Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

ΦΛΟΓΕΡΑΣ ΑΣΜΑ

Καμπάνα μονοσήμαντρη πενθεί με ήχο θλίψης,
βοσκός κουρεύει πρόβατα, ο λάκκος θρέφει βδέλλα,
εάν με νιώθεις κόπιασε, αντάμα μου, να νίψεις,
το πρόσωπό σου, μες στο χθες, με κάρδαμο, κανέλα.

Αγνάντεψα την μάνα μου, τον κύρη μου στο χώμα,
πασάλειψα τη θύμηση με λούστρο, μην ξεβάψει,
σουσάμι το ανέβασα, ξυπόλητος, στο δώμα,
για φίλησέ το, ήλιε μου, το σπόρο του να στάξει.

Η μνήμη υπνοδεύουσα -μαβλούκα* στο κεφάλι-
ζεστά ψωμιά λιμπίστηκε, που έψηναν οι φούρνοι.
Μουλάρια απαλούκωτα με πεισμονή μεγάλη˙
τη νέα τάξη, σήμερα, την βασιλεύουν στούρνοι.

Στολή όλοι φοράγαμε, ακόμη και πηλίκιο,
το ήθος μας το διόρθωνε η ράβδος, σαν αλφάδι,
χωρίς˙ μα κι όταν έπιπτε, συνήθως, είχε δίκιο,
κανένας δε στραβώθηκε απ' το δικό της "χάδι".

Αλλοτινές μας εποχές -θα σκέφτεστε- το ξέρω,
τα χρόνια μας αγύριστα, δεν τα ζυγώνει πλάσμα,
αχ, να 'τανε να πήγαινα, προζύμι για να φέρω,
ψυχές για να ζυμώσουμε με μιας φλογέρας άσμα.

*μαβλούκα= μαξιλάρι

Κουμέττος Κατσιολούδης
(23-9-2011, Λευκωσία)
ΣΤΗΝ ΤΡΟύΜΠΑ, ΜΙΑ ΣΤΙΓΜή...

Χειμώνας στην καρδιά, με χιόνι τη σκεπάζει,
η άνοιξη να 'ρθει... το θέλει, μα διστάζει.
Ορυμαγδός σιγής, τα πάντα δυναστεύει,
στα έγκατα τής γης... η θλίψη μας χορεύει.

Ληστές ανακαλούν το λυκαυγές τής μέρας,
το δίκιο απειλούν με θάνατο μιας σφαίρας.
Πατρίδος την τιμή, την παίξανε στα ζάρια,
στην Τρούμπα, μια στιγμή... στα κόκκινα φανάρια.

Τριγύρου, μυγδαλιές... ολόγυμνες παρθένες,
ποθούνε αγκαλιές, να μη λογιούνται ξένες.
Ανάπηρη χαρά... στα μάτια κουβαλάνε,
οι μνήμες τους στο χθες, τα φύλλα τους φιλάνε.

κουμέττος κ.
(4/12/14 - 13:06, λευκωσία)
LAST VOYAGE

Στο Έβερεστ ανέβαιναν Μογγόλοι ορειβάτες,
βαραίνει η τροπόσφαιρα, ψηλών βουνών το κλίμα˙ 
παλεύει μες στα πέλαγα βαπόρι με το κύμα,
η ρότα του στο πουθενά, με δίχως επιβάτες.

Γοργόνα που τ' αντάμωσε μια νύχτα τού χειμώνα˙
αν ζει ο Μέγ' Αλέξανδρος, το ρώτησε, αν ξέρει.
Μ' αυτό, αντί γι' απάντηση, της άπλωσε το χέρι,
μες στην παλάμη του φωνή τής λέει: "Βαβυλώνα!"

Προβέτζο το εξάφνιασε κι εφάνη τραμουντάνα,
αλύπητα, η θάλασσα τού γδέρνει τη μοράβια˙
θυμάται δυο ξαδέρφια του, που ρίχναν παραγάδια
και μια μικρή στο Tokyo να φτιάχνει Ikebana.

Στη Μassalia πρόφτασε τ' ανήλιαγα μπορδέλα,
τις λάμπες που κοκκίνιζαν, για να καλάρουν ναύτες,
πριχού τους παραλάβουνε στο μέλλον νεκροθάφτες,
σε στρώματα ξαλάφρωναν μ' αγίνωτη κοπέλα.

Μαρκόνι σαν τιτίβιζε, λογιόταν σαν καρδιά του,
ραπόρτα του διαμοίραζαν το γέλιο και το κλάμα˙
o Richter ταρακούναγε, γερά, τη Yokohama
κι ο κύρης, πριν να κοιμηθούν, φιλούσε τα παιδιά του.

Η λαμαρίνα σκούριασε κι αρχίνισε να μπάζει,
μ' αλήθεια, ποιος το ρώτησε, πού θέλει ν' αποθάνει.
Παρά νεκρό και ξέμπαρκο σε χώμα ή λιμάνι,
σε βένθος κάλλιο τού βυθού το σώμα μου ν' αράζει!

Κουμέττος Κ.
(29-4-2012, Λευκωσία)
ΕΜΙΛΙΑΝΟ ΖΑΠΑΤΑ ΣΑΛΑΖΑΡ

"Καλύτερα ο θάνατος, σαν έρθει να σε βρίσκει
όρθιο παρά γονατιστό!", τους έλεγες με πάθος,
με δέος σε εκοίταγε και πίστη μια παιδίσκη,
έτοιμη να θυσιαστεί... κι ας ήταν όλα λάθος.

Στ' Ανενκουίλκο φύτρωσε ο Θρύλος σου, Zαπάτα!
Ντίας, δεν το προνόησες Ηρώδης για να γένεις;
O χρόνος σού εφύλαγε ολόμαυρα μαντάτα.
Ξύπνα, πια, άλλο απαθής τι στέκεσαι και μένεις;

Κρικέλια δεν έχει η γη, μα όλοι λίγη θέλουν,
χέρια μοιράζουνε ψωμί -με μια ελιά γλεντάνε-
τα μάτια μες στο άδικο τις κόρες τους διαστέλλουν,
ψάχνουν να διώξουνε ντροπή. - Δεν έχουν, τι να φάνε;

Ψηλά-ψηλά στον ουρανό οι κόνδορες πετάνε,
διάπλατ' ανοίγουν τα φτερά και σκιάζεται ο Ήλιος,
αρπάζουν βρέφη τα βυζιά, μα γάλα δε ρουφάνε,
ζώνει η πείνα την κοιλιά, σαν γαστρικός δακτύλιος.

Mονάχα "Γη και Λευτεριά", μονάχ' αυτά αρκούνε.
Χώμα, για άκου ιαχές! Αγρότες σου ιδρώνουν.
Δεν είναι απ' το όργωμα, για άλλο πολεμούνε,
ψίχα δικιάς τους άνοιξης, για να 'χουνε πεισμώνουν.

Του Νότου Τίγρη, Ήρωα και του λαού Προστάτη,
ύμνου σφυρίζεις τον γνωστό σκοπό "Λα Κουκαράτσα",
ματαίως σ' επικήρυτταν, μεγάλ' Επαναστάτη,
πίστεψαν θα σε πρόδιδε των ανταρτών σου ράτσα.

Τολτέκοι, Μάγια -δίπλα σου- μαζί σου κι οι Αζτέκοι,
Σχέδιο Αγιάλα πρόταξες σαν λύση, Εμιλιάνο,
με Πάντσο Βίλα έσμιξες... ψυχών φιλία στέκει,
γράμμα σου έλαβα, προχθές, με ένσημο: Ινδιάνο!

Στο τέλος, πάντα, κάνουμε -μου γράφεις- το ταμείο.
Λόγια δεν έχω, τι να πω... μ' αυτό τα είπες όλα!
Ενέδρα κι αν σου έστησαν η φήμη σου μνημείο.
Χάρε, για δώσε πρόσταγμα, ν' ακούσω έγια-μόλα!

