυρσινιά σου για να την κάνω δική σου!).

KILP:
-L-nes tsu aδa l-şi. Ind ta la tattindsix fi l-ciştak kulla. Aδa l-şi ta savayt telak, ta savaytu kaes, mnalok u terux tekun telak u ttekullik taθkapilu u tattijri xalfu. Mnalok u terux l-ximplase aδi e şaytak u tatji ttaθkapila pşan exte cişe!
(Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτό το πράγμα. Εσύ να μην το ξεχάσεις σε όλη σου τη ζωή. Αυτό το πράγμα που έκανες δικό σου, από εδώ και να πάει θα είναι δικό σου και θα έχεις να το φροντίζεις και να τρέχεις πίσω του. Από εδώ και πέρα η μυρσινιά αυτή είναι δική σου και θα έρχεσαι να τη φροντίζεις για μια ζωή).

ZCIR RAY:
-L-ximplase aδi e şayti u taji takapila pşan exte cişe...
(Η μυρσινιά αυτή είναι δική μου και θα έρχομα
ι να τη φροντίζω για μια ζωή...)



ΒΕΔΟΥΙΝΩΝ ΠΑΣΧΑ!

Καμήλες σε καραβάνι γραμμή,
η Σαχάρα στην άμμο δακρύζει,
Ιμάμης αυτήν σε τζαμί,
Eπανάστασης Kόρη βαφτίζει.

Μ' οιμωγές λυσσάν' τα τσακάλια,
σε κλουβιά δε χωρά η ζωή τους,
η ψυχή τους σ' αναμμένα μαγκάλια,
προσδοκά الحرية * στη φωνή τους.

Βεδουίνοι τ' αστέρια θωρούν,
σαν τα όπλα κροταλίζουνε αίμα.
Ν' αποτινάξουν θέλουν˙ μπορούν,
δικτατόρων αμείλικτο στέμμα;

Αλγέρι, Αλεξάνδρεια, Βεγγάζη...
ο δρόμος σε μια όαση βγάζει;
Tσουνάμι ο Νείλος˙ οργιάζει!
Μωάμεθ τα νερά του μοιράζει!

* λευτεριά

Koυμέττος Κατσιολούδης
(24/4/2011, Λευκωσία)
ΣΥΛΗΜέΝΗ, ΚΑΡΔΙά ΜΟΥ!

Mιας κρυφής συνουσίας στερνοπαίδι το Αύριο,
π' αγνοεί τον πατέρα, π' αγνοεί τη μητέρα...
και στην όψη του ύφος αντικρίζω μακάβριο,
κάθε δάκρυ του λάβα κ' η ψυχή του καλντέρα.

Συλημένη, καρδιά μου, στων ονείρων τη σχάση,
ποιας στυγνής τραγωδίας εβαπτίστηκες θύμα;
Κ' η Σελήνη κρυμμένη μες σ' αφέγγιστη φάση,
"ωιμέ!", "τρισαλί μας!"... η γενιά μας: "τι κρίμα!".

Πυραμίδες οι μέρες, σ' ολοσκότεινα χρόνια,
σαν ο Νείλος κυλάει προς το Δέλτα τής Μοίρας,
τα λευκά μας εγίναν, πλέον, κόκκινα χιόνια...
και η τύχη στεφάνι στο κεφάλι μιας χήρας.

Κουμέττος Κ.
(27/3/14 - 11:07 π.μ, Λευκωσία)
ΝΑΥάΓΙΟ "ΖΗΝΟΒίΑ"

Υφές του χθες οι αναμνήσεις
-απομεινάρια χρονικά-
π’ ανακαλούνε συναισθήσεις,
που μας γελούν ειρωνικά.

Ταξίδια μες στο παρελθόν μας,
σ' αντιμαχίες των Θεών,
των απεχθών, των συμπαθών μας˙
των ανεκπλήρωτων κλεών.

Αντιλαλούν οι παιδικές μας
-οι άγουρες μας οι φωνές-
ομαδικές, γηπεδικές μας˙
της νίκης κ’ ήττας ηδονές.

Μες στην αγκάλη σου, μανούλα,
θηλάζω γάλα προκοπής,
καθώς σχολειού η καμπανούλα,
σιγής φαντάζει βιαστής.

Kαι σ’ ονειρώξεις εφηβείας
ψάχνω το μίτο ιαχής,
ναυάγιο μοιάζω Ζηνοβίας˙
κατάδυση αναψυχής.

Οι ανεπούλωτες πληγές μου,
το αίμα στάζουνε στη γη,
παραμονές μου, διαφυγές μου˙
καρδιάς λογιούνται ναυπηγοί.

Koυμέττος Κ.
(6/3/2013, Λευκωσία)
ΜΙΑ ΦΟΡά ΣΤΑ ΧίΛΙΑ ΧΡόΝΙΑ...