Koυμέττος Κατσιολούδης
(19/3/2012, Λευκωσία)
ΜΕΤάΓΓΙΣΗ ήΘΟΥΣ

Σεργιάνισα στο παρελθόν κι αντίκρυσα Πατρίδα,
το ήθος της βαλσάμωσα -το έφερα μιτά μου-
μετάγγισα, συνειδητά, χλωρίδα και πανίδα,
τον ουρανό, τη θάλασσα κι αυτήνε την καρδιά μου.

Αξίες των προγόνων μας ζωγράφισα σε δρόμους,
πυξίδα μας να γένουνε -ας είναι μέλημά μας-
αχρείαστους να έχουμε της πολιτείας νόμους,
ειρηνικά να λύνουμε το κάθε πρόβλημά μας.

Ιδρώτας τού προσώπου μας να φτιάχνει το ψωμί μας,
η μπαμπεσιά -απόκληρη- να ψάχνει γι' απογόνους˙
περήφανο να περπατά στη ζήση το κορμί μας,
χωρίς να έχει, δίπλα του, βαρόνους και πατρόνους.

Στις γειτονιές τα γιασεμιά μοσχοβολιές να βγάζουν,
κυκλάμινο ν' ανθοφορεί στη σχισματιά τής πέτρας,
πορτοκαλιές και λεμονιές καρπούς τους να μοιράζουν,
καθώς τα βέλη θ' ανεργούν στον πάτο μιας φαρέτρας.

Τ’ ανώφελα τα πάθη μας να σέρνουνται στο χώμα,
ανίκανα να πάρουνε την αίγλη που ποθούνε,
τον Άνθρωπο να έχουμε κονκάρδα μας και Κόμμα˙
Τα μάτια σας, περίεργα, νομίζω με κοιτούνε;

Κουμέττος Κ.
(3/4/2012, Λευκωσία)
Ζούμε για λίγη αλήθεια!
Να 'χουμε να λέμε κι εμείς............
πως υπήρξαμε στη Γη μάρτυρες.......
ενός θαύματος...........

κουμΕττος κ.
(21/10/16 - 06:22, λευκωσία)
Λυπάμαι,
που δεν είμαι ό,τι ονειρεύτηκες!
Μα δεν είναι και λίγο χαζό..............
να ράβεις κοστούμι σε κάποιον,
προτού πάρεις τα μέτρα του;

κουμέττος κ.
(21/8/15 - 16:29, κορμακίτης)
Και σ' τα 'λεγα, εγώ................
μείνε μακριά μου!
Αμάθητη είσαι στα τόσα μποφόρ.
Με βαρκούλες, μανάρι μου..........
δε διασχίζουμε ωκεανούς!

κουμέττος κ.
(3/10/16 - 17:49, λευκωσία)

- Καλησπέρα.......
είμαι αυτός που περίμενες......
- Χαίρω πολύ!
Μα ήρθες αργά.........
το τσάι κρύωσε..........
και τα βουτήματα μούχλιασαν.

κουμΕττος κ.
(31/10/16 - 20:33, λευκωσία)
Θυμάσαι, που έτρεμες...
και προτίμησες κάτι θαλασσούλες,
αντί τον ωκεανό μου;
Τι θες, λοιπόν, τώρα;
Θ' αντέξεις;
Τίποτα, δεν άλλαξε!
Τα κύματα παραμένουν θεόρατα...
και τα ναυάγια χιλιάδες......

κουμΕττος κ.
(19/8/16 - 20:31, λευκωσία)
Κι είναι η απουσία σου
εκείνη..............
η ακυμάτιστη μεσίστια σημαία μου,
που πένθιμα
ορθώνεται μες στο βλέμμα μου,
όταν με ρωτάνε:
πώς πας;
κι εγώ τους απαντάω:
όλα καλά.............................
κουμΕττος κ.
(7/4/15 - 8:33, λευκωσία)
Ε και; Τι κι αν ο χρόνος...............
γιατρεύει τες πληγές;
Οι ουλές.... πιο επώδυνες....

κουμέττος κ.
(15/11/16 - 13:29, λευκωσία)
Μπορεί κι εσύ......
να ήσουν έτοιμη να πεθάνεις για μένα,
αλλά, εγώ.................
ήμουν έτοιμος και ν' αναστηθώ!
Μόνη........ δε θα σε άφηνα, ποτέ............

κουμέττος κ.
(27/12/16 - 14:59, λευκωσία)

ΛΥΓΙΣΕΣ, ΦΙΛΕ ΜΑΡΙΕ! (Eις μνήμην Μάριου Γιαλλούρη)

Όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν σε ξεχνάμε ΓΙΓΑ!

Έφευγε το φθινόπωρο
γι΄ αλλού, για άλλα μέρη
και συ το ακολούθησες,
ήτανε μεσημέρι.

Έφυγες, φίλε Μάριε,
λύγισε η καρδιά σου,
σαν έσβηνε το άστρο σου
κι η λαμπερή ματιά σου.

Λύγισες, φίλε Μάριε, λύγισε η καρδιά σου
και η ψυχή σου έφυγε, έφυγε μακριά σου,
σαν χελιδόνι έφυγε, μ΄ όλα τα όνειρά σου
κι άναψε η μάνα σου, κερί στη λεβεντιά σου.

Έφευγε το φθινόπωρο 
και σου ΄κλεισε το μάτι
και συ το ακολούθησες
σ΄ άγνωστο μονοπάτι.

Τα χρόνια και αν πέρασαν
μες στην καρδιά μου μένει
το γέλιο σου στην όψη σου,
μνήμες χαράς υφαίνει.

Σύνθεση/Ερμηνεία: Xρίστος Ρουσιάς
Στίχοι: Κουμέττος Κατσιολούδης

Θέλει τόλμη η ζωή.
Θέλει ρίσκο,
θέλει παπάρια σαν καρπούζια.
Ακου με!
Ηττημένος δεν είναι όποιος απέτυχε,
αλλά όποιος δε ρίσκαρε.
Ηττημένος είναι όποιος αποδέχθηκε...
πως δεν αξίζει να ξαναδοκιμάσει.
Λοιπόν! Κι αν έχασες την Πέμπτη.......
αύριο είναι Παρασκευή...
κι αν χάσεις την Παρασκευή...
μεθαύριο είναι Σάββατο.................
κι αν χάσεις το πρωί,
δοκίμασε το μεσημέρι.
Ο κόσμος αλλάζει κάθε στιγμή...........
κ' οι πιθανότητές σου, επίσης!

κουμΕττος κ.
(15/9/16 - 17:59, λευκωσία)
Ξέρω. 
Είμαι ο Κάιν κι ο Άβελ, 
συνάμα. 
Μια τραμπάλα 
η ψυχή μου. 
Που όταν ανεβαίνει ο ένας 
κατεβαίνει ο άλλος.
Κι εγώ
εναλλάξ αναδύομαι
μια στην Κόλαση
και μια στον Παράδεισο.

κουμΕττος κ.
(8/5/13 - 20:58, λευκωσία)
ΕΜΦύΛΙΑ ΧΑΖΟΜάΡΑ

Κερύνεια μου, Κερύνεια μου....
ψυχή μου και πνοή μου,
τους κάβους, μόλις λύσαμε...
αμέσως, ναυαγήσαμε...
συγχώρα μας, καλή μου.

Ανεύθυνες υπεκφυγές.
Δακρύζουν φλέγμα οι πληγές.
"Εμφύλια χαζομάρα....
Τα κάνατε μαντάρα!",
ουρλιάζει η Καντάρα.


Στον Καραβά, στη Λάπηθο...
οι λεμονιές ανθίζουν...
μας τιμωρούν κ' οι χαρουπιές,
πορτοκαλιές, μα κ' οι ελιές...
ανέμελα, καρπίζουν.

κουμέττος κ.
(19/2/17 - 22:59, λευκωσία)

Να κυνηγάς την περιπέτεια.
Συνηθισμένη ζωή;
Συνηθισμένες ιστορίες........
μόνο, προσφέρει.
κουμΕττος κ.
(12/3/17 - 13:27, λευκωσία)
Ν' αντέχεις!
Αυτό είναι το μυστικό τής ζωής.
Ν' αντέχεις................

κουμΕττος κ.
(25/9/16 - 13:43, λευκωσία)
Να μ' αγαπάς στον ενικό.
Μες στους πολλούς χάνομαι.
κουμΕττος κ.
(12/3/17- 09:52, λευκωσία)
Αχ, βρε ανοιξούλα.......
πάλι, με τον πρώην;
Νόμισα πως τον ξεπέρασες.........
κουμΕττος κ.
(12/3/17 - 10:38, λευκωσία)
Ποιο viagra; Η αμαρτία!
κουμΕττος κ.
(12/3/17 - 11:47, λευκωσία)
Υπερωρίες κι εφέτος ο χειμώνας.
Να καθαρίσει τη βρώμα.
κουμΕττος κ.
(12/3/17 - 12:14, λευκωσία)
Μέχρι που σ' αγκάλιασα.... είχα δυο περιττά χέρια.
κουμΕττος κ.
(20/2/17 - 17:39, λευκωσία)

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

ΔΙΑΠΑΣώΝ... ΣΕ ΑΓΑΠώ!
Σ' αυτόν τον κόσμο των φτιαχτών,
των χαλκευμένων εραστών,
σ' αυτόν τον κόσμο των πληγών,
των δακρυσμένων ναυαγών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των μικρών
ασθενοφόρων κουνουπιών,
σ' αυτόν τον κόσμο των μοιχών,
των ραγισμένων μας ηθών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των ψυχών,
των καντηλιών και των κεριών,
σ' αυτόν τον κόσμο των θρησκειών,
των αμαρτιών, των ενοχών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των ανδρών,
των gay και των γυναικών,
σ' αυτόν τον κόσμο των πορνών
των τραβεστί στην Αχαρνών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των γυμνών
σ' εξ/ώφυλλα περιοδικών,
σ' αυτόν τον κόσμο των ισχνών,
των έκπτωτών μας αντοχών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των μαζών,
των δεξιών κι αριστερών
σ' αυτόν τον κόσμο των βαθμών,
των επιλέκτων μαθητών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των γλωσσών,
των νοθευμένων λεξικών,
σ' αυτόν τον κόσμο των μοδών,
της μόστρας και των οπαδών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των πλαστών,
της σιλικόνης, των κραγιόν,
σ' αυτόν τον κόσμο των τριχών,
του μακιγιάζ, των βερνικιών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των ρηχών,
των θεαθήναι αναγκών,
σ' αυτόν τον κόσμο των αισχρών,
των πουλημένων αρχηγών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των στυγνών,
των λυσσαλέων αρπαγών,
σ' αυτόν τον κόσμο των φιδιών
με προσωπεία ευγενών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των φτηνών,
μ' ανούσιο στίχο τραγουδιών,
σ' αυτόν τον κόσμο των αρνιών:
ακροατών, παραγωγών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των Δελφών,
των ασυνάρτητων χρησμών,
σ' αυτόν τον κόσμο των τρυπών,
του όζοντος κ' ιδανικών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των τυφλών,
με δίχα ρότα οδηγών,
σ' αυτόν τον κόσμο των κερδών,
μα των στημένων παιχνιδιών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των λεφτών,
των σχέσεων: συναλλαγών,
σ' αυτόν τον κόσμο των χρεών,
των φόρων και των τραπεζών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των ψευδών,
των πάρε-δώσε χορηγιών,
σ' αυτόν τον κόσμο των φαιδρών,
ματαιοτήτων κυνηγών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των κρυφών,
κεκαλυμμένων προστυχιών,
σ' αυτόν τον κόσμο των λαθών,
των διαφυγόντων ευθυνών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των δικών,
των διεφθαρμένων δικαστών,
σ' αυτόν τον κόσμο των καρφιών,
των Ελαιών, των Γολγοθών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των τιμών
σε πρόσωπα εγκληματιών,
σ' αυτόν τον κόσμο των τειχών
της ασυλίας βουλευτών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των στρατών,
των προδομένων διαταγών,
σ' αυτόν τον κόσμο των δειλών,
των ριψασπίδων στρατηγών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των ηττών,
με παρασκήνιο ρουσφετιών,
σ' αυτόν των κόσμο των σιωπών
των διαγραφέντων μας ευχών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των πεζών,
των ξεχασμένων μας ριμών,
σ' αυτόν τον κόσμο των νεκρών,
των άοσμων των λουλουδιών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των φωνών,
των δήθεν επαναστατών,
σ' αυτόν τον κόσμο των οικτρών,
των δολοφόνων των ψυχρών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των πλανών,
των συστημάτων των σαθρών,
σ' αυτόν τον κόσμο των κλαυθμών,
των κραυγαλέων οιμωγών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των σεισμών,
των ασταμάτητων τριγμών,
σ' αυτόν τον κόσμο των δεικτών,
των πάνω-κάτω αριθμών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των κλεφτών,
των συλημένων μας σπιτιών,
σ' αυτόν τον κόσμο των στιγμών˙
της θλίψης αναστεναγμών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των παιδιών,
των πρώιμών τους γηρατειών,
σ' αυτόν τον κόσμο των φυλών,
των ρατσισμών, συν των διωγμών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των παθών,
των ηδονών, των στεναγμών,
σ' αυτόν τον κόσμο των κηδειών˙
των όσων πίστεψαν καρδιών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Σ' αυτόν τον κόσμο των πενθών,
των σκονισμένων Ποιητών,
σ' αυτόν τον κόσμο των λυγμών
σε μελωδίες συνθετών,
θα σ' το φωνάξω, διαπασών:
"Σε αγαπώ, σε αγαπώ!"
Κουμέττος Κ.
(3/11/2012, Λευκωσία)
ΒΑΡΘΟΛΙΝΕΙΟ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

Mες σε κουκέτα βαποριού, σ' αγκάλιαζε το στρώμα,
τα μάτια σου -δυο αχινοί- γυρνούσαν σαν αλάνια,
το χέρι σου σ' επλάνευε κι εσύ άλλαζες χρώμα,
τα χείλια σου δονούσανε σε μήκη ωκεάνια.

Να μια γοργόνα -ιστορείς- ακρόπρωρη φιγούρα,
ξυλόγλυπτη, πλωριά κοσμεί και γεύεται αρμύρα,
στα σκέλια της, αδιάκοπα, ρωτάει η φαγούρα:
- Mονάχη πώς εγέννησε τον Ήφαιστο η Ήρα;

Ο Ποσειδώνας, πριν φανεί, σαν όγδοος πλανήτης,
φορώντας πράσινη στολή, με Τρίτωνα παρέα,
το σώμα σου εκύρτωσες -σαν πέταλο/μαγνήτης-
αλήθεια, είμαι σίγουρος... θα ένιωθες ωραία.

Μασώντας δάφνες ηδονής, μου θύμιζες Πυθία,
με λόγια άναθρες κραυγές, αμφίσημης ουσίας,
λυγμοί αναθυμιάσεων -μετά την Κασταλία-
ο τρίποδας σού έδινε μια αίγλη εξουσίας.

Η Φημονόη σε σκαμνί, λουσμένη -πριν- στα κλέη,
η πρώτη ήτο των Δελφών, εξάμετρης εμβέλειας,
χρησμό -ρήση παλαίφατη- το "Γνώθι σαυτόν", λέει,
μα βαρθολίνειο σάλπισμα, κορύφωση συντέλειας.