Αχ, του ήθους το σιγκούνι, το φορούνε -πια- σπιούνοι˙ 
θλίψη σπέρνουνε στα πλήθη έμποροι και τοκογλύφοι.
Τρών' χαβιάρια στις Βρυξέλλες κι άλλων τ' όνειρο σαρδέλες,
σαν τ' ακούραστα τους χέρια θάβουν γέλια στη μιζέρια.

Τύχη παίρνουν να φυτέψουν -να 'χουν κάτι να πιστέψουν- [...]
κι άστρα πάνω της κεντάνε, να 'χουν φως να ξενυχτάνε,
να σμιλεύουν, μ' εξωστρέφεια: ζεύγη μέταλλα σε ντέφια,
που καθώς θα κουδουνίζουν κοιμισμένους θ' αφυπνίζουν.

Άλαλοι, με δίχα λόγια -άδεια πλοίων νηολόγια-
ξεπηδoύν γαλάζιοι γλάροι, απ' του Αλαντίν λυχνάρι.
Στον αιθέρα μοιάζουν βόλια, ψάχνουν κίβδηλα ειδώλια,
στην καρδιά να σημαδέψουν, μπας και τα εξολοθρέψουν.

Την Ελένη πήρες, Πάρι; Δε σε πήραμε χαμπάρι!
M' άλγεβρα, γεωμετρία... δεν αρκεί να πας στην Τροία!
Θάλασσα -αρμύρας λίμνη- σπρώξε μ' άνεμο την πρύμνη,
σα στην πλώρη τρεις προφήτες προμηνύουν πύρρειες ήττες.

Μια φορά στα χίλια χρόνια, Διγενή μου, μες στ' αλώνια,
θα σουβλίζεται ο Χάρος απ' της ράτσας μας το θάρρος˙
κι όλοι μες στην Οικουμένη: πληγωμένοι, προδομένοι,
θα θυμούνται τον Αιώνα... το Χρυσό σου, Παρθενώνα!

Κουμέττος Κ.
(4/9/2012, Λευκωσία)
ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜόΣ

Μια θρηνωδία τής ψυχής, Θεέ μου, απ' τα χείλη,
να μπόραγα να Σου 'στελνα με θάλασσας κοχύλι.
Η ώρα πήγε τριαντατρείς, δες τα παιδιά... λυγίζουν,
το μεροκάματο αργεί, οι τσέπες τ' ατενίζουν.

Αγίοκλημα, γιαγιούλα μου, για κόψε λίγο, φέρε,
κραυγή μου, άκου, Παναγιά˙ σε προσκυνώ, ω Χαίρε!
Tα χρόνια είναι Κατοχής με Προσφυγιά, αντάμα,
η λύτρωσις, αν θα φανεί, δικό σου θα 'ναι θάμα.

Στο χέρι μια πατερημί, ελπίδων μας μαγκάνι,
την περηφάνια, που 'χαμε, την ρήμαξαν ρουφιάνοι.
Στην Αγορά το όστρακο, γιατί εκαταργήθη;
H εξορία χρειάζεται, για ν' απομείνουν ήθη!

Κουμέττος Κ.
(26/2/2012, Λευκωσία)
ΠΟΙΗΤΙΚόΣ έΡΩΤΑΣ

Έξω βροχές με αστραπές, βροντές -χαμός τής πλάσης-
έσω στο τζάκι ζεστασιά, σαν των βοδιών τα χνώτα˙
πάρ' ενός Φοίνικα φιλί και κοίτα... μην ξεχάσεις:
τ' άστρα που σέρνουνται σβηστά ν' ανάψεις σαν και πρώτα!

Ντύθου αγάπη κι άσε με να σου μιλώ αιώνες˙
όσα η νύχτα σκέπασε θα σου τα φανερώσω.
Ρίγη ιδρώνουν δέρματα και σμίγουνε λαγόνες,
ξάγρυπνη θα μου σπαρταράς, προτού σ' εξημερώσω.

Μύδι το στρείδι αγροικά κι ατάραχ' η Σελήνη,
βλέννα τη σκόνη συγκρατεί κι αφρίζουνε ρουθούνια.
Στέκει σαν άγαλμα σκηνή˙ ρωτά ο Rossellini:
Ξέχασες πάλι; Δες, γελά μικρό παιδί σε κούνια!

Τρέμει η φλόγα στο κερί -ο άνεμος θεριεύει-
ψάχνει ο λύκος για τροφή κ' οι στάνες αγωνιούνε,
σχίζει της μάνας η κραυγή τα μάκρη π' αγναστεύει:
Θάλασσα, πες μου, να χαρείς ο υιός μου ξέρεις πού 'ναι;

Χάδι από το χέρι σου αρδεύει το κορμί μου,
όλα, τριγύρω μας, θαμπά τα τζάμια μάς κοιτούνε.
Ήσουν το αίτιο μου εσύ, δεν ήσουν αφορμή μου.
Όσοι, που ζουν ποιητικά, την πρόζα δεν ποθούνε.