Κουμέττος Κατσιολούδης
(10/8/2011, Λευκωσία)
Α ρε πατέρα,
θυμάμαι, που ήμουν μικρός.....
ποτέ, δεν έτρωγες....
πριν από εμένα.
Ποτέ, δεν ξεδιψούσες......
πριν από εμένα.
Τόσο απλό κι εύκολο μάθημα....
είν' εντέλει.... η αγάπη!
κουμΕττος κ.
(9/3/2016 - 18:47, λευκωσία)
έΣΤΑΖΕ.......
ρ
ω
τ
α
ς
Κουμέττος Κ.
(10-3-2013, Λευκωσία)

Και στο τέλος............
ο μόνος ρόλος, που σου απομένει......
είναι να είσαι ο εαυτός σου!
Στ' αρχίδια σου κι αν βγαίνεις στο πλατό,
χωρίς σενάριο.......
χωρίς φώτα, χωρίς σκηνικά.......
χωρίς συμπρωταγωνιστές,
χωρίς θεατές.......................
κουμΕττος κ.
(27/10/16 - 15:16, λευκωσία)
Κι είχαμε την ψευδαίσθηση......
πως το χαμόγελο...
θα ερχόταν κάποιος...............
και θα μας το έφερνε,
σαν κάτι δώρα γενεθλίων...
ή Πρωτοχρονιάς.
Κούνια που μας κούναγε!
κουμΕττος κ.
(13/10/15 - 09:10, λευκωσία)
Μπαινοβγαίνει ο χειμώνας.
Αχ, βρε ανοιξούλα,
πάλι, ξέχασες μισάνοιχτη την πόρτα;
κουμΕττος κ.
(23/3/15 - 6:47, λευκωσία)
Σε λάθος κόσμο ανέβηκα.
Ποια η επόμενη στάση...........
να κατέβω;
κουμΕττος κ.
(8/12/14 - 18:42, λευκωσία)
Ε και;
Κι αν έδωσα και λίγη αγάπη παραπάνω,
σε κάποιους, που δεν την άξιζαν.........
δεν έχασα και τίποτα!
Από το ξεχείλισμά μου ήτανε...........
κάπου θα πήγαινε........

κουμέττος κ.
(19/10/16 - 19:29, λευκωσία)
Θυμάσαι, που μού 'λεγες:
πνίγομαι, μακριά σου!
Τελικά, εσύ............
μπορείς και ζεις και χωρίς εμένα.
Έβγαλες βράγχια, φαίνεται........
κουμΕττος κ.
(21/4/15 - 22:45, λευκωσία)
άΔΟΛΑ ΜΑΤάΚΙΑ ΜΟΥ!
στα παιδιά με ειδικές ικανότητες
Τι κι αν έρχονται βροχές,
καταιγίδες, χιόνια,
μες στο κάθε βλέμμα σου,
έρχεται η άνοιξη με τα χελιδόνια.
Άδολα ματάκια μου κι άμεμπτη ψυχή μου,
πάντα, αξιέραστο, γελαστό κι αγέραστο,
άκακο παιδί μου, ύπαρξης πνοή μου!
Κι αν φουρτούνες, γύρω μου...
κι η ζωή ναυάγιο,
σαν ιδώ την όψη σου,
παίρνω από σένανε δύναμη, κουράγιο.
Άδολα ματάκια μου κι άμεμπτη ψυχή μου,
των θυμών ημέρωμα, νύχτας μου ξημέρωμα,
κόσμε ταπεινέ μου, Ήλιε φωτεινέ μου!
κουμΕττος κ.
(10/3/17 - 22:31, λευκωσία)

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

BAΡΚΟΥΛΑ

Βαρκούλα παίζει στο γιαλό
με τον αφρό παιχνίδι,
απ' τον βυθό χαμογελάν
το μύδι και το στρείδι,

μαΐστρος κωπηλάτης της,
δυο γλάροι τα κουπιά της,
ο Ήλιος με αχτίδες του
στολίζει τα μαλλιά της.

Η θάλασσα -η μάνα της-
κι ο ουρανός ο κύρης,
αχ, να 'μουν στο πηδάλιο της
μικρός καραβοκύρης,

για τσάρκες μες στα πέλαγα,
σεργιάνι μες στο κύμα˙
ψυχή μου, πόσο θα 'θελα,
να σ' αρμενίζω πρύμα.

Γοργόνα, να σ’ αντάμωνα,
Θησέα κι Αμφιτρίτη˙
τον Ποσειδώνα, τον Cousteau,
Νηρέα κι Αφροδίτη.

Βαρκούλα, να με θυμηθείς˙
μη μου μπαρκάρεις μόνη,
μπας το γαλάζιο σου χαλί
αρχίσει να θυμώνει.

Βαρκούλα, στην αγκάλη σου
τα όνειρά μου πάρε
κι εσύ το φως σου δώσε μας,
καλέ σοφέ μου Φάρε˙

Σελήνη, τ' άστρα μάζεψε,
να γίνουμε παρέα,
τρελλό χορό να στήσουμε
μαζί με τη marea.

Koυμέττος Κ.
(10/10/2011, Λευκωσία)

ΥΑ LUBNAN! (Ω ΛΙΒΑΝΕ!) (ΟH LEBANON!)

"...because with each language that dies dies a picture of humanity!"
(Nobel prize winner, Octavio Paz)

Caney kişcu moδcey xtir
(Tα μάτια μου είδαν τόπους πολλούς)
( My eyes have seen many places)
ma pşiklak ma kişcu axar,
(μα σαν κι εσένα δεν είδαν άλλον,)
(but like you have seen no other,)
ta lu arkca mi l-Rabi xusn,
(που έχει τόση από το Θεό ομορφιά,)
( with such godly beauty,)
l-softaşice, l-layl, l-saxxar.
(το απόγευμα, το βράδυ, το χάραμα.)
(in the afternoon, at dusk, at dawn.)

L-sayf jit, ye, jit u kşacatak
(Το καλοκαίρι ήρθα, ναι, ήρθα και σε είδα)
(In the summer I arrived, yes, I came to see you)
te l-kalpi savayt xatra,
(της καρδιάς μου έκανα το χατήρι,)
(my hearts wish I granted,)
ruxt fi l-Anaya u fi l-Beirut,
(πήγα και στην Ανάγια και στη Βηρυτό,)
(I travelled to Anayia and to Beirut,)
θkatist fi l-Xarisa l-Catra.
(λειτουργήθηκα στη Χαρίσα την Παναγία.)
(attended mass at the Holy Mother of Harisa.)


Ya Lubnan pxupak, ya Lubnan pxupak, pxupak dor,
(Ω Λίβανε, σ΄ αγαπάω, Ω Λίβανε, σ' αγαπάω, σ' αγαπάω πρόσεχε,)
(Oh Lebanon, I love you, Oh Lebanon I love you, I love you take care,)
ya Lubnan pxupak, pacaref kaes aş pitjor,
(Ω Λίβανε, σ' αγαπάω, ξέρω καλά τι τραβάς,)
(Oh Lebanon, I love you, I know your struggle well,)
ya Lubnan pxupak u mi l-cişti pxottak, pxottak mixxok,
(Ω Λίβανε, σ' αγαπάω και από τη ζωή μου σε βάζω, σε βάζω από πάνω,)
(Oh Lebanon, I love you and place you, place you above my own life,)
ya Lubnan pxupak, smaca l-kalpi, pşanak, pşanak pitok!
(Ω Λίβανε, σ' αγαπάω, άκου την καρδιά μου, για σένα, για σένα χτυπάει!)
(Oh Lebanon, I love you, listen to my heart, for you, for you it beats!)


Psalli tatsur xpir, xpir pşik ta kund,
(Προσεύχομαι να γίνεις μεγάλος, μεγάλος όπως ήσουν,)
(I pray you become great, great as you once were,)
teyşkruk kullon ta ind exen
(να σε παινεύουν όλοι που είσαι ένας)
(so that all may praise you as one)
u tatrux kullu, kullu kindam,
(και να πηγαίνεις όλο, όλο μπροστά,)
(so that you may always move forward,)
ta la tattipsca şivexen.
(να μην φοβάσαι κανέναν.)
(and fear no one.)

U naxni ttanji tannakşacak,
(Και εμείς θα ερχόμαστε να σε βλέπουμε,)
(And we will always come and see you,)
ttanjipillak u l-ulatna,
(θα σου φέρνουμε και τα παιδιά μας,)
(we will be bringing you our children,)
pşan teytcalmu mnayn jina
(για να μάθουν από πού ήρθαμε,)
(so that they can learn from whence we all descended,)
naxni u l-maydin şatna.
(εμείς και οι νεκροί οι δικοί μας.)
( us and our departed.)

Singer: Juliana Bou/Mansour
Composer: Demetris Costantinou
Lyrics: Koumettos Katsioloudis
ΜΠάΣΤΑΡΔΗ ΗΘΙΚή

Ανάπηρες θωρώ ψυχές -αδιάφορες- πατέρα,
τα όνειρά τους θρύψαλα, σπαράλια έχουν γίνει,
βούρκος, σκοτάδι... έπνιξε η νύχτα την ημέρα,
ελπίδα πάει στέρεψε απ' της ζωής την κρήνη.

Τα χείλια μας, πισθάγκωνα... τα έχουν φυλακίσει,
στα κυπαρίσια η σκιά, μονάχα, μας λυπάται,
να ο αγέρας, έντρομος, που τρέχει ν' αφυπνίσει,
αν έχει ένα κύτταρο, που σ' ύπνο δεν κοιμάται.

Tης θράκας ξέπνοη βολή με φόλα μάς ταΐζουν,
εντός μας να 'χουμε ντροπή, παπούτσια να κοιτάμε,
της περηφάνιας μας φτερά με μένος ξιφτερίζουν
κι εμείς ατάραχοι, γυμνοί... νεκροί; δεν αντιδράμε!

Ανάπηρες θωρώ ψυχές -αδιάφορες- πατέρα,
τα ψεύδη αποδέχονται, στο χέρι τους αργύρια,
το μεσονύχτι έφτασε, χωρίς την καλησπέρα,
η ηθική μας μπάσταρδη, προϊόν για πανηγύρια.

Koυμέττος Κ.
(14/2/2009, Λευκωσία)
ΑΠΥΘΜΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Τις εποχές αλώνισα να εύρω τη μορφή σου,
η Μοίρα μας γεννήθηκε γυμνή, χωρίς ψαλτήρι,
σαν γένεις όρος, δείξε μου: της έκστασης κορφή σου˙ 
τα χείλια μας αρμέγουνε φιλιά σε πατητήρι.

Σεντέφια είν' τα μάτια σου, οάσεις της ερήμου,
η νύχτα στέκει ξάστερη, το κάλλος τους θαυμάζει,
λαδώνεις με το σάλιο σου το άγονο κορμί μου,
με λούζεις φως, ανέσπερο, με το γλυκό σου νάζι.

Τα χέρια σου, παράφορα, ποθώ να με αγγίζουν,
το κάθε αποτύπωμα φυλάγω μες στη μνήμη,
τα χάδια τους: ροδόσταγμα, τα έσω μου ραντίζουν,
tattoo σου -πόθο σέρτικο- μου χάραξαν στην κνήμη.

Ασύστολα τα βράδια μας, κυρτώνουν τες ψυχές μας,
οπλές μας θρυμματίζουνε βαφές/μπογιές στους τοίχους,
αγρίμι ανυπότακτο μετρά τες αντοχές μας,
ο Verdi στο γραμμόφωνο καλύπτει άλλους ήχους.

Μπορεί να μην το ξεύρουμε το μέλλον τι μας κρύβει
(το αύριο ανήμπορο: να πει, ν' αποκαλύψει˙
τα χέρια του, σαν Πόντιος Πιλάτος, πλένει/νίβει),
μα στο παρόν τες σάρκες μας, καλά, έχουμε στύψει.

Απύθμενος ο έρωτας, πηγάδι δίχως πάτο,
στενάζουνε τα σώματα, αντάμα σαν δεν είναι,
σημάδι τύχης τράπουλας, θωρείς, μου δείχνεις: νάτο,
για πάντα στην αγκάλη μου, αν θες, μου λέγεις μείνε.

Κουμέττος Κ.
(17-9-2011, Λευκωσία)
ΟΙ άΝΘΡΩΠΟΙ ΞΕΧάΣΤΗΚΑΝ
Οι άνθρωποι ξεχάστηκαν,
ποιοι είναι δε θυμούνται,
στον ήλιο, νύχτα... λιάζουνται, 
τη μέρα τη φοβούνται.
Στο χθες τα χέρια 'πλώνουνε
-απούσα η γενιά τους-
στο μέλλον την παλάμη τους...
τη φτύνουν τα παιδιά τους.
Οι άνθρωποι ξεχάστηκαν,
ταυτότητα δεν έχουν,
τα πόδια τους ξαφνιάστηκαν,
δεν ξέρουν γιατί τρέχουν.
Στα πράσα -πάλι- πιάστηκαν...
ικέτες μπρος στο αύριο,
απ' την Αθήνα βρέθηκαν
στο Θορικό στο Λαύριο.
Οι άνθρωποι ξεχάστηκαν...
και χάσανε το δρόμο,
με όνειρα -ανώφελα-
ποδοπατούν το νόμο.
Το ήθος τους ανήθικο,
παιδεία την αρνιούνται,
μονάχα, ένα ξέρουνε...
σαν ζώα να γαμιούνται!
Κουμέττος Κ.
(15/5/2009, Λευκωσία)
GRAZY HORSE

Στον δάσκαλο/μαρκόνη Νίκο Καββαδία

Τα φώτα αναβόσβηναν ομπρός στη γαλαρία,
το άλογο περήφανο στεκότανε στα δυο,
βαρύτητα ασήκωτη -συνθλίβει καρχαρία-
χορεύτριες πρωταντίκριζες, σαν έπιανες βυθό.

Στο στύλο λυκνιζόντουσαν σε κόκκινη ανταύγεια,
whiskey, vodka μύριζες... ζεστό, γλυκό κορμί,
ο χώρος είχε μια θωριά, σαν βαποριών ναυάγια,
κοπέλες σε ποθούσανε σε -δήθεν- μια στιγμή.

Τσιγάρα Silk Cut κάπνιζαν κι ο πόθος εριγούσε,
champagne δίπλα άνοιγε -διαμιάς- ασφαλιστής,
στρατιώτης πίσω στη γωνιά τις λίρες του μετρούσε,
το χρήμα σάρκας κόλακας, κατόπιν, σαδιστής.

Τα πόδια σου προσκύναγαν με papillon γκαρσόνια,
τα χέρια τους ετρίβανε, σαν κέρναγες ποτά,
Σειρήνες μες στα μάτια τους, με δόλια συμπόνοια,
πουκάμισα φορούσανε λευκά, χειριδωτά.

Η μια κοπέλα έφευγε... επόμενη ερχόταν.
Ηi, where are you from? Κοινώς τις ερωτούν.
Αλισβερίσι άρχιζε.... τιμής για αν και όταν,
για χάδια άντρες σώματα, στυγνά, πλειοδοτούν.

Μαρία στα δεκαεννιά, Νατάσα στα 'κοστρία,
σαν πέτρα γύρω η καρδιά, μη νιώθουν, μην πονούν.
Κι αν κάπου είχαν φαμελιά, που 'χε γι' αυτές λατρεία,
αυτά μες στα υπόγεια... ολίγον συγκινούν.

Τα Σπίτια, mujeres, Números... θυμάσαι, Καββαδία;
Ξεφτιλισμένα cabaret μ' αλλότρια ευωδιά,
του έρωτα Λαδάδικα, μ' εκπτώσεις στα αιδοία,
απ' έξω λούστροι παπουτσιών: αγνά, φτωχά παιδιά.

Κουμέττος Κ.
(30/6/2007, Λευκωσία)
ΚΑΛή ΑΝΤάΜΩΣΗ...

Επί ματαίω καρτερούν στημόνια για υφάδια,
σαν πόθοι ανεκπλήρωτοι, που σώμα δεν θα νιώσουν˙
αδιάκοπα, δακρύζουνε με δίχως χέρια... χάδια,
ανήμπορα δηλώνουνε τα λάθη να μπαλώσουν.

Καρδιάς μου έσω φυλαχτό; Πως μ' έχεις αγαπήσει!
Στα μάτια μου π' ορφάνεψαν, οι κόρες είναι στείρες,
η Πηνελόπη προσδοκά... πριχού ελπίδα δύσει,
υιός τού Λαέρτη να φανεί, να διώξει τους μνηστήρες.

Στην Ουρ -πατρίδα τού Αβραάμ- στον Τίγρη, στον Ευφράτη,
Σουμέριοι σ’ εκόσμησαν με όστρεο, σεντέφι,
το κάλλος σου εθαύμασε και της Σουμπάτ το μάτι˙
του Νάννα ταύρος φτερωτός διασχίζει μαύρα νέφη.