Koυμέττος Κ.
(15/4/2012, Λευκωσία)
ΜΑΝΟύΛΑ -άΚΟΥ- Σ' ΑΓΑΠώ!

Αφιερωμένο στη μανούλα μου (†)
και σ' όλες τις μάνες του κόσμου!

Στιγμές μας νάματα τού χθες, αμάραντ' η μορφή σου,
σαν κρίνο μοιάζεις Παναγιάς, λουλούδι Παραδείσου.
Εικόνισμα η όψη σου, προσκύνημα λατρείας,
ο πόνος σου χαμόγελο κι απόσταγμα σοφίας.

Σα γιασεμί μ' αγκάλιαζες, νανούριζες με χάδι,
μες στο καντήλι μου ευχής, μανούλα, ήσουν λάδι.
Τις νύχτες, πριν να κοιμηθώ, μελένιο το φιλί σου,
για του παιδιού σου τη ζωή, θυσία η δική σου.

Μια ευωδιά, πώς στέκεται, η μνήμη σ' ένα τζάκι,
μου διάβαζες -πάλι/ξανά- μικρό παραμυθάκι.
Θυμάμαι κάθε συμβουλή, που μου 'γραφες μ' ευθύνη,
με μια γραφίδα στην καρδιά, για πάντα 'κεί να μείνει.

Καθρέφτης μου το βλέμμα σου. Θωριόμουν, δίχα λάθη.
Ομφάλια η αγάπη σου, απ' της ψυχής τα βάθη.
Ασπίδα, ήσουν δόρυ μου, φωνή μεστή, γλυκιά μου,
πληγών μου πάνω βάλσαμο, μανούλα μου, γειατριά μου.

Αδιάκοπ' η φροντίδα σου, γιομάτη θεία χάρη,
το χέρι μου σαν κράταγες, κρατούσα το φεγγάρι.
Τη νύχτα μέρα έκανες, για χάρη μου στην πλάση,
τ' αδύνατά μου δυνατά και ποιος να με δαμάσει;

Σ' ευχαριστώ, μανούλα μου, για όσα μου 'χεις δώσει,
χωρίς σκοπό άλλη καμιά, δε μ' έχει καμαρώσει.
Το όνομά σου φυλαχτό, θα το φιλώ στα χείλη,
μανούλα -άκου- σ' αγαπώ, βράδυ, πρωί και δείλι.

Κουμέττος Κατσιολούδης
(8-5-2011, Κορμακίτης)
ΠΡΙΝ Ο ΚΟΚΟΡΑΣ ΛΑΛΗΣΕΙ!

Σαν εκλείψει απ' τα μάτια το ανθρώπινο μας δάκρυ,
θα 'ναι, μάνα μου, σημάδι πως εφτάσαμε στην άκρη,
πως δεν έχει άλλο πόνο τούτ' η πλάση να μας δώσει,
πως, μανούλα, η καρδιά σου δε θα ξαναμαραζώσει.

Θα 'ν' ο κόσμος μας τραγούδι, κάθε στίχος ευωδιά του,
δε θα γράφει για θανάτους, πως χαθήκανε παιδιά του,
δε θα γράφει πως πεινούσαν των ψυχών τα σώματά μας,
πως ξεσχίζανε oι γύπες -δίχως οίκτο- πτώματά μας.

Στις αλάνες για κρυφτό και μια μπάλα θα κλωτσάμε,
ζαχαρούλα στο ψωμάκι, σαν το βρέξουμε θα φάμε,
η τροφή μας θα 'ναι λίγη, μια ελιά θα εκτιμούμε
κι αν ιδούμε κάπου πόνο, δίπλα βράχοι θα σταθούμε.

Στις γιορτές, στα πανηγύρια θα ανθίζει η ψυχή μας
και της άνοιξης το χρώμα θα μας λούζει τη ζωή μας.
Ο πατέρας θα κοιτάζει μ' αγωνία αν θα βρέξει,
η καμπάνα θα χτυπάει, πριν ακόμα ήλιος φέξει.

Πριν ο κόκορας λαλήσει, πριν τρισάκις προδοθούμε,
πριν ο ήλιος μετοικήσει, πριν από τη γη χαθούμε,
ας κρατήσουμε τα χέρια όλοι μας σ’ αυτόν τον κόσμο
κι ας μυρίσουμε θυμάρι, δεντρολίβανο και δυόσμο.

Koυμέττος Κ.
(13-7-2011, Λευκωσία)