Βαρύ φορτίο κουβαλά με όσα δεν σου είπα,
αμέτρητα τα όνειρα, που λάξευα για σένα˙
για έλα, Φεγγαρένια μου, στην πόρτα μου και χτύπα,
ναυάγιο είμαι στη στεριά, μην ψάχνεις σε πυθμένα.

Αντίλαλος τού έρωτα μού στέλνει το φιλί σου,
τυφλός, εγώ, το ψιλαφώ... Θωμάς κρυφογελάει˙
αχ, ν' άγγιζα το μάγουλο -το τριανταφυλλί σου-
σαν Διόνυσος θα φάνταζα, που με κρασί μεθάει.

Καλή αντάμωση, λοιπόν! Το ξεύρεις, θα βρεθούμε!
Λειψές θα 'ν' οι αγκάλες μας, χωρίς η μια την άλλη˙
για χρόνια... λίγα ή πολλά στην πλάση αν χαθούμε,
στο περιγιάλι -το γνωστό- θ' αγκαλιαστούμε πάλι.

Κουμέττος Κ.
(18/2/2012, Λευκωσία)
ΠΥΡΟΦΑΝΙ

Mε πυροφάνι ψάρευα˙ καμάκι η ματιά μου,
εσύ χταπόδι στη νυχτιά, μες σε ρηχά νερά,
όταν σε βρήκα -κάρφωσα- μαζί με τα φιλιά μου,
τα πόδια σου/πλοκάμια σου μ' αρπάξανε γερά.

Με έσφιξες επάνω σου, σαν μέγγενη μη φύγω,
ωσότου πέσουν τ' ουρανού τ' αστέρια αγκαλιά,
ήταν το "θέλω" σου κοντά -μου είπες: "κράτα λίγο"-
τα δάκτυλά σου, σαν χτενιά, στα λίγα μου μαλλιά.

Κρατήρες μες σε ίριδες: της Αίτνας, δίπλα Θήρας,
τα βλέφαρά σου, γύρω τους, καλντέρας πινελιά,
αντιλαλεί βρυγμού αχός, μ' αφρό λυκίσκου μπύρας,
σεισμός, ωσάν εκρήγνυσαι, τρομάζει την οχιά.

Μελάνι εκσφενδόνιζες, μα ‘γώ μακριά δεν τρέχω,
η φλόγα σου ερωτική -λυχνάρι στη ρωγμή-
σκύβω˙ του Freyd ζωγραφιά, την βλέπω, δεν αντέχω,
σκαντάγιο γίνουμαι στεριάς, η γλώσσα μου αιχμή.

Η Πούλια κατραμόθολο φωτίζει για να ζήσει,
το σώμα της -σαν μας θωρεί- λαλεί: "ζηλοτυπώ",
ένα κορμί πώς καρτερεί, να 'ρθει να της χαρίσει,
μια πρόσκαιρη, υγρή χαρά, σε χρόνο χαλεπό.

Κουμέττος Κ.
(30/5/2010, Λευκωσία)
ΒΑΦΤΙΣΜΑ: ΓΥΝΑΙΚΑ!

Στον "δάσκαλο"/μαρκόνη Νίκο Καββαδία

Λυσσά η Μοίρα που σ' εβάφτισα γυναίκα,
την παρθενιά σου την πετσόκοψα, για δες την,
παίζει οχτάμπαλο η Πούλια με μια στέκα,
την τρύπα μαύρης χρησμοδότησε και βρες την.

Σαλάχι σπέρνει δάκρυ σ' ωκεάνεια βένθη,
στεριά κι αν πόθησε, δεν άγγιξε, Θεέ μου,
βρέχ' η ελπίδα του σταγόνες μαύρα πένθη,
μια μετενσάρκωση για δώσε του, λωτέ μου.

Το αίμα ρέει προς το Δέλτα της Αιγύπτου,
στην Πυραμίδα: Φαραώ σε σαρκοφάγο,
πάρε στη χούφτα σου τον πόνο σου και νίφτου,
υμένες σπάζουν, σωρηδόν, στο Σαντιάγο.

Γυναίκα, πόθο τάχθηκες, γλυκά, να σφάζεις,
σ' Ινδία μέχρι Ρώμη, μα και Νέα Υόρκη,
μέσα στον κόλπο σου φουρτούνες τις δαμάζεις,
για σε προδόθηκαν μυριάδες τόνοι όρκοι.

Σφιχτά δεμένος στων ορμών την προκυμαία,
σαν Προμηθέας, δέσμιος βράχων τού Καυκάσου,
κάθε πρωί μού ξεγεννάει, στείρα μαία:
σκληρή ανάγκη να 'μαι μες στα ηβικά σου.

Koυμέττος Κατσιολούδης
(16-9-2011, Λευκωσία)
ΑΪ-ΣΙΧΤίΡ
Ασύμβατος γεννήθηκα...
με όλα σας τα πρέπει,
δηλώνω ανυπόταχτος
σε κίβδηλα λογάκια,
τον Όμηρο δε θαύμασα
κι ας διάβασα τα έπη˙
χεσμένα έχω της ζωής
τ' ανδρείκελα/μαγκάκια.
Το αίμα μου το νέρωσα...
υπόχρεος μη νιώθω,
το σόι μου τ' αρνήθηκα,
μη μου πουλάει πλάνη˙
με την καρδιά/πυξίδα μου
σκαρτάρησα το νόθο.
Καρφάκι δε μου καίγεται...
αν με λαλούν τσογλάνι!
Η μούρη μου, ατίθασα...
εισπνέει μες στη ζήση,
οι ρόζοι στις παλάμες μου:
χαλίκια τής ψυχής μου.
Για όσους με κατηγορούν...
στεντόρια έχω στύση,
παρέα μ' έν' Αϊ-σιχτίρ˙
η προίκα τής ευχής μου.
Δε θα γενώ ρεντίκολο...
σε ρόλους δυο γελοίων:
σαλίγκαρου και κόλακα,
για χάρην απληστίας.
Κεράκια τα σιχαίνομαι...
σε τούρτες γενεθλίων˙
ευθύνη μου δεν ξεπουλώ...
για λήψη αμνηστίας.
Λησμόνησα τις ρίζες μου,
προγόνους μου στο χώμα˙
αλύπητα, διέγραψα...
το χθες μου μην πονάω.
Τα χείλη σου, αγάπη μου...
που τα φιλώ σε στρώμα,
αυτά, μονάχα, άφησα...
αυτά για ν' αγαπάω!
Κουμέττος Κατσιολούδης
(26/4/2012, Λευκωσία)
ΘΕΛΩ ΝΑ 'ΡΘΩ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΡΙΝ ΧΑΡΑΞΕΙ!
Θέλω να 'ρθω μια μέρα πριν χαράξει,
μες στ’ όνειρό σου, πριν την αυγή να μπω
και μέσα 'κεί, γλυκά, να σε κοιτάζω, 
σα θα σου λέω το πόσο σ’ αγαπώ!
Θέλω να 'ρθω μια μέρα πριν χαράξει,
προτού ξυπνήσεις και δε μ' αγαπάς,
πριν να φανεί ο ήλιος για να τάξει...
καινούριο έρωτα, που στέρησε σ' εμάς.
Θέλω να 'ρθω μια μέρα πριν χαράξει,
για να σου πω όσα δε σου ’χω πει
κι όταν το φως θα έρθει και φωνάξει,
εγώ, σαν κλέφτης θα φύγω στη σιωπή.
Θέλω να 'ρθω μια μέρα πριν χαράξει,
να σου χτενίσω με χάδια τα μαλλιά
και σαν παιδί, που το ’χουνε τρομάξει,
να σε κρατώ, σφιχτά, στην αγκαλιά.
Θέλω να 'ρθω μια μέρα πριν χαράξει
κι όπως κοιμάσαι σ’ ανήλιαγο βυθό...
ένα φιλί στα χείλη σου να δώσω,
να το θυμάσαι απ' όλα... πιο γλυκό.
κoυμΕττος κ.
(14/9/2010 - 18:00, λευκωσία)
ΜΟΥ 'ΠΕΣ ΘΑ 'ΡΘΕΙΣ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ!

Μου 'πες θα 'ρθεις μια μέρα φθινοπώρου
κι ήμουν, εκεί, στων τρένων τον σταθμό,
φύσαγε αγέρας, σαν μια φωνή τενόρου,
που μελωδούσε σ' απάχικο ρυθμό.

Μου 'πες θα 'ρθεις μια μέρα φθινοπώρου
κι ήμουν, εκεί, για να σε καρτερώ,
είδα καπνό, για με χαράς... σαν δώρου,
που το ανέμενα, μέσα μου, καιρό.

Μου 'πες θα 'ρθεις μια μέρα φθινοπώρου
κι ήμουν, εκεί, στις ράγες, σαν τυφλός,
που προσδοκούσε, σαν έμβρυο ενός σπόρου,
μπας και φυτρώσει, για να ιδεί το φως.

Μου 'πες θα 'ρθεις μια μέρα φθινοπώρου
κι ήμουν, εκεί, σαν έφτασε ο συρμός,
πέρασαν, όλοι, στο μέσα άλλου χώρου,
μα 'γώ λειψός, ατάραχος, σκυφτός.

Μου 'πες θα 'ρθεις μια μέρα φθινοπώρου
κι ήμουν, εκεί, μα έλειπες, εσύ,
τώρα, πληρώνω και επιτόκια φόρου,
βάλσαμο βάζω να κλείσει η πληγή.

Κουμέττος Κατσιολούδης
(16-9-2010, Λευκωσία)
ΑΧ, ΝΑ 'ΣΟΥΝ ΧΕΛΙΔΟΝΙ!
Θλίβεται η αγκάλη μου,
πονά που σ' έχει χάσει,
η θάλασσα βουβάθηκε, 
μαράζωσε η πλάση,
λουλούδια δε μυρίζουνε,
ξεράνθηκαν τα δάση,
Νέα Σελήνη κρύφτηκε
στη σκοτεινή της φάση.
Θάνατος είν' ο χωρισμός,
πολύ βαθιά πληγώνει,
μακάρι να 'σουνα πουλί,
αχ, να 'σουν χελιδόνι,
φθινόπωρο να έφευγες,
προτού να 'ρχόταν χιόνι
κι άνοιξη, σαν επέστρεφες,
καρδιάς ν' ανθίζαν κλώνοι.
Άνυδρα χείλια καρτερούν
μια στάλα πρωτοβρόχι,
το δάκρυ πάει, στέρεψε,
απ' των ματιών την κόγχη,
ελπίδας σβήσανε κεριά,
στημένα σ' αμμοδόχη,
ψέμ' απαντώ σ' όσους ρωτούν:
- Tην αγαπάεις;
- Όχι!
Koυμέττος Κ.
(21-3-2012, Λευκωσία)
ΣΑΝ ΧΕΛΙΔΟΝΙ, ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ!
Κυκλάμινα μαράνθηκαν˙
μόν' ο βοριάς το ξέρει,
πως οι καρδιές ξεράνθηκαν 
μες στο ψυχρό αγέρι.
Αυχμός τυλίγει τα φιλιά...
η πόρτα σαν ανοίγει,
η αποξένωση θηλιά,
τον έρωτα τον πνίγει.
Η νύχτα στην αστροφεγγιά
χαρίζει τη σκιά της,
να λάμπει, έστω, μια ουγκιά,
ν' ανθίζει η θωριά της.
Πουλιά, ψηλά, σχοινοβατούν...
ο ουρανός τα θρέφει,
με τα φτερά κωπηλατούν
μες στης ψυχής τα νέφη.
Αγάπη κι αν σου έδωσα,
δεν τηνε θέλω πίσω,
σαν χελιδόνι, μάτια μου,
μακριά, θ' αποδημήσω...
πέρα, σε τόπους μακρινούς...
αλάργα, από σένα...
βάλσαμο είναι χωρισμού,
αγάπη μου, τα ξένα.
Κουμέττος Κατσιολούδης
(3/9/2011, Λευκωσία)
ΚΑΡΔΕΡΙΝΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει! Λύπες φέρνει και χαρές,
μα στο ζύγισμα οι πρώτες γέρνουνε πιο βαρετές.
Μοιάζει η ζωή ποτάμι κι οι στιγμές μας δε γυρνούν,
σ' έρωτα τους καταρράκτες θέλοντας και μη πηδούν.

Λευκοκέντητη αγάπη -ματωμένη μου πληγή-
δακρυσμένο μου παρτέρι κι άλγος μες στη χαραυγή.
Μέλι της αθανασίας ψάχνουν να 'βρουν ποιητές,
μ' αν δεν πάρουν το φιλί σου, δε θα το γευθούν ποτές.

Καρδερίνα Κατερίνα, η καρδούλα μου ριγά,
η λαλιά σου μ' ανασταίνει και τον πόθο μου τρυγά.
Καρδερίνα Κατερίνα, ήτανε για μέ γραφτό,
στην αγκάλη σου μια νύχτα, σαν παιδάκι να κρυφτώ.

Βασιλιάδες διψασμένοι, ταπεινοί προσκυνητές,
στο μπαλκόνι σέ προσμένουν αύριο, σήμερα και χτες.
Μιας ελπίδας το κλωνάρι μες στα χέρια τους βαστούν,
απ' του κήπου σου τη βρύση προσδοκούν νερό να πιουν.

Κάστρα χτίζουνε με τ' άστρα και μ' αγέρα πινελιά
ζωγραφίζουνε την Πούλια, τάχα με ανεμελιά.
Σου χαρίζουνε φεγγάρια, μύριους δύο ουρανούς
κι ανθοστόλιστα ζουμπούλια κι όσα σκέφτεται ο νους.

Κουμέττος Κ.
(2-9-2012, Λευκωσία)
KΡΙΝέΝΙΑ ΧάΔΙΑ

Των εποχών εναλλαγές σου,
ακούσιες, Χρόνε, διαταγές σου!
Μ' Ερμή φτερά -τ' αγγελιοφόρου-
κουνάς μαντήλι φθινοπώρου.

Χιονιάς συνθέτει παγωμάρα,
μ' αειθαλών χορδών κιθάρα.
Ωδή λευκού χιονιού μάς στρώνει,
απ' το χωράφι ως τ' αλώνι.

Το ριγηλό σου βοριαδάκι,
Χειμώνα, πέμπεις με μεράκι˙
ψυχρόπνοα, κρινένια χάδια,
στιλβώνουν λίμνες και πηγάδια.

Χορεύουν τ' άστρα κ' η Σελήνη
μες στης νυχτός τη σκοτοδίνη.
Σα δέντρου μοιάζουνε λαμπιόνια˙
στο Σύνταγμα και στην Ομόνοια.

Αυγή σφαδάζει μες στ' αγιάζι
κι ανάδρομα αναστενάζει˙
προς τα ζεστά της καλοκαίρια,
απλώνει -μάταια- τα χέρια.

Μες στη φωλιά η περιστέρα,
κλωσσά τ' αυγά της νύχτα-μέρα,
καθώς το τζάκι ανασαίνει˙
ζωής χαμπέρι ν' ανεβαίνει!

Κ' οι στέγες ζαχαροντυμένες˙
στο φως αμόλυντες παρθένες,
δακρύζουν κρόσια/σταλακτίτες,
να ξεγελούνε τους προφήτες!

Κουμέττος Κ.
(11/2/2013, Λευκωσία)
ΕΣΧΑΤΟ ΡΑΠΟΡΤΟ

Στον "δάσκαλο"/μαρκόνη Νίκο Καββαδία

Πήγες σ' άλλα μέρη, μπάρκαρες, μαρκόνη,
τώρα -πια- η Greta συλλογιέται μόνη˙
ψάχνει για το χέρι με την Antzouletta,
κλαίει η γοργόνα, δίπλα κ' η μπαρκέττα.

Έσχατο ραπόρτο -τέλεψαν οι ρόλοι-
στέρεψε η άμμος απ' το μετζαρόλι.
Έδεσες σε porto κ' είπες σ' όλους: "Vamos!",
σε στεριά με Χάρο έγινε ο γάμος.

Φούνταρες στο δάκρυ -πάει η ευχή σου-
χάραξες στο Πούσι, Κόλια, την αφή σου.
Ξέμεινα στην άκρη, πέρναγε λεφούσι:
Χριστιανοί, Εβραίοι και δυο Σύριοι Δρούσοι.

Στίγμα σου: "Tραβέρσο" -κύματος η σχάση-
θα 'ν' η κάθε Βάρδια θύμησής σου στάση,
το λιμάνι χέρσο κι άγονο το βένθος,
ποιήματα μεθούνε˙ φάρμακο στο πένθος.

Δες να μας θυμάσαι˙ στο καλό, Μαυρή μας!
Μαραμπού, για σένα, ρέλια η στοργή μας.
Ξύπνα, μην κοιμάσαι, σπάσε την καδένα
κι έλα -ήρθε σήμα- τρέμει η antenna.

Κουμέττος Κ.
(14-7-2012, Λευκωσία)
ΨΥΧΗ
Να σε ρωτήσω, βρε ψυχή: "Tι κάνεις μες στο σώμα;".
Aν γεύεσαι Κολάσεως ή Παραδείσου χώμα;
Τα βράδια όταν κοιμηθώ, πού πας και με αφήνεις;
Ρωτώ αν βγαίνεις για ποτό, τον πόνο ν' απαλύνεις.
Οι μέρες είναι βρώμικες, χωρίς λουτρό περνάνε,
οι πλείστοι λένε ψέματα κι οι 'πόλοιποι ξεχνάνε.
Αντάμα, ανταμώνουμε στημένα πανηγύρια,
αθώο, πια, τον ένοχο, τον κρίνουν δικαστήρια.
Συνομωσίες, αρπαγές, θωρούμε και θανάτους,
το κέρατο μάς το πουλούν με τίτλους πιπεράτους.
Συναίσθημα αφαίμαξε απ' όλους η εικόνα,
σαράντα μέρες είν' πολλές˙ βαριέται η λεχώνα.
Αναρωτιέμαι, βρε ψυχή, πώς λύτρωση θα βρούμε;
Στα πάντα, σαν κροκόδειλοι... δακρύζουμε, πονούμε.
Και σαν θα έρθει η στιγμή διαλέγουμε: "συμφέρον!",
τα όσα προκηρύτταμε, στ' ανάθεμα αιθέρων.
Στο θέατρο που παίζουμε, οι ρόλοι μας πλεκτάνες,
σε πεζοδρόμια τής ντροπής γυρνάμε σαν πουτάνες˙
σαν κίναιδοι μ' αχρείαστο στα σκέλια μαραφέτι,
το σάλιο μας: βενζίνη μας˙ κι αμάξι το ρουσφέτι.
Γι' αυτό σου λέω, βρε ψυχή: "Bρε ΑΙ-ΣΙΧΤΙΡ, γαμήσου!",
αυτή που ζεις, για χέσιμο, βρε είναι η ζωή σου.
Σε όσα παρακολουθείς, πρωταγωνίστρια είσαι,
βρε άιντε και παράτα μας˙ το ξέρεις: "ΠΡΟΣΠΟΙΕΙΣΑΙ!".
Κουμέττος Κατσιολούδης
(14/7/2011, Λευκωσία)
ΥΠΟΤέΛΕΙΑΣ ΛΕΖάΝΤΕΣ

Μες σε σάλια βουτηγμένος
-πρόσφυγας του εαυτού σου-
σαλιγκάρι σε γραβάτες
του κοσμάκη του φτιαχτού σου.

Όσα πρόδωσες˙ σκιές σου
-εφιάλτες Ειμαρμένης-
την ψυχή σου την τυλίγουν
νέφη νύχτας πουλημένης.

Κύρτωσες καλά την πλάτη
-τεντωμένες οι τιράντες-
κι έγραψες στα γόνατά σου
υποτέλειας λεζάντες.

Τώρα, έμαθες να σκύβεις
σ' είδωλα -με κολακεία-
ν' αυνανίζεσαι και να 'σαι
μάστορας στη μαλακία.

Άλλα όνειρα κι αν είχες
στράφι πήγανε -του κώλου-
για κονκάρδα σου στο στήθος,
βάλε όψη του διαόλου.

Κουμέττος Κ.
(16-12-12, Λευκωσία)

ΤΟ ΜΩΡάΚΙ ΝάΝΙ-ΝάΝΙ

Το μωράκι νάνι-νάνι, 
τ' όνειρό του να υφάνει.
Το μωράκι νάνι-νάνι, 
θα 'ρθουν γίγαντες και νάνοι.

Αγοράκι, κοριτσάκι;
Θα 'ρθουν πρίγκιπες και δράκοι...
μη φοβάσαι, μην τρομάζεις,
μάθε να το διασκεδάζεις!

Αχ, μωράκι νάνι-νάνι,
όσα δεις θα είναι πλάνη,
μες στου ύπνου την ομπρέλα
κι αν δακρύσεις χαμογέλα.

Αχ, μωράκι νάνι-νάνι
κι ερυθρόδερμοι Ινδιάνοι,
θα 'ρθουν να σε ανταμώσουν˙
τόξα, βέλη να σου δώσουν.

Θα φανούνε και ιππότες,
πειρατές και Δον-Κιχώτες,
θα φανούνε και αγγέλοι...
στης καρδιάς σου το αμπέλι.

Αχ, μωράκι νάνι-νάνι,
μες στ' αστέρια σαν αλάνι,
όλη νύχτα θα γυρίζεις,
μελωδίες θα σφυρίζεις.

Το μωράκι νάνι-νάνι...
παντελόνι ή φουστάνι,
όπου να 'στε θα φορέσει
και το χθες θ' αλυσοδέσει.

Το μωράκι νάνι-νάνι,
ποιος το φτάνει... ποιος το πιάνει,
γρήγορα θα μεγαλώσει
κι ότανε θα ξημερώσει...

στης μανούλας την αγκάλη,
τ' όμορφο το περιγιάλι,
θα σηκώσει τα πανιά του
και θ' απλώσει τα φτερά του...

και ταξίδι θ' αρχινίσει
προς ανατολή και δύση,
να γνωρίσει νέους τόπους,
μα κι αμέτρητους ανθρώπους.

Το μωράκι νάνι-νάνι...
θα βουτήξει στον Ιορδάνη,
θα αντικρίσει την Ασία,
την Ευρώπη, Αυστραλία...

κι όταν φτάσει ως την Κίνα...
τα χρυσά θα δει τα κρίνα.
Το μωράκι νάνι-νάνι...
η ψυχή του πορσελάνη!

Κουμέττος Κατσιολούδης
(24/3/14 - 10:54 π.μ, Λευκωσία)
AX, ΠΑΙΔί ΜΟΥ... ΑΧ, ΨΥΧή ΜΟΥ...
Τα μαλλάκια σου χτενίζω
μ' αστροπλούμιστη χτενιά...
κ' ύστερις σε νανουρίζω
δίνοντάς σου δυο φιλιά.
Κι αν νεράιδες σε παίρνουν
σε φεγγάρια μακρινά,
πριν το χάραμα σε φέρνουν
στη δικιά μου αγκαλιά...
Αχ, παιδί μου... αχ, ψυχή μου...
χρυσοκέντητη αυγή μου,
η πνοή σου: η πνοή μου,
κάθε δάκρυ σου: πληγή μου!
Σα σε βλέπω με ανθίζεις,
ό,τι έχω είσ' εσύ...
τη ζωή μου την ορίζεις...
δείλι, βράδυ και πρωί.
Στην καρδιά μου σ' έχω μέσα,
σ' ένα θρόνο βασιλιά...
είν' η όψη σου γιατρέσα,
όαση στην ερημιά...
Κουμέττος Κατσιολούδης
(20/5/14 - 1:24 μ.μ, Λευκωσία